Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

" Τα Σπλάχνα" του Νίκου Ξένιου, εκδόσεις Κριτική

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί στις 13 Φεβρουαρίου στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Διονύσου στις 18.30 όπου θα αναλύσουμε το βιβλίο του Νίκου Ξένιου " Τα Σπλάχνα" από τις εκδόσεις Κριτική.

Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλιο αυτό:
Ο Ν. Ξένιος στο δεύτερο μυθιστόρημά του, «Τα σπλάχνα», το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο του, καταπιάνεται μ’ ένα δύσκολο πλην άκρως ελκυστικό θέμα. Πρωταγωνιστής είναι ο Άλκης Δομέστικος, πανεπιστημιακός καθηγητής Ιστορίας, του οποίου το ψυχολογικό πορτρέτο συνθέτει διεξοδικά ο συγγραφέας από την παιδική του ηλικία έως την ηλικιακή του ωριμότητα.
Άφατες αλήθειες διεμβολίζουν το καλά οργανωμένο δημόσιο προφίλ του, με συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν, παιδικά τραύματα, αναμοχλεύσεις και διαστρεβλώσεις του ιστορικού γίγνεσθαι κατα το δοκούν. Η σύλληψη του κόσμου δηλώνεται φασματοσκοπικά μέσα από την ολοκληρωτική περιοχή του φασισμού και της καλά κρυμμένης ομοφυλοφιλίας του.
Η βεβαιωμένη ορθότητα της επικίνδυνης λογικής του, γεννά εμμονικές αβεβαιότητες που τον οδηγούν στη διπολική σχάση του εαυτού. Ο έσω εαυτός και ο έξω εαυτός. Ποιος όμως τελικά θα κερδίσει το στοίχημα; Πότε και πώς το ιστορικό τοπίο γεννά ανθρώπινα εκτρώματα; Ή μήπως συμβαίνει και το αντίθετο; Ερωτήματα ανοιχτά που αναστατώνουν, διεγείροντας συναισθήματα αμφίρροπα και πολυσχιδή.
Με τον νεανικό, άπειρο νου μου έκανα συγκεχυμένες, χονδροειδείς συνδέσεις ανάμεσα στα πράγματα. Η δυστυχία των ανθρώπων στην πόλη μεγάλωνε, εγώ όμως έμενα προσκολλημένος σε ασήμαντες λεπτομέρειες που μ’ ενοχλούσαν.
Για παράδειγμα, με ενοχλούσε η γειτνίαση με τους Εβραίους, που έμεναν πολύ κοντά και τα εμπορικά τους έκαναν πολλή φασαρία. Δυο στενά πιο πάνω απ’ το σπίτι μας κυριαρχούσε ο εβραϊκός πληθυσμός: Ακτσέ Μετζίτ, Ρεζί Βαρδάρ, Καλαμαριά. Τα εβραιόπουλα του σχολείου μου τα έβρισκα αντιπαθητικά, γιατί κουβαλούσαν σε τσίγκινα μικρά δοχεία το φαγητό τους, μαγειρεμένο με τον εβραϊκό τρόπο, και ποτέ δεν κερνούσαν κανέναν άλλο. Άσε που οι φήμες έλεγαν ότι ζύμωναν το ματσότ με χριστιανικό αίμα! Το ύφος τους με ενοχλούσε, τα καπελάκια τους με ενοχλούσαν, η παρουσία τους η ίδια με ενοχλούσε. Άκουγα στο σπίτι για τις γυμναστικές επιδείξεις των Μακαμπί στον κινηματογράφο «Πάνθεον» και φανταζόμουν σημεία και τέρατα.
Ο μικρόκοσμός μου-ένα συγκεχυμένο σύμπαν απο επιθυμίες, εικόνες αποσπασματικές του παρελθόντος και εκλάμψεις προφητικές του μέλλοντος-απέβαλλε σαν ξένα στοιχεία τις παραστάσεις ενός κόσμου που πίστευε σε διαφορετικά πράγματα, που είχε
διαφορετικές συνήθειες και που υπέσκαπτε, τρόπον τινά, το οικοδόμημα «κανονικής
ζωής» που είχα στον νου μου.


Το βιβλίο του Ν. Ξένιου δίχασε την ομάδα μας. Υπήρξαν έντονες αντιδράσεις για το ζόφο και τη σκοτεινότητα του θέματος. Η κρυφή ομοφυλοφιλία του ήρωα πρωταγωνιστή, αυτή η αγωνιώδης άλλη του περσόνα, αποκάλυψε ένα καθ’ όλα αρνητικό πορτρέτο με πρόσημο εξόντωσης.
Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο σήκωσε θύελλα συζητήσεων για το φασισμό που όλοι κρύβουμε μέσα μας, τον εκμαυλισμό νεόκοπων ψυχών απ’ αυτόν, τις επιστρωματώσεις του εαυτού, το ρόλο των άλλων και δη των γυναικών πλάι σε κρυψίνοες ενοχικούς, την τελική ήττα των μύχιων απόκρυφων του ανταγωνισμού και της υπεροχής σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Ενδιαφέρουσα, τέλος, ήταν η διερώτηση για την εμπλοκή της Ιστορίας στη διαμόρφωση του εαυτού, έτσι όπως από το βιβλίο αναδύεται ένας ιδιότυπος αντεστραμμένος υπαρξισμός ο οποίος αναλύει διεξοδικά το ψυχικό εγώ σα να μιλά για το ανθρώπινο όλον.

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2020

" Τι απομένει" της Kρίστα Βόλφ, εκδόσεις Καστανιώτη

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί στις 16 Ιανουαρίου στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Διονύσου στις 18.30 όπου θα αναλύσουμε το βιβλίο (νουβέλα) της Κρίστα Βόλφ " Τι απομενει" από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το παραπάνω βιβλιο:
Το βιβλίο της Κρίστα Βολφ «Τι απομένει», επανέφερε στη μνήμη μου δυο σπουδαία κινηματογραφικά έργα <<Οι ζωές των άλλων>> του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, με τον αξέχαστο στο ρόλο του αξιωματικού της ‘’Στάζι’’ Ούλριχ Μούε και το <<Η λευκή κορδέλα>> του Μίχαελ Χάνεκε.
Η συγγραφέας, μέσα από  την βιωματική της εμπειρία, μας αφηγείται μια τελείως διαφορετική άποψη της βίας του ρατσισμού – φασισμού, που δεν είναι άλλη από την σπατάλη σωματικών και πνευματικών δυνάμεων νέων ανθρώπων, οι οποίοι με στρατιωτική πειθαρχία παρακολουθούν αυτούς που διαφέρουν σε ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις, απ’ αυτές που οι ίδιοι έχουν γαλουχηθεί κι αυτές δεν είναι άλλες από τη βία, την τρομοκρατία, την εθνική καταγωγή, την φυλετική υπεροχή και τις φυλετικές προκαταλήψεις.
Φιλοσοφεί για τα αίτια του Κακού στην ανθρώπινη φύση. Αρκεί να θυμηθούμε την Άρια φυλή και τις απαγωγές παιδιών με άρια χαρακτηριστικά. Ενθαρρύνονταν οι στρατιώτες των Ες Ες που εισέβαλαν σε ευρωπαϊκές χώρες να σμίξουν με τους ντόπιους. Υπό την προϋπόθεση οι ντόπιοι να έχουν σκανδιναβικά χαρακτηριστικά, ώστε να εξασφαλίζεται η φυλετική καθαρότητα.
Η αφηγήτρια και συγγραφέας Κρίστα Βολφ, κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου της, παρατηρεί τους άντρες της «Στάζι», που την παραμονεύουν όλο το 24ωρο, συναλλάσσοντας βάρδιες. Αδυνατεί να μιλήσει ελεύθερα, οι τοίχοι έχουν αυτιά. Ούτε να τηλεφωνήσει μπορεί, το τηλέφωνο παρακολουθείται. Να μην προκαλεί της συνιστούν και δεν θα έχει μπελάδες∙ όπως η μεγάλη της κόρη που τη συμβουλεύει να αρπάζει την ευκαιρία από τα μαλλιά και να μετατοπίζεται λίγα χρόνια μπροστά∙  κατά την άποψή της καλώς την υποπτεύονται, για τη γλώσσα της, το λόγο της, τη σκέψη της. Εν ολίγοις  να μετατοπιστεί στην  αδράνεια, θα έλεγα. Ακόμα και η κόρη είναι υπέρ του να παραδοθεί η μάνα χωρίς αντίσταση στους νόμους της χούντας και δεν θα έχει μπελάδες.
Μέχρι που αποφασίζει να μιλήσει στην καινούργια της γλώσσα, εντελώς απλά και ελεύθερα. Κάθεται στο γραφείο της, στο ημίφως της λάμπας –δεν φαίνεται απέξω- παίρνει μολύβι, το όπλο του πνεύματος και αρχίζει.
**
Τι απομένει.
Αυτό που είναι στα θεμέλια της πόλης μου και αυτό που θα την καταστρέψει. Ότι δυστυχία είναι μόνο να μη ζεις. Και ότι απελπισία είναι μόνο να νιώσεις στο τέλος ότι δεν έχεις ζήσει.
Ο χρόνος ήταν για μένα μια λέξη – κλειδί. Κάποια ημέρα μου έγινε ολοφάνερο ότι ίσως περισσότερο από κάθε τι άλλο αυτό που με διέκρινε από εκείνους τους νεαρούς άντρες εκεί έξω-ήταν εκεί έξω, ναι, οπωσδήποτε!-ήταν μια θεμελιωδώς διαφορετική σχέση με τον χρόνο. Αφού για εκείνους ο χρόνος δεν είχε αξία τον σπαταλούσαν σε μια παράλογη, σίγουρα όμως δαπανηρή απραξία, η οποία σε βάθος χρόνου μάλλον θα τους εξαχρείωνε, όμως αυτό δεν φαινόταν να τους ενοχλεί, το αντίθετο, σκέφτηκα αιφνιδίως, το έβρισκαν απολύτως σωστό. Με τα δυο τους χέρια και με ιδιαίτερο κέφι πετούσαν τον χρόνο τους έξω απ’ το παράθυρο∙ ή μήπως το αποκαλούσαν δουλειά αυτό που έκαναν;
Για παράδειγμα το μετάνιωνα ακόμα που δεν είχα υποκύψει στην αρχική μου παρόρμηση να τους προσφέρω ζεστό τσάι, τότε που άρχισαν όλα, τις πρώτες κρύες ημέρες του Νοεμβρίου. Θα είχε αναπτυχθεί μεταξύ μας μια οικειότητα, εξάλλου δεν είχαμε καμιά προσωπική διαφορά, ο καθένας από εμάς έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, θα μπορούσαμε να είχαμε πιάσει την κουβέντα, όχι για υπηρεσιακά ζητήματα-Θεός φυλάξοι! Όμως για τον καιρό, για ασθένειες, οικογενειακά.
Όμως φτάνει πια. Αυτή η επονείδιστη ανάγκη μου να τα πηγαίνω καλά με όλα τα είδη των ανθρώπων.
**
Στον επικήδειο λόγο του, για την Κρίστα Βολφ, ο νομπελίστας Γκύντερ Γκρας είπε: Και αυτή, η Κρίστα Βολφ, ήταν που ύστερα από την έκρηξη του πυρηνικού αντιδραστήρα στο Τσέρνομπιλ έγραψε το βιβλίο Storfall (Ατύχημα), στο οποίο προαισθάνεται την επανάληψη του γεγονότος στην περίπτωση της Φουκουσίμα και μας βλέπει όλους μπλεγμένους σε ένα καταστροφικό αδιέξοδο, στο τέρμα του οποίου το ερώτημα «Τι μένει», όπου και θεμελιώνονται οι ελπίδες μας, θα παραμείνει μετέωρο, απογυμνωμένο από το νόημά του. 

Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλιο αυτο:
Παρ ότι το θέμα του βιβλίου ήταν βαρύ, η ομάδα εντόπισε τη γοητεία και τη σπουδαιότητα της αφήγησης. Με ίχνη ποιητικά και δεσπόζον συναισθημα, η Βολφ ακτινογραφεί το ζοφο της γενιάς της, σε μια Γερμανία χωρισμένη στα δύο μετά το Μεγάλο Πόλεμο. Ο φόβος των ανθρώπων καρφώνεται στην πλάτη τους, μαζί με τα σκοτεινά μάτια  των υπεράνω υποψίας διπλανων τους. Με σκληρή και δραστική γλώσσα εμφανίζεται εμπρός μας το αδυσώπητο πρόσωπο του ολοκληρωτισμου που κατατρώγει συνειδησεις και ψυχές. Ένα μονοπλάνο χωρίς ανάσα εικονογραφεί την υφή  του τρομοκρατημένου ψυχισμου, όπως ξεδιπλώνεται στο κουβάρι της ανομολογητης σκέψης. Και απασχολεί το ερώτημα κατά πόσον η ιστορία είναι πρωτίστως ατομική υπόθεση πέρα από συλλογικοτητες και πολιτικές σκοπιμότητες. Η αν ελευθερία τελικώς, χτυπά πυρηνικά τους εχεφρονες, διαλύοντας την ψυχική τους δομή, ασχέτως αν υλοποιεί πάντα τις απειλές της.