Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

"Ο Δικαστής" του Θανάση Διαμαντόπουλου, εκδόσεις Μεταίχμιο

Προσοχή! οι συναντήσεις αναβάλλονται λογω κορονοϊου μέχρι νεωτέρας

Στην αναλυση του εν λόγω βιβλίου θα παρίσταται με μεγάλη μας τιμή ο συγγραφές o οποίος διατέλεσε Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου και πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και είναι συγγραφέας πολλών επιστημονικών έργων και δυο ακόμα Πεζογραφημάτων ( Η Πρωταπριλιά του Ίκαρου, εκδ.Πατάκη & Εστεμμένο Πάθος, εκδ.Βιβλιοπωλείον της Εστίας)


" Σπιτι με Ονόματα" του Colm Toibin, εκδόσεις Ίκαρος

Προσοχή : Λογω του κορονοϊού αναστέλλονται μέχρι νεοτέρας όλες οι συναντήσεις της Λέσχης μας. Δεν θα γινει επομένως η συνάντηση στις 12 Μαρτίου!

 Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί στις 12 Μαρτίου στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Διονύσου στις 18.00 όπου θα αναλύσουμε το βιβλίο του Τοibin Colm " Σπίτι με ονόματα" από τις εκδόσεις Ίκαρος.


Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

" Τα Σπλάχνα" του Νίκου Ξένιου, εκδόσεις Κριτική

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί στις 13 Φεβρουαρίου στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Διονύσου στις 18.30 όπου θα αναλύσουμε το βιβλίο του Νίκου Ξένιου " Τα Σπλάχνα" από τις εκδόσεις Κριτική.

Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλιο αυτό:
Ο Ν. Ξένιος στο δεύτερο μυθιστόρημά του, «Τα σπλάχνα», το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο του, καταπιάνεται μ’ ένα δύσκολο πλην άκρως ελκυστικό θέμα. Πρωταγωνιστής είναι ο Άλκης Δομέστικος, πανεπιστημιακός καθηγητής Ιστορίας, του οποίου το ψυχολογικό πορτρέτο συνθέτει διεξοδικά ο συγγραφέας από την παιδική του ηλικία έως την ηλικιακή του ωριμότητα.
Άφατες αλήθειες διεμβολίζουν το καλά οργανωμένο δημόσιο προφίλ του, με συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν, παιδικά τραύματα, αναμοχλεύσεις και διαστρεβλώσεις του ιστορικού γίγνεσθαι κατα το δοκούν. Η σύλληψη του κόσμου δηλώνεται φασματοσκοπικά μέσα από την ολοκληρωτική περιοχή του φασισμού και της καλά κρυμμένης ομοφυλοφιλίας του.
Η βεβαιωμένη ορθότητα της επικίνδυνης λογικής του, γεννά εμμονικές αβεβαιότητες που τον οδηγούν στη διπολική σχάση του εαυτού. Ο έσω εαυτός και ο έξω εαυτός. Ποιος όμως τελικά θα κερδίσει το στοίχημα; Πότε και πώς το ιστορικό τοπίο γεννά ανθρώπινα εκτρώματα; Ή μήπως συμβαίνει και το αντίθετο; Ερωτήματα ανοιχτά που αναστατώνουν, διεγείροντας συναισθήματα αμφίρροπα και πολυσχιδή.
Με τον νεανικό, άπειρο νου μου έκανα συγκεχυμένες, χονδροειδείς συνδέσεις ανάμεσα στα πράγματα. Η δυστυχία των ανθρώπων στην πόλη μεγάλωνε, εγώ όμως έμενα προσκολλημένος σε ασήμαντες λεπτομέρειες που μ’ ενοχλούσαν.
Για παράδειγμα, με ενοχλούσε η γειτνίαση με τους Εβραίους, που έμεναν πολύ κοντά και τα εμπορικά τους έκαναν πολλή φασαρία. Δυο στενά πιο πάνω απ’ το σπίτι μας κυριαρχούσε ο εβραϊκός πληθυσμός: Ακτσέ Μετζίτ, Ρεζί Βαρδάρ, Καλαμαριά. Τα εβραιόπουλα του σχολείου μου τα έβρισκα αντιπαθητικά, γιατί κουβαλούσαν σε τσίγκινα μικρά δοχεία το φαγητό τους, μαγειρεμένο με τον εβραϊκό τρόπο, και ποτέ δεν κερνούσαν κανέναν άλλο. Άσε που οι φήμες έλεγαν ότι ζύμωναν το ματσότ με χριστιανικό αίμα! Το ύφος τους με ενοχλούσε, τα καπελάκια τους με ενοχλούσαν, η παρουσία τους η ίδια με ενοχλούσε. Άκουγα στο σπίτι για τις γυμναστικές επιδείξεις των Μακαμπί στον κινηματογράφο «Πάνθεον» και φανταζόμουν σημεία και τέρατα.
Ο μικρόκοσμός μου-ένα συγκεχυμένο σύμπαν απο επιθυμίες, εικόνες αποσπασματικές του παρελθόντος και εκλάμψεις προφητικές του μέλλοντος-απέβαλλε σαν ξένα στοιχεία τις παραστάσεις ενός κόσμου που πίστευε σε διαφορετικά πράγματα, που είχε
διαφορετικές συνήθειες και που υπέσκαπτε, τρόπον τινά, το οικοδόμημα «κανονικής
ζωής» που είχα στον νου μου.


Το βιβλίο του Ν. Ξένιου δίχασε την ομάδα μας. Υπήρξαν έντονες αντιδράσεις για το ζόφο και τη σκοτεινότητα του θέματος. Η κρυφή ομοφυλοφιλία του ήρωα πρωταγωνιστή, αυτή η αγωνιώδης άλλη του περσόνα, αποκάλυψε ένα καθ’ όλα αρνητικό πορτρέτο με πρόσημο εξόντωσης.
Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο σήκωσε θύελλα συζητήσεων για το φασισμό που όλοι κρύβουμε μέσα μας, τον εκμαυλισμό νεόκοπων ψυχών απ’ αυτόν, τις επιστρωματώσεις του εαυτού, το ρόλο των άλλων και δη των γυναικών πλάι σε κρυψίνοες ενοχικούς, την τελική ήττα των μύχιων απόκρυφων του ανταγωνισμού και της υπεροχής σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Ενδιαφέρουσα, τέλος, ήταν η διερώτηση για την εμπλοκή της Ιστορίας στη διαμόρφωση του εαυτού, έτσι όπως από το βιβλίο αναδύεται ένας ιδιότυπος αντεστραμμένος υπαρξισμός ο οποίος αναλύει διεξοδικά το ψυχικό εγώ σα να μιλά για το ανθρώπινο όλον.

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2020

" Τι απομένει" της Kρίστα Βόλφ, εκδόσεις Καστανιώτη

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί στις 16 Ιανουαρίου στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Διονύσου στις 18.30 όπου θα αναλύσουμε το βιβλίο (νουβέλα) της Κρίστα Βόλφ " Τι απομενει" από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το παραπάνω βιβλιο:
Το βιβλίο της Κρίστα Βολφ «Τι απομένει», επανέφερε στη μνήμη μου δυο σπουδαία κινηματογραφικά έργα <<Οι ζωές των άλλων>> του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, με τον αξέχαστο στο ρόλο του αξιωματικού της ‘’Στάζι’’ Ούλριχ Μούε και το <<Η λευκή κορδέλα>> του Μίχαελ Χάνεκε.
Η συγγραφέας, μέσα από  την βιωματική της εμπειρία, μας αφηγείται μια τελείως διαφορετική άποψη της βίας του ρατσισμού – φασισμού, που δεν είναι άλλη από την σπατάλη σωματικών και πνευματικών δυνάμεων νέων ανθρώπων, οι οποίοι με στρατιωτική πειθαρχία παρακολουθούν αυτούς που διαφέρουν σε ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις, απ’ αυτές που οι ίδιοι έχουν γαλουχηθεί κι αυτές δεν είναι άλλες από τη βία, την τρομοκρατία, την εθνική καταγωγή, την φυλετική υπεροχή και τις φυλετικές προκαταλήψεις.
Φιλοσοφεί για τα αίτια του Κακού στην ανθρώπινη φύση. Αρκεί να θυμηθούμε την Άρια φυλή και τις απαγωγές παιδιών με άρια χαρακτηριστικά. Ενθαρρύνονταν οι στρατιώτες των Ες Ες που εισέβαλαν σε ευρωπαϊκές χώρες να σμίξουν με τους ντόπιους. Υπό την προϋπόθεση οι ντόπιοι να έχουν σκανδιναβικά χαρακτηριστικά, ώστε να εξασφαλίζεται η φυλετική καθαρότητα.
Η αφηγήτρια και συγγραφέας Κρίστα Βολφ, κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα του παραθύρου της, παρατηρεί τους άντρες της «Στάζι», που την παραμονεύουν όλο το 24ωρο, συναλλάσσοντας βάρδιες. Αδυνατεί να μιλήσει ελεύθερα, οι τοίχοι έχουν αυτιά. Ούτε να τηλεφωνήσει μπορεί, το τηλέφωνο παρακολουθείται. Να μην προκαλεί της συνιστούν και δεν θα έχει μπελάδες∙ όπως η μεγάλη της κόρη που τη συμβουλεύει να αρπάζει την ευκαιρία από τα μαλλιά και να μετατοπίζεται λίγα χρόνια μπροστά∙  κατά την άποψή της καλώς την υποπτεύονται, για τη γλώσσα της, το λόγο της, τη σκέψη της. Εν ολίγοις  να μετατοπιστεί στην  αδράνεια, θα έλεγα. Ακόμα και η κόρη είναι υπέρ του να παραδοθεί η μάνα χωρίς αντίσταση στους νόμους της χούντας και δεν θα έχει μπελάδες.
Μέχρι που αποφασίζει να μιλήσει στην καινούργια της γλώσσα, εντελώς απλά και ελεύθερα. Κάθεται στο γραφείο της, στο ημίφως της λάμπας –δεν φαίνεται απέξω- παίρνει μολύβι, το όπλο του πνεύματος και αρχίζει.
**
Τι απομένει.
Αυτό που είναι στα θεμέλια της πόλης μου και αυτό που θα την καταστρέψει. Ότι δυστυχία είναι μόνο να μη ζεις. Και ότι απελπισία είναι μόνο να νιώσεις στο τέλος ότι δεν έχεις ζήσει.
Ο χρόνος ήταν για μένα μια λέξη – κλειδί. Κάποια ημέρα μου έγινε ολοφάνερο ότι ίσως περισσότερο από κάθε τι άλλο αυτό που με διέκρινε από εκείνους τους νεαρούς άντρες εκεί έξω-ήταν εκεί έξω, ναι, οπωσδήποτε!-ήταν μια θεμελιωδώς διαφορετική σχέση με τον χρόνο. Αφού για εκείνους ο χρόνος δεν είχε αξία τον σπαταλούσαν σε μια παράλογη, σίγουρα όμως δαπανηρή απραξία, η οποία σε βάθος χρόνου μάλλον θα τους εξαχρείωνε, όμως αυτό δεν φαινόταν να τους ενοχλεί, το αντίθετο, σκέφτηκα αιφνιδίως, το έβρισκαν απολύτως σωστό. Με τα δυο τους χέρια και με ιδιαίτερο κέφι πετούσαν τον χρόνο τους έξω απ’ το παράθυρο∙ ή μήπως το αποκαλούσαν δουλειά αυτό που έκαναν;
Για παράδειγμα το μετάνιωνα ακόμα που δεν είχα υποκύψει στην αρχική μου παρόρμηση να τους προσφέρω ζεστό τσάι, τότε που άρχισαν όλα, τις πρώτες κρύες ημέρες του Νοεμβρίου. Θα είχε αναπτυχθεί μεταξύ μας μια οικειότητα, εξάλλου δεν είχαμε καμιά προσωπική διαφορά, ο καθένας από εμάς έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, θα μπορούσαμε να είχαμε πιάσει την κουβέντα, όχι για υπηρεσιακά ζητήματα-Θεός φυλάξοι! Όμως για τον καιρό, για ασθένειες, οικογενειακά.
Όμως φτάνει πια. Αυτή η επονείδιστη ανάγκη μου να τα πηγαίνω καλά με όλα τα είδη των ανθρώπων.
**
Στον επικήδειο λόγο του, για την Κρίστα Βολφ, ο νομπελίστας Γκύντερ Γκρας είπε: Και αυτή, η Κρίστα Βολφ, ήταν που ύστερα από την έκρηξη του πυρηνικού αντιδραστήρα στο Τσέρνομπιλ έγραψε το βιβλίο Storfall (Ατύχημα), στο οποίο προαισθάνεται την επανάληψη του γεγονότος στην περίπτωση της Φουκουσίμα και μας βλέπει όλους μπλεγμένους σε ένα καταστροφικό αδιέξοδο, στο τέρμα του οποίου το ερώτημα «Τι μένει», όπου και θεμελιώνονται οι ελπίδες μας, θα παραμείνει μετέωρο, απογυμνωμένο από το νόημά του. 

Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλιο αυτο:
Παρ ότι το θέμα του βιβλίου ήταν βαρύ, η ομάδα εντόπισε τη γοητεία και τη σπουδαιότητα της αφήγησης. Με ίχνη ποιητικά και δεσπόζον συναισθημα, η Βολφ ακτινογραφεί το ζοφο της γενιάς της, σε μια Γερμανία χωρισμένη στα δύο μετά το Μεγάλο Πόλεμο. Ο φόβος των ανθρώπων καρφώνεται στην πλάτη τους, μαζί με τα σκοτεινά μάτια  των υπεράνω υποψίας διπλανων τους. Με σκληρή και δραστική γλώσσα εμφανίζεται εμπρός μας το αδυσώπητο πρόσωπο του ολοκληρωτισμου που κατατρώγει συνειδησεις και ψυχές. Ένα μονοπλάνο χωρίς ανάσα εικονογραφεί την υφή  του τρομοκρατημένου ψυχισμου, όπως ξεδιπλώνεται στο κουβάρι της ανομολογητης σκέψης. Και απασχολεί το ερώτημα κατά πόσον η ιστορία είναι πρωτίστως ατομική υπόθεση πέρα από συλλογικοτητες και πολιτικές σκοπιμότητες. Η αν ελευθερία τελικώς, χτυπά πυρηνικά τους εχεφρονες, διαλύοντας την ψυχική τους δομή, ασχέτως αν υλοποιεί πάντα τις απειλές της. 







Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

«Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες της Ευγενίας Μακαριάδη, εκδόσεις Βακχικόν

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί στις 12 Δεκεμβρίου στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Διονύσου στις 18.00 όπου θα αναλύσουμε το βιβλιο Ευγενίας Μακαριάδη "Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες" απο τις εκδοσεις Βακχικόν.


το βιβλίο της Ευγενίας Μακαριάδη άρεσε σε όλα τα μελη της ομάδας μας. Πολλά μέλη διετύπωσαν την γνώμη οτι τα διηγήματά της έχουν συναίσθημα και ευαίσθητα θέματα και θα μπορουσαν να αποτελέσουν τίτλους μυθιστορημάτων. 

Η συντονίστρια της λέσχης Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλιο αυτό:
Νόσος δερματική, ο ψευδάνθρακας, ως τίτλος συλλογής διηγημάτων, προδίδει ευθύς εξαρχής τη σωματικότητα που τη χαρακτηρίζει. Στα εικοσιοχτώ μικρής έκτασης διηγήματα της Ευγενίας Μακαριάδη, αποτυπώνεται το παιχνίδι με το χρόνο μέσω της μνήμης. Το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν με απτά τεκμήρια. Ο θάνατος γίνεται κουκούλα μελλοθάνατου, μπουκιά που πνίγει την ανάλγητη μάνα, σακατεμένο πόδι θυγατέρας, κόκκινο λουλούδι στη μνήμη δολοφονημένου γιού. Το παρελθόν ρημάζει αλλά νοηματοδοτεί συγχρόνως το παρόν, αφήνοντας το πικρό του αποτύπωμα.
Σε όλες σχεδόν τις ιστορίες της συλλογής, ο έρωτας, συνήθως ακυρωμένος ή σκοτεινός ορίζεται κυρίως από την καταλυτική παρουσία ενός θηλυκού στη ζωή των ανδρών. Η γυναίκα ως μάνα, ως σύζυγος, ως ερωμένη, ως θάλασσα, ως πατρίδα, είναι παράγοντας ζωοποιός. Η απουσία ή η έλλειψή της παράγει περιοχές εξορίας και ανολοκλήρωτου. Η λειψή της αγάπη αχρηστεύει τα παιδιά της, η θέρμη της σκοτώνει τους εραστές, η κατάκρισή της δημιουργεί δολοφόνους.
Οι περισσότεροι όμως ήρωες της Μακαριάδη ενώ είναι ηττημένοι, διασώζονται. Και διασώζονται όχι μόνο μέσω της ανθρωπιάς τους αλλά και της παιδικής τους ηλικίας, έτσι όπως αυτή αναδύεται μέσα από τη μνήμη. Οι πρώτες ερωτικές ψαύσεις, η αμηχανία του ηδονοβλεψία, το ανεπούλωτο τραύμα της κακοποίησης, παρεισφρέουν στο παρόν διεγερτικά και κάνουν την ενήλικη ζωή, ενδιαφέρουσα.
Η Μακαριάδη προσέχει την κάθε λεπτομέρεια στα πρόσωπα των ηρώων της, τις αδιόρατες ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια, το χρώμα του δέρματος, τις στιγμιαίες παραμορφώσεις, τις πτυχές στα ρούχα, τις αυθόρμητες κινήσεις των άκρων, όπως και το κάθε περιβάλλον, φυσικό ή αστικό που περιγράφει.. Έτσι ο άνεμος δεν φυσά ποτέ τυχαία, ούτε τα κλαδιά που εισβάλουν από το παράθυρο ανήκουν σε οποιοδήποτε δέντρο.
Τί προτιμά αλήθεια η συγγραφέας; Τη νοσταλγική αποτύπωση συγκεκριμένης ιστορικής εποχής ή τη διαχρονία του ψυχικού βάθους των ηρώων της; Κατά έναν περίεργο τρόπο, ενώ η αφήγηση διαθέτει ιστορικότητα και κοινωνιολογικό πρόσημο, φαίνεται να ισορροπεί με τη δύναμη και το εύρος των χαρακτήρων της. Σ΄αυτό βοηθά η σαρκώδης πλην οικονομημένη γλώσσα της, ο βραχυπερίοδος λόγος, η έλλειψη του περιττού.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της συλλογής, ειδικά στα τελευταία διηγήματα, είναι η λοξή ματιά στην πραγματικότητα που συνομιλεί με το φανταστικό ή το παράδοξο. Μια προβολή του ασυνείδητου στο συνειδητό. Νεκρός τριγυρίζει στο νεκροταφείο φοβούμενος να ταφεί, νεράιδα ερωτεύεται θνητό και κακοπαθαίνει, απελπισμένος άντρας γδύνεται στη μέση του δρόμου και κινδυνεύει από το πλήθος. Το αλλόκοτο ή το πραγματικό θα κερδίσουν τη συγγραφέα; Μένει να το ανακαλύψουμε στο επόμενο βιβλίο της.

Η Αγνή Αγγελούδη έγραψε για το βιβλιο αυτο:  

Πεζά κείμενα μικρής έκτασης με γραφή ρεαλιστική και ίσως σε κάποιες σελίδες με βιωματικό περιεχόμενο. Γραφή που δεν ωραιοποιεί τις περιγραφές. Αφηγήσεις που περιστρέφονται γύρω από συγκεκριμένα κάθε φορά γεγονότα, δημιουργώντας ένα κλίμα εποχής, αλλά όχι και νοσταλγίας. Αστοί, υπάλληλοι, αγρότες, άνθρωποι «της διπλανής πόρτας», πρόσωπα της ζωής και της γραφής που ακολουθούν το πεπρωμένο χωρίς να έχουν τη δύναμη να παρέμβουν δραστικά σε αυτό. Μία θεατρική σκηνή που περιλαμβάνει ασύνδετα επεισόδια που χαράχτηκαν στη μνήμη των αφηγητών. Καθώς αφηγούνται, τα ξαναζούν. Τα χρόνια έχουν περάσει, αλλά τα πρόσωπα και το σκηνικό που συνοδεύει την κάθε ιστορία έχουν αποτυπωθεί μέσα τους με στατικό τρόπο, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Το παρόν μοιάζει να απουσιάζει από το αντιληπτικό πεδίο των αφηγητών, που ζουν «με το ένα πόδι» στο παρελθόν, προσκολλημένοι σε τραύματα που τους είχε επιφέρει και σε εικόνες σκληρές και αληθινές, που έχουν νικήσει τη λήθη. Οι πολλές μικρές ιστορίες που συγκροτούν το βιβλίο εικονίζουν μία κοινωνία που εκτός από τις φωτεινές πλευρές της έχει και τους σκοτεινούς δρόμους και τα κρυμμένα μυστικά της. Το φως με το σκοτάδι βαδίζουν χέρι χέρι και η ζωή προχωρά σε δύο διαφορετικά επίπεδα, μακρινά και κοντινά μεταξύ τους ταυτόχρονα, που θυμίζουν τις δύο όψεις ενός χαρτιού: στην επιφάνεια, όπου όλα είναι ήσυχα, και στην άλλη όψη, όπου τίποτα δεν είναι σταθερό και προβλέψιμο.





Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί στις 14 Νοεμβρίου στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Διονύσου στις 18.00 όπου θα αναλύσουμε το βιβλιο τηςΡιβέρα-Λετελιέ-Ερνάν " Η Αφηγήτρια Ταινιών" απο τις εκδοσεις ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ.




  Η Ευγενία Μακαριάδη εισηγήθηκε:
Ο συγγραφέας, βασίζει το έργο του σε πραγματικά γεγονότα,  όπως  η εκμετάλλευση από Άγγλους, Γερμανούς και άλλους κατακτητές, της Χιλιανής ερήμου Ατακάμα, πλούσια σε κοιτάσματα νατρίου. Αφηγείται χωρίς λογοτεχνική διατύπωση (θα έλεγα), την ιστορία ανθρώπων που ζουν κάτω από τον αυταρχισμό εταιρίας που εκμεταλλεύεται τον τόπο τους και τους χρησιμοποιεί ως κολίγους- εργάτες των ορυχείων, στη Χιλιανή έρημο του τόπου τους. «Τσιφλικάδες», λοιπόν, των πλούσιων κοιτασμάτων νίτρου σε χωριό της Χιλής, που το ονομάζουν (οι αυθαίρετοι ιδιοκτήτες) «οικισμός της Εταιρίας Νίτρου». Οι γηγενείς δεν έχουν δικαίωμα ούτε στην ονομασία του χωριού τους και όχι μόνο. Στερούνται των βασικών αναγκών, σε στέγη, υγεία, σίτιση.

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Η αφηγήτρια Μαρία-Μαργαρίτα αναφέρεται στα παιδικά – εφηβικά της χρόνια, καθώς και σ’ αυτά που διαδραματίζονται στο χωριό της. Οι περισσότεροι κάτοικοι του φτωχού αυτού χωριού είναι εργάτες των ορυχείων. Άλλη διασκέδαση από τον κινηματογράφο δεν έχουν. Όμως και για το εισιτήριο χρήματα δεν περισσεύουν. Έτσι και στην οικογένεια της μικρής Μαρίας – Μαργαρίτας, δεν περισσεύουν χρήματα για το σινεμά που λατρεύει όλη οικογένεια. Ειδικά μετά το εργατικό ατύχημα του πατέρα της, που τον άφησε ανάπηρο. Είναι καθηλωμένος σε αυτοσχέδιο καρότσι. Τα αδέρφια της προσάρμοσαν στην πολυθρόνα του ρόδες παλιού τρικύκλου, μια και η εταιρία αδιαφόρησε να διαθέσει στον δουλευτή της αναπηρικό αμαξίδιο. Κι άλλη ατυχία αναστατώνει το σπιτικό τους, όταν η μητέρα, αμέσως μετά το ατύχημα  εγκαταλείπει τον ανάπηρο σύζυγο και πέντε παιδιά, γιατί θέλει να πραγματοποιήσει τα όνειρά της, που είναι το τραγούδι και ο χορός. Αποφασίζουν, με την προτροπή του πατέρα τους, να πηγαίνουν τα παιδιά εκ περιτροπής στο σινεμά και στο σπίτι να αφηγούνται την ταινία που είδαν. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η Μαρία-Μαργαρίτα θα πρέπει να πηγαίνει στο σινεμά και μετά να τους λέει το έργο. Και αυτό γιατί όχι απλώς αφηγείται αλλά παίζει θεατρικά την κάθε σκηνή και πολλές φορές αυτοσχεδιάζει. Η οικογένεια απολαμβάνει την αφήγηση και δεν έχουν καμιά επιθυμία πλέον να πάνε στο σινεμά. Δεν αργεί να ακουστεί στο χωριό το ταλέντο της μικρής, μέχρι που κατακλύζουν το μικρό τους σπίτι (ένα μικρό παράπηγμα από λαμαρίνες με ανοίγματα για πορτοπαράθυρα)  για να την δουν, να την ακούσουν και θαυμάσουν. Τόσο πολύ τους γοητεύει, που μετά από παρότρυνση θεατή, αποφασίζουν να βάλουν ένα κονσερβοκούτι στην είσοδο και να αφήνει ο καθένας την προσφορά του. Έτσι ο ένας τοίχος της παράγκας γίνεται σκηνή, μάλλον οθόνη, και στη μικρή αφηγήτρια με το ξεχωριστό ταλέντο, δίνουν το τιμητικό παρατσούκλι «συνεράιδα». Συνηθισμένα τα παρατσούκλια στο χωριό.  Έχουμε δεκαετία του '60, δεν αργεί η είσοδος της τηλεόρασης, και η πτώση του κινηματογράφου, παράλληλα με την παρακμή και την καταστροφή της οικογένειας.  

Ο συγγραφέας διασαφηνίζει την αξία της τέχνης, που εκκολάπτεται ακόμα και σε παράγκα. Γραφή που καταγράφει σε απλή γλώσσα  και με χιούμορ πολλές φορές) σκληρά γεγονότα βάναυσης συμπεριφοράς, σεξουαλικής κακοποίησης κοριτσιών και εγκληματικής εκμετάλλευσης αυτών που έχουν την εξουσία σε ανθρώπους και πράγματα.

-Η σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα με μάγευε. Στα μάτια μου φάνταζε σαν σπήλαιο μυστηριώδες, μυστικό, μονίμως ανεξερεύνητο. Με το που περνούσα τις βαριές βελούδινες κουρτίνες, είχα την αίσθηση ότι άφηνα την πεζή πραγματικότητα κι έμπαινα σ’ έναν θαυμαστό μαγικό κόσμο.

-Κάθε δειλινό είναι σαν το τελευταίο πανοραμικό πλάνο κάποιας παλιάς ταινίας, μιας ταινίας τεκνικολόρ και σινεμασκόπ, με υπόκρουση το θόρυβο του ανέμου πάνω στις λαμαρίνες. Μιας ταινίας που επαναλαμβάνεται  μέρα με τη μέρα. Άλλοτε θλιβερή, άλλοτε λιγότερο θλιβερή.
Που έχει όμως πάντα το ίδιο τέλος:
Στο βάθος αυτής της μεγάλης δειλινής οθόνης, βλέπω να  ξεμακραίνει ο πατέρας μου καθισμένος στην πολυθρόνα του με τις ρόδες, βλέπω να ξεμακραίνουν τ’ αδέλφια μου, ένα, ένα, και η μητέρα μου με τα μεταξωτά της μαντίλια να ανεμίζουν. Τους βλέπω να φεύγουν όπως έφυγαν οι κάτοικοι του οικισμού, τους βλέπω να χάνονται στον ορίζοντα σαν αντικατοπτρισμοί, καθώς η μουσική σβήνει σιγά σιγά, ενώ πάνω από τις φιγούρες τους προβάλλει κατηγορηματική , μοιραία, η λέξη που κανείς ποτέ δεν θέλει να διαβάσει:

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Γύρος του Θανάτου του Θωμά Κοροβίνη, εκδόσεις ΑΓΡΑ

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί στις 10 Οκτωβρίου στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Διονύσου στις 18.00 όπου θα αναλύσουμε το βιβλιο του Θωμά Κοροβίνη "Ο Γύρος του Θανάτου' απο τις εκδοσεις ΑΓΡΑ.Καλή Ανάγνωση και Καλό Φθινόπωρο!
Η Ευγενία Μακαριάδη εγραψε για το βιβλιο αυτό:
Το θέμα του βιβλίου είναι η αληθινή ιστορία του Αριστείδη Παγκρατίδη, ο οποίος συλλαμβάνεται στα είκοσι τρία του χρόνια, ως κατά συρροήν δολοφόνος νεαρών γυναικών και ζευγαριών στο Δάσος του Σέιχ Σου, στη Θεσσαλονίκη. Καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται τον Φεβρουάριο του ’68, σε ηλικία είκοσι οκτώ χρόνων. Λίγο πριν το παράγγελμα «Σκοπεύσατε Πυρ», είπε: Παιδιά σας παρακαλώ, σκοπεύστε με καλά για να μην τυραννιέμαι και συγχρόνως φώναξε «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

Στο πρώτο κεφάλαιο διαβάζουμε αποσπάσματα της δίκης. Στα υπόλοιπα κεφάλαια μέσα από τις μαρτυρίες φίλων, γνωστών και άλλων ανθρώπων του σιναφιού Αριστείδη Παγκρατίδη, παρακολουθούμε με έντονο ενδιαφέρον τη ζωή του.

Η κάθε μαρτυρία έχει ιδιότυπη φωνή και θυμίζει άνθρωπο χωρίς ηθικές αρχές, χωρίς εκπαίδευση οι περισσότεροι, με παρασιτική ζωή, φτωχής ή ταπεινής καταγωγής, αλλά και παρακρατικών και παραλήδων που εκμεταλλεύονται σεξουαλικά φτωχά παιδιά και νεαρούς, όπως τον Παγκρατίδη. Έχουμε μια τοιχογραφία της Θεσσαλονίκης, εποχής του ’60, γειτονιές, σπίτια, ήθη, ντοπιολαλιές που ποικίλουν κι ακόμα πολύ παραστατικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.

Εποχή όπου η αυταρχικότητα της δικαστικής εξουσίας και μάλιστα μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη, κάνει τον κόσμο να μην εμπιστεύεται τις αποφάσεις της. Απλώνεται παντού η φήμη ότι ο καταδικασθείς εις θάνατον Παγκρατίδης, είναι θύμα πλεκτάνης των αρχών, οι οποίες βρήκαν τον φτωχό αλητάκο για να εξευμενίσουν την ανικανότητά τους, στη σύλληψη του πραγματικού ενόχου. Και ακόμη περισσότερο όταν δεν βρήκαν πουθενά ίχνη του στα θύματα. Λέγεται μάλιστα ότι η δίκη δεν έγινε με δίκαιους όρους και ότι ηθελημένα καταδικάστηκε εφ’ όσον υπήρχε τότε η επιβολή των εξουσιαστών να φυλακίζουν και να καταδικάζουν, όποιον ζούσε έξω από τα νόμιμα και καθιερωμένα. Υπήρχε προσέτι διασκορπισμένη η κοινολόγηση ότι ο πραγματικός ένοχος  είναι γόνος επωνύμων και φυγαδεύτηκε.  

Έμπειρος ο συγγραφέας μας μεταφέρει ανάγλυφα και ενεστωτικά τα γεγονότα, τόσο που ο αναγνώστης δεν αφήνει το βιβλίο από τα χέρια του.
Ένα βιβλίο κραυγή στον αυταρχισμό, στην εκμετάλλευση, στον απολυταρχισμό, στον βασανιστικό θάνατο της καθημερινότητας φτωχών ανθρώπων για τον επιούσιο. Ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε γεγονότα αληθινά, απάνθρωπα, βίαια, μισητά, βρόχος στο λαιμό ανθρωπιάς που φρίττει και παραδέρνεται μέχρι τις μέρες μας αδίκως.


..πόσες δεν τις πετάξανε στα σοκάκια, ξαναγυρίσανε στο πατρικό τους, δεν τις δέχτηκαν οι δικοί τους και γίνανε εξ ανάγκης πρόστυχες! Πόσες δεν τις έβαζε χέρι το αφεντικό κι εκείνες.. μούγκα! Κι η κυρά του σπιτιού να τα ξέρει όλα-σχεδόν μπροστά στα μάτια της γίνονταν τα αίσχη- και να κάνει το κορόιδο και να ξεσπάει απάνω στην υπηρέτρια, απ’ το άχτι της, απ’ τη ζήλια της, να την εκδικηθεί. Σε άλλες δεν δίνανε ούτε άδεια εξόδου. Δεν ήταν μόνο η ξακουσμένη Σπυριδούλα που τη σιδερώσανε τ’ αφεντικά. Πόσες άλλες Σπυριδούλες, δούλες-Σπυριδούλες σαν κι αυτήν….                  
…ήτανε λέει καθισμένος στο κελί του την  τελευταία νύχτα πριν τον εκτελέσουν και συλλογιόταν: «τον πατέρα μου τον έσφαξαν μπροστά μου. Κάποιος καπετάν Λεωνίδας. Δεν θέλω να θυμάμαι. Από τότε φοβάμαι το αί μα. και μια σταγόνα να δω, αναγουλιάζω και φεύγω. Τι θα μου κάνουν; Πώς θ’ αντικρύσω το δικό μου αίμα να τρέχει σαν ποτάμι;  Ή μήπως εκείνη την ώρα δεν καταλαβαίνεις τίποτα; Μπαμ και κάτω; Η ώρα είναι τέσσερις. Σε δυο ώρες… Χειμώνας είναι. Έξω σφυρίζει ο Βαρδάρης. Ποιος να ‘ναι ξάγρυπνος τέτοια ώρα; Τι ώρα έπλασε ο Θεός τον κόσμο; Οι νυχτοφύλακες, οι φαροφύλακες, οι σκοπιές στον στρατό, στο ναυτικό, στην αεροπορία. Στα σύνορα. Αυτοί που φυλάνε εργοστάσια, δικαστήρια, διοικητήρια. Οι νυχτερινοί στη δουλειά. Που κάνουνε βραδινή βάρδια. Οι φαροφύλακες. Αυτοί ξαγρυπνούν σαν και μένα τον μελλοθάνατο.
έγινε, λέει, στο Γεντί Κουλέ ανάστα ο Κύριος, την ώρα που τον έπαιρναν. Εκεί δίπλα, λένε, έγινε η εκτέλεση του Αριστείδη, στο βορειοανατολικό τμήμα έξω απ’ τα κάστρα του Γεντί, κοντά στον υπαίθριο χώρο, εκεί που γίνονται σήμερα συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις, στο θεό σου, καρντάση μου. Αχ, δεν με είχε πει λέξη για τα πάθη του, καρντάση. Δεν μπορούσε να πάει άλλο αυτή η δουλειά. Η μοίρα μου το’ χει για. Το τυχερό μου είναι αχ καρντάση! Ποτέ δεν στέριωσα. Έφυγε, χάθηκε κάποια μέρα ο Αρίστος, κι ούτε τον ξανάδα από τότε. Άστραψε σαν κεραυνός, μ’ έκαψε κι ύστερα έσβησε. «Φαρμάκι και μαχαίρι, φαρμάκι κι μαχαίρι ενθύμιο μ’ αφήνεις». Τέτοια τραγούδια τραγουδούσα εκείνο τον καιρό. Κατά βάθος θρήνος ήτανε, τραγουδούσα βαλαντωμένη. Τον είχα αγαπήσει πραγματικά, τον είχα βαθιά πονέσει. Τον ήθελα πολύ καρντάση μου. Τον γύρεψα, έτρεξα σε μοιρατζούδες, μέχρι μια χαρτορίχτρα Μενιδιάτισσα φώναξα, παντρεμένη στα Κάστρα, να με ρίξει τα χαρτιά∙ άφαντος. Ας μην τον ξανάβλεπα, μα να ‘χε προστασία στη ζωή, να ‘βρισκε το παιδί έναν άνθρωπο να τον τραβήξει στον ίσιο δρόμο, ένα βήμα απ’ τον γκρεμό στεκόταν ο δύστυχος. Κάθε χρόνο, 17 Φλεβάρη, μέρα της εκτέλεσής του, τον ανάβω το κεράκι του. Και μ’ έρχονται στο νου τα τελευταία του λόγια τα φαρμακωμένα., καρντάση μου, κι η καρδιά μου σπαράζει, τι να σε πω. «Παιδιά σας παρακαλώ, σκοπεύστε με καλά για να μην τυραννιέμαι». Έπεσε ικέτης στους άντρες του αποσπάσματος. Αυτή ήταν η τελευταία παράκληση. Τι να σε πω! Παλικάρι μου! Θαρρείς και πήρε κάτι απ’ τη δουλειά του, ναι, από κει πήρε, αυτόν τον κυνηγούσε η ζωή, καρντάση μου, όπως κυνηγούσαν οι μοτοσυκλέτες τον κίνδυνο σ’ εκείνο τον τρελό το γύρο του θανάτου.-