Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

"Μελανά όπως τα Μούρα" της Αρετής Καράμπελα, εκδόσεις Θράκα

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου το πρωϊ 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου και θα αναλύσουμε την συλλογή διηγημάτων της συντονίστριάς μας Αρετής Καράμπελα  "Μελανά όπως τα Μούρα "εκδόσεις Θράκα.

  
Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλίο αυτό :
Η Αρετή Καράμπελα γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Εργάστηκε ως φιλόλογος  στην ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση. Εκτός από διηγήματα γράφει και παραμύθια. Αυτό είναι το πρώτο της πεζογραφικό βιβλίο.
Το βιβλίο «ΜΕΛΑΝΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΜΟΥΡΑ» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι μια ευχάριστη έκπληξη για τον αναγνώστη. Μέσα σ’ αυτό το μικρό βιβλίο ξετυλίγονται είκοσι πέντε σπουδαία διηγήματα. Εξαιρετικά δυνατά κείμενα, πυκνή γραφή,  παραμυθητική αφήγηση∙  η δύναμη της γλώσσας απολύτως συνεπής με τις ευφάνταστες και ρεαλιστικές ιστορίες. Τα θέματα σε μαγεύουν κυριολεκτικά και δεν τα ξεχνάς εύκολα. Όλα πλάθονται σαν παραμύθι, όπως η σκοτεινή ενέργεια της ανθρώπινης φύσης, η θεϊκή φύση, η φύση ζώων-φυτών και το υγρό στοιχείο, λίμνες, καταρράκτες, θάλασσα, βάλτοι, που διατρέχει σχεδόν όλο το βιβλίο. Τα πάντα είναι παράξενα και μη αναμενόμενα, ανατρέπει τα κλασικά που συνήθως συναντάμε στα παραμύθια. Άγγελοι και δαίμονες, έρωτας σε αντιπαράθεση με τις εμμονές θανάτου, φως, σκοτάδι, μαγεία, υπέρβαση. Λιτές, αντιφατικές,  πληθωρικές ιστορίες με εσωτερική συνοχή. Ήρωες άνθρωποι, ζώα, δάση, λουλούδια.
-Σίγουρα την αγαπούσες την καλόκαρδη Βάγια, όμως την έριξες, απερίσκεπτα, στα δόντια του αγαπημένου σου λύκου,  με τη σειρά σου τον σκοτώνεις εξ επαφής και ας σε κοιτούσε με λυπημένο βλέμμα. Δεν ξέρω πως ένιωσες, όταν η Σενεγαλέζα χορεύτρια τραγούδησε ένα μακρόσυρτο μοιρολόι του τόπου της.
-Μήπως σε ξέχασαν; Μήπως δεν περισσεύει χρόνος για την μάνα; Κι εσύ μάνα έφτιαξες λαχταριστή κοτόσουπα, τάισες τις γάτες της γειτονιάς σου, ενώ σε παρακολουθούσαν παιδί με τη γάτα του αγκαλιά, βρόμικοι και πεινασμένοι. Είναι επίμονο το παιδί, όπως και η πείνα του, σου ζητάει τροφή. Τον ταΐζεις, τον δελεάζεις με μια μερίδα ακόμα αν πάει να πλύνει τα χέρια του. Και συ γιατί να μην έχεις ένα εγγόνι και αναγκάζεσαι να πλένεις και να ταΐζεις ξένα παιδιά; Μήπως όμως δεν είναι τόσο ξένα;…… κάτω από το τραπέζι, το αγόρι που την κοίταζε μέχρι το ύψος του λαιμού, δοκίμαζε την αντοχή ενός πλαστικού σκοινιού για μπουγάδα.
- Έχουν εντολή οι στρατιώτες  για τη διακομιδή της νεκρής γριάς του. Ο γέρος αρνείται πεισματικά κανείς δεν θα αγγίξει την γυναίκα του, τη μάγισσά του. Τους παρασύρει σε βαθύ λαγούμι,  τους θάβει ζωντανούς. «Θέλατε να μου την πάρετε; είπε και γύρω του σχηματίστηκε χορός από κερασφόρες  σκιές. Χάραμα ήταν, όταν υποβασταζόμενη η γριά, με μια αρμαθιά  κέρατα γύρω από το λαιμό, βγήκε από το σπίτι και πολύ αργά πλησίασε το λάκκο».

-Θες δεν θες, θα αγοράσεις από το ανθρωπόμορφο παγώνι έξι παρδαλές πουλάδες. Στο σύρμα ανεμίζει ένα σημείωμα «μου τις πληρώνεις όταν ξαναπεράσω».
-Ζεις σε περίοδο μεγάλης θλίψης λόγω του χωρισμού σου, έντονα συναισθήματα όπως απογοήτευση, μελαγχολία, στεναχώρια σε επηρεάζουν. Μπήκε σπίτι σου είναι μαυριδερή έχει ένα μάτι γυάλινο, της είπες ότι η γυναίκα σου σε παράτησε για κάποιον άλλο.. Σου έκανε έρωτα η μαυριδερή γύφτισσα με το γυάλινο μάτι
-Είχα μπροστά μου το πορτρέτο μιας θλιμμένης κοπέλας με ανοιχτόχρωμα μάτια, μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και κατάλευκό δέρμα. Αισθάνθηκα άβολα. Ένιωθα σα να κοιτάω τον εαυτό μου από την κορνίζα.
-Στο κοίλωμα του βράχου με την κάπαρη, την έπιανα απλά απ’ τον ώμο και τα δάχτυλά μου άγγιζαν μόλις το λαιμό της. Ήξερα ότι θα γυρίσει να με κοιτάξει για να συνεχίσουμε μέχρι την πλακόστρωτη ανηφόρα. Η θέα από κει σε καθήλωνε.
-Ο ατμός από το νερό του καταρράχτη με πιτσίλισε στα βλέφαρα και γύρισα το κεφάλι κλείνοντας τα μάτια. Όταν τα’ άνοιξα, τον είδα να με κοιτάζει κλαίγοντας. Τα μάτια του γυάλιζαν και ακούμπησε το πόδι του στο γόνατό μου.
-Γυρίζω τη Νίτσα ανάσκελα και βυθίζω τα δάχτυλά μου πρώτα στα κατάμαυρα μαλλιά της και μετά στο σκοτάδι ανάμεσα στα πόδια της.
-Από το κλαδί που της εμπόδιζε τη θέα, είχε φουρνίσει το μπαστούνι της.
-Δικό σου το διαμέρισμα μετά το θάνατο του θείου. Μετακομίζεις εκεί σε βολεύει είναι κοντά στη δουλειά. Όμως άρον άρον το παρατάς ξαναγυρίζεις στο παλιό σου σπίτι, αφού κόλλησες το «Ενοικιάζεται» με κόκκινα γράμματα.
-«Πώς θα σε πλύνουμε χωρίς σαπούνι;» της λέγαμε, «και να θέλεις να πεθάνεις, δεν μπορείς» Εκείνη πάντα έβρισκε τον τρόπο και το αντικαθιστούσε κι εμείς πάλι το κλέβαμε, γιατί ήταν ακριβό και μύριζα πασχαλιά.
-Ούτε τα αποκαΐδια από το δωμάτιο της μάνας μου, μπόρεσα να σκουπίσω. Έπεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι της, που μύριζε νάιλον κάλτσες και καμμένη σάρκα.
-Είναι αλήθεια ότι στη σχολή δεν είχαν μάθει να μακιγιάρουν νεκρούς. Ο φαλακρός, θα μπορούσε να της φανεί χρήσιμος.
-Στοργικά, πλησίασε πρώτη η μάνα του και τον σήκωσε στα χέρια της, σκουπίζοντας με το μπροκάρ της φόρεμα το πρόσωπό του….
 -Πριν βγει, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε για πρώτη φορά τους  κροτάφους του γκρίζους, σχεδόν άσπρους. Το μέτωπό τους κίτρινο, σαν το κερί.
-Το νερό είχε ήδη σκεπάσει την ορχήστρα και τα τραπέζια, ανεβαίνοντας όλο και πιο ψηλά.
-Δεν είχα δει ωραιότερο πρόσωπο προφίλ. Ψηλό μέτωπο, αρχαιοελληνική μύτη, καλογραμμένα χείλη, μακρύς λαιμός.
-Για να με ευχαριστήσει, τις πιο πολλές φορές μ’ άφηνε να σκαρφαλώνω στην πλάτη του…  Η μάνα μου του είχε εμπιστοσύνη. Μ’ έβλεπε μάλιστα από το μπαλκόνι στην αγκαλιά του..
-Τα αρχαία ξόρκια κατρακύλησαν από το μυαλό στη μύτη της κι από κει στο στόμα και μπούκωσαν το λαρύγγι της με πνιχτές κραυγές.
-Αχόρταγα χείλη με ρουφάνε. Αρχίζω πάλι να αναπνέω…
-Ακούγεται πυροβολισμός. Το χέρι του κυνηγού μόλις που προεξέχει από το βάλτο. Το χέρι της ταριχεύτριας με το κοτσύφι, σα να κάνει νεύμα στο πουθενά. Τα μαυροπούλια σχηματίζουν ελλειπτικούς κύκλους πάνω απ’ το βάλτο.
-Όλο το σπίτι άκουσε καθαρά, αργά το βράδυ, τα ουρλιαχτά της, όταν μπήκαν στο δωμάτιο και την είδαν γυμνή από’ τη μέση και πάνω με το στήθος γεμάτο αίματα.
-Το πρωί, όταν σηκώθηκε, φόρεσε τις παντόφλες, κατέβασε το ξυπνητήρι και γύρισε στη μεριά του. Τα χείλη του, μελανά και γλυκά όπως τα μούρα.

Η Αρετή Καράμπελα έγραψε μετά την συνάντησή μας:
Η ομάδα είχε θετική άποψη για τη συλλογή διηγημάτων "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα. Ξεχώρισε την εικονοποιητική  γραφή, τις αντιθέσεις, τις ανατροπές στον επίλογο,, το παιχνίδι με τις παραλλαγές του θανάτου, τα ζώα πρωταγωνιστές του ενστίκτου, τον έρωτα θυσία στο βωμό των σχέσεων, την απενοχοποίηση του Κακού. Ένσταση υπήρξε για τη σκοτεινότητα και τη βαρυθυμία των θεμάτων. Στη ζωή όμως το βάρος από τα δύσκολα μας διαμορφώνει. Ας μην το ξεχνάμε. 

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

"Οι καλοί " της Χανα Κεντ, εκδόσεις Ίκαρος

Προσοχή : Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 12 Νοεμβρίου το πρωϊ 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου αφού αναβλήθηκε η συνάντηση της Δευτέρας  01.10.2018.Θα αναλύσουμε το βιβλιο  "Οι καλοί "  της Χανα Κεντ, εκδόσεις Ίκαρος.

Η Ευγενία Μακαριάδη εγραψε για το εν λόγω βιβλίο:
 «ΟΙ ΚΑΛΟΙ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της Χάννας Κεντ, βασίζεται, όπως και το πρώτο, «Έθιμα ταφής», σε αληθινή ιστορία. Τα συγκλονιστικά γεγονότα του έργου διαδραματίζονται στην Ιρλανδία- Κομητεία του Κέρι- το 1825 και συγκεκριμένα σε μια μικρή πεδιάδα ανάμεσα σε υψώματα και ποτάμια, όπου,  κατά τα θρυλούμενα, οι λιγοστοί κάτοικοι πιστεύουν σε  δαίμονες, οι οποίοι προκαλούν φθορές σωματικές, ψυχικές, υλικές και άλλες. Οι κάτοικοι  ευνοϊκά διατεθειμένοι προς τα κακά πνεύματα, τους αποκαλούν, κατ’ ευφημισμόν, «Οι Καλοί».
Η συγγραφέας απεικονίζει πιστά την εποχή, την νοοτροπία των ανθρώπων, τα ήθη και έθιμά τους, τις δοξασίες, το δόγμα της θρησκευτικής πίστης που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, τις κακολογίες, τους φθόνους σε κάθε τι ξένο ή παράξενο. Η φτώχεια, και τα επακόλουθα ενός ανελέητου σκληρού χειμώνα, που καταστρέφει λιβαδότοπους, χωράφια, μια χέρσα γη ακαλλιέργητη σε ακαλλιέργητους ανθρώπους του 19ου αιώνα.
Η Νόρα Λίχι μετά τον θάνατο της κόρης της φροντίζει μαζί με τον σύζυγό της, Μάρτιν, το εγγόνι της, τον Μίχολ, που πάσχει από μυϊκή παράλυση. Η ζωή της  γίνεται αβάσταχτη, όταν ξαφνικά πεθαίνει ο Μάρτιν. Η καθημερινή κούραση την αναγκάζει να βρει την νεαρή Μαίρη για βοηθό στο σπίτι. Ντρέπεται για το εγγόνι της που δεν μπορεί ούτε να μιλήσει και περπατήσει.  Αναπολεί την κόρη της, όταν ζούσε, και γέννησε τον Μίχολ. Τότε ήταν ένα φυσιολογικό και όπως έπρεπε παιδί. Σταμπαρισμένος ο Μίχολ από τους κατοίκους στην κοιλάδα, για τις αρρώστιες,  τη φτώχεια και τις κακοτυχίες τους.  Η Νόρα θέλει να απαλλαγεί από το κακό που δεν είναι άλλο από τον εγγονό της. Ζητάει τη βοήθεια μιας ηλικιωμένης μοναχικής γυναίκας, της Νανς, η οποία ξέρει να θεραπεύει με βότανα, αλλά έχει και τη φήμη μάγισσας. Η Νανς είχε έρθει από μακριά και εγκαταστάθηκε σ’ ένα καλύβι με την κατσίκα της, στην άκρη της κοιλάδας. Επιβιώνει με τη συλλογή βοτάνων και θεραπεύει αυτούς που ζητούν τη βοήθειά της και δεν είναι λίγοι.
Η Νανς επιβεβαιώνει την Νόρα ότι το παιδί είναι πράγματι στοιχειό και θα την βοηθήσει να επαναφέρουν το χαμογελαστό αγόρι που ήταν. Το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό για το παιδί, έχει επιπτώσεις στη Νόρα, στη Μαίρη και ιδιαίτερα στην  Νανς που ούτως ή άλλως, ως ξένη,  θεωρούταν  γρουσούζα για τους χωρικούς της κοιλάδας. 

<< Η Νόρα χτένισε τα μπερδεμένα της μαλλιά με τα δάχτυλα και κοίταξε τον Μίχολ. Όταν τον χτύπησε, της είχε φανεί σαν να κρατιόταν στο χείλος ενός γκρεμού θεοσκότεινου∙ ένα βήμα της χώριζε από μια άβυσσο μαύρη, απ’ όπου –το ξερε- δεν θα μπορούσε ποτέ να γυρίσει. Ποιος ξέρει πού θα ‘χε φτάσει, αν δεν έμπαινε κείνη τη στιγμή η Μαίρη με το γάλα. Αν δεν την ξάφνιαζε και δεν την σταματούσε.
Τι έχω πάθει;
Η Νόρα πίστευε από πάντα πως ήτανε καλή γυναίκα. Καλόκαρδη. Αλλά πάλι, σκέφτηκε, μπορεί να ‘μαστε καλοί μόνο όταν η ζωή μας αφήνει να είμαστε καλοί. Μπορεί η καρδιά να σκληραίνει, όταν δεν έχει τα χάδια της καλοτυχιάς να την μαλακώνουνε.
Ο κατήγορος έμεινε σκεφτικός για μια στιγμή. «Θα πρέπει να ‘νιωσες μεγάλη ανακούφιση, κυρία Λίχι… Μια γυναίκα σου λέει πως δεν είναι παιδί, αλλά τελώνιο. Πόση ανακούφιση θα ‘νιωσες, καταλαβαίνοντας ότι δεν είχες υποχρέωση καμιά απέναντί του». Η Νόρα είδε τον δικηγόρο να σηκώνει ψηλά τα χέρια, γυρίζοντας προς τους ενόρκους. Στα πρόσωπά τους φάνηκε η δυσφορία τους. Κούνησε το κεφάλι της, ανήμπορη να μιλήσει. Δεν θα καταλάβαιναν. Δεν είχαν δει την τρομερή αλλαγή του παιδιού. Δεν ήταν πια άνθρωπος μέσα του. Μέχρι μέσα στα κόκαλά του είχε μπει το τελώνιο, το μαύρο σκληρόπετσο δαιμόνιο…
Η νύχτα ήρθε ξάστερη. Το φεγγάρι σηκώθηκε λεπτή γραμμούλα. Η Νανς κάθισε στις κρύες στάχτες του σπιτιού της και έσκαψε με τα χέρια, ώσπου ένιωσε ζεστασιά της φωτιάς στο χώμα. Μέσα κει πλάγιασε και σκεπάστηκε στις στάχτες>>.
Προσωπικά μου άρεσε το πρώτο βιβλίο της συγγραφέα, το «Έθιμα ταφής». Βρήκα το δεύτερο βιβλίο «Οι Καλοί» πιο αδύναμο του πρώτου και προβλεπόμενες οι εξελίξεις του. 

 Μετά την συνάντηση της ομάδας, η Αρετή Καράμπελα έγραψε σχετικά :
Το δεύτερο βιβλίο της Χάννα Κεντ, "Οι καλοί", μάγεψε την ομάδα, όπως συνέβη και με το πρώτο της "Έθιμα ταφής", από τις εκδόσεις Ίκαρος. Παρά τους κάποιους ενδοιασμούς για τις ομοιότητες των δύο βιβλίων- μια συνταγή επιτυχίας που επαναλαμβάνεται- οι αρετές και το γνήσιο υπόστρωμα του ταλέντου της συγγραφέως, είναι κοινός τόπος. Με την ίδια ανάγλυφη γλώσσα και τους σοφά χτισμένους χαρακτήρες, το βιβλίο προβάλλει τη φύση και τα όρια Του Καλού και του Κακού. Χωρίς στενά ηθικά πλαίσια, όταν δικαιολογείται πειστικά ακόμη και ο φόνος ενός μικρού άρρωστου παιδιού στο όνομα του δαιμονισμού του, η Κεντ μας θέτει ενώπιον της σκιερής πλευράς του εαυτού μας που αδειοδοτείται να υπάρχει  πλάι στη φωτεινή. Επιλέγοντας ένα ιστορικό πλαίσιο  παλαιότερης εποχής, με εμμονική προσήλωση στην ακριβή αναπάράστασή της, προβάλλει αξίες διαχρονικές και ανθρώπινες, επικαιροποιεί την ανάγκη ενίσχυσης του χαμένου εν πολλοίς συναισθητικού και ενστικτώδους εαυτού, τονίζει την αξία της προσφοράς στον Άλλο, τη μοναχικότητα ως μοίρα αναπότρεπτη των ανθρώπων που είναι διαφορετικοί.    Ό,τι χάνεται ανεπιστρεπτί από τον γνήσιο Εαυτό, διαμαρτύρεται απειλητικά και παράφωνα. Δαιμονοποιείται από τους υπόλοιπους και αποβάλλεται, μέχρι τα τεκμήρια της έλλειψής του να φανερωθούν. Τότε εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση του καθενός να επιλέξει μεριά. Τη μεριά των καλών; Τη μεριά των κακών ή τη μεριά των καλόκακων; Μένει να το δούμε.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

"Η Κρυφή πόρτα " του Αλέξη Πανσέληνου, εκδόσεις Μεταίχμιο

Συνάντηση της Λέσχης θα είναι την Δευτέρα στις 04.6.2018, το πρωί, 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου. Το βιβλiο που θα αναλύσουμε είναι το  "Η Κρυφή πόρτα "  του Αλέξη Πανσέληνου, εκδόσεις Μεταίχμιο

  Η εισηγήση της κας Ευγενίας Μακαριάδη είναι η εξής:
«Η κρυφή πόρτα» είναι μια ερωτική ιστορία, που εκτυλίσσεται στη σημερινή, εν παρακμή, χώρα μας.
Τα έργα του Αλέξη Πανσέληνου τ’ ακούς, Eίναι ήχοι μουσικοί, Είναι ήχοι της πόλης που ζούμε, ήχοι του σπιτιού μας, της καθημερινότητας, των δρόμων, των αυτοκινήτων, των ανθρώπων που περπατούν συζητούν, μονολογούν, παραμιλούν. Ήχοι που συνηθίζεις σαν αεράκι που δεν σου παίρνει το καπέλο. Ήχοι γειτονιάς, κουτσομπολιού, φτώχιας.  Ρημαγμένα-παρηκμασμένα μαγαζιά, σπίτια προσβάσιμα σε απορρίμματα και άστεγους ανθρώπους. Λεηλασίες, αστυνομικές κλούβες, ΜΑΤ, μπαχαλάκηδες, ρύποι.  Το αλισβερίσι  εκδοτών με λογοτέχνες. Η παρακμή στο αποκορύφωμά της. Ήχοι ανθρώπων που σωπαίνουν και παρατηρούν, οι τελευταίοι ως ο συγγραφέας.  Όσο προχωράς οι ήχοι βήμα το βήμα δυναμώνουν, σε ξαφνιάζουν σαν κεραυνοί σε ξάστερο ουρανό και σε οδηγούν στο παρελθόν και στα μυστηριώδη μονοπάτια του. Το αναπάντεχο του τέλους.
Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο εξηντάρης Ευγένιος, μικρο-συνταξιούχος του δημοσίου, μεταφραστής και πεζογράφος. Είναι χωρισμένος και ζει μόνος στο μεγάλο διαμέρισμα της μακαρίτισσας μητέρας του.  Αποφασίζει να νοικιάσει για ένα επιπλέον εισόδημα μέρος του σπιτιού. Το χωρίζει και βγάζει στο νοίκι ένα κομμάτι του, διατηρώντας άχτιστη την ενδιάμεση πόρτα ανάμεσα στα δυο τμήματα. Το νοικιάζει μια όμορφη νεαρή, η οποία επικρμάται ως απειλή στην καθημερινότητα της ζωής του ηλικιωμένου Ευγένιου. Η πόρτα δεν χτίζεται ούτε όμως μπαίνει και κάποιο βαρύ έπιπλο, όπως συμφωνήθηκε, ώστε να καθορίζει τα δυο διαμερίσματα. Προσβάσιμο με λίγα λόγια στην περιέργεια του ιδιοκτήτη και μάλιστα απόταν παρατήρησε ότι την επισκέπτονταν διάφοροι άντρες. Ο Ευγένιος ποθεί την Μαρία την νοικάρισσά του, που δεν είναι σχεδιάστρια ιστοσελίδων, ως δήλωσε στην αρχή, αλλά cover girl, όπως στη συνέχεια παραδέχτηκε∙  την ερωτεύεται και εκείνη δείχνει να ανταποκρίνεται.
Ο πόθος του ηλικιωμένου για την νεαρή, συνηθισμένος θα μου πείτε, όμως από την ανοιχτή πόρτα εισέβαλαν λάθη περασμένα, με έντονη διάθεση εκδικητικότητας.
 
«Μέρα τη μέρα η μετάφραση έμπαινε στην άκρη. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν την είχε παραγγείλει. Μπορούσε να σταματήσει αν δεν του έκανε κέφι ή έβρισκε κάτι άλλο να κάνει. Κάτι άλλο δεν είχε, τουλάχιστον όχι που να τον απασχολεί με την αφοσίωση με την οποία θα δούλευε ένα βιβλίο. Σιγά σιγά όμως είχε αρχίσει να τον στοιχειώνει η νοικάρισσα. Σχεδόν κάθε παράγραφος που μετέφραζε  του προκαλούσε  σκέψεις που, χωρίς κάποια λογική σχέση μαζί της, σε εκείνη γύριζαν. Το χέρι του σταματούσε, το μυαλό του κάλπαζε. Σούρουπο δεν  πέρασε να μην σκύψει από τα κάγκελα του μπαλκονιού, προσπαθώντας να διακρίνει το φως της κάμαράς της και να αφουγκραστεί –σπάνια- τις ομιλίες από την ανοιχτή τζαμόπορτα στο σαλόνι.»

«Η κρυφή πόρτα, που παλιότερα δεν την έβλεπε καν, τώρα ξεχώριζε οδυνηρά στον μεσότοιχο, σαν να είχε αποκτήσει πλαίσιο από φλόγες». 
Η Αρετή Καραμπλεα, η συντονίστρια της λέσχης μας,  έγραψε μετά την συνάντησή μας, τα εξής :
Η ομάδα έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Κρυφή πόρτα του Πανσέληνου. Η πόρτα απ' όπου εισβάλλει το μοιραίο άγνωστο  από ένα παρελθόν σκοτεινό και δυσεπίγνωστο. Η Αθήνα της κρίσης και των ανθρώπων της οι οποίοι εκπίπτουν μέσα από τις προσωπικές τους τραγωδίες αποκαθαιρόμενοι με απώλειες και πικρή επίγνωση. 
Με γλώσσα απλή και γυμνή ο Πανσέληνος οδηγεί την ιστορία σε μια απρόσμενη κορύφωση, σκληρή και αμετάκλητη, όπου οι ήρωες λαμβάνουν όσα τους αναλογούν από τον πρότερο κι τωρινό τους βίο.
 

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

"Η μοναδική Ιστορία" του Tζούλιαν Μπάρνς, εκδόσεις Μεταίχμιο

Συνάντηση της Λέσχης θα είναι την Δευτέρα στις 14.5.2018, το πρωί, 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου. Το βιβλiο που θα αναλύσουμε είναι το  "Η μοναδική Ιστορία"  του Τζούλιαν Μπάρνς), εκδόσεις Μεταίχμιο.




Η εισήγηση της κας  Ευγενίας Μακαριάδη είναι η εξής :
Μια ερωτική ιστορία, σκέφτεσαι, διαβάζοντας το βιβλίο και όπως ο ίδιος ο συγγραφέας το επισημαίνει, αρχίζει το έργο του  με τις εξής διλημματικές φράσεις:
«ΘΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΣΕΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ και να υποφέρεις πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Νομίζω πως αυτό είναι, τελικά, το μόνο ουσιαστικό ερώτημα».
Όμως σ’ όλο αυτό που μας λέει ο συγγραφέας υπάρχει και ένα αλλά. Ποιός άραγε μπορεί να ελέγξει το συναίσθημά του, όταν ερωτεύεται;
«Έρως ανίκατε μάχαν… Ο έρωτας είναι ανίκητος στη μάχη, ξενυχτά στα τρυφερά μάγουλα των κοριτσιών, πετάει πάνω απ’ τη θάλασσα και τρυπώνει στους κήπους, και κανένας δεν του ξεφεύγει, ούτε θεός, ούτε θνητός κι ο ερωτευμένος είναι τρελός, τραγουδά ο χορός», αυτά γράφει ο αρχαίος τραγικός μας ποιητής Σοφοκλής, στην «Αντιγόνη» και υμνεί την παντοδυναμία του Έρωτα. Θα επιμείνω λίγο ακόμα με τα λόγια της Σαπφώς «Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη, σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει. Ήρθε, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα, δρόσισες την ψυχούλα, που έκαιγε ο πόθος».  
Τώρα γιατί αναφέρομαι στους αρχαίους μας; Όχι για να κοντράρω βέβαια τον σπουδαίο Barnes και την περίφημη φράση του βιβλίου, που προανέφερα, ίσως για να υμνήσω τον έρωτα, όσο είναι στο αποκορύφωμα, όσο είναι μαγικός, γιατί πολύ γρήγορα ή αν θέλετε με τα χρόνια πέφτει στο κατώτατο σημείο, χάνεται, απομαγεύεται. Επομένως εκείνο που μας λέει ο συγγραφέας δεν είναι κάτι άλλο από τον έρωτα και την απομάγευσή του. 
Μετά την παραπάνω εισαγωγή ας γνωρίσουμε τους ήρωες του έργου που δεν έχουν να κάνουν με πρόσωπα σπουδαία και ιστορικά, αλλά με απλούς καθημερινούς ανθρώπους, που ο έρωτάς τους είναι τροφή για κακόβουλους σχολιασμούς των συνανθρώπων τους, που συνήθως  διαβιώνουν σε χωριό ή μικρό προάστιο (όπως οι ήρωες του βιβλίου) και πολύ περισσότερο όταν η γυναίκα είναι μεγαλύτερη του άντρα, που μέχρι τις μέρες μας δεν «καταπίνεται» εύκολα, όσο όταν συμβαίνει το αντίθετο. Έχουμε μια σχέση ενός νεαρού με μια γυναίκα σαν την μητέρα του ηλικιακά, με λίγα λόγια μια οιδιπόδεια σχέση. Η ματιά του ηλικιωμένου πλέον ήρωα του βιβλίου, ανασύρει στη μνήμη μακρινές αναμνήσεις, ενός μεγάλου έρωτα στα νεανικά του χρόνια μέχρι  που …  Αλλά ας αφήσουμε την ιστορία να εξελιχθεί.
Δεκαετία του ’60,  σ’ ένα μικρό προάστιο του Λονδίνου ο δεκεννιάχρονος φοιτητής Πολ, ενθουσιάζεται από την γνωριμία της σαρανταοκτάχρονης Σούζαν, σε μια λέσχη του τένις. Η Σούζαν είναι παντρεμένη και έχει δυο κόρες. Δεν αργούν να ερωτευθούν και να γίνουν εραστές. Προξενούν αναστάτωση στους οικείους τους και στον συντηρητικό περίγυρό τους, για τον οποίο ο νεαρός δείχνει αν μη τι άλλο παρά την αποστροφή του. Εκείνη διαλύει έναν αδιάφορο γάμο, αφήνει τον βίαιο σύζυγο της και τις δυο κόρες της, μεγαλύτερες μάλιστα από τον Πολ και συζεί μαζί του. Ο Πολ ξεπερνά τα εσκαμμένα, είναι ευτυχής και υπερήφανος, έχοντας καταπατήσει τις κοινωνικές συμβάσεις∙ αν και τι άλλο θα μπορούσε να σκεφτεί τότε στα δεκαεννιά του χρόνια. Φτάνοντας σε ώριμη ηλικία, οι απαιτήσεις και  οι μελλοντικές δυσχέρειες  αυτής της ερωτικής σχέσης τον ξεπερνούν, (όπως ο αλκοολισμός της Σούζαν) δεν τις είχε προβλέψει. Ο Πολ θα παρατήσει τη Σούζαν στα χέρια της κόρης της. Στο τέλος η Σούζαν θα πεθάνει σε κλινική. Στην ωριμότητά του ο Πολ κοιτάζει φιλύποπτα τον έρωτα, που τόσο εκθείαζε στα νιάτα του.
Ο Julian Barnes μας αφηγείται πώς ανθίζει ένας μεγάλος έρωτας, πώς ατονεί και τι μένει στο τέλος.  Ο συγγραφέας φτάνει στον πυρήνα της ψυχικής οδύνης και παρότι δράμα έχει πινελιές χιούμορ.
πλώνει τα μπράτσα της προς το μέρος μου, με τα δάχτυλά της σφιγμένα σε γροθιά και λέει, «Κράτα του καρπούς μου Πολ». Τους τυλίγω και τους δυο και πιέζω όσο πιο δυνατά μπορώ. Η σημασία αυτής της κίνησης δεν περιγράφεται με λόγια. Ήταν μια χειρονομία που σκοπό είχε να την ηρεμήσει, να περάσει σ’ εκείνην κάτι από μένα. Μια εμφύσηση θάρρους, μια μετάγγιση δύναμης. Και έρωτα.
*Μια νοσοκόμα της είχε χτενίσει τα μαλλιά….  Σχεδόν ενστικτωδώς άπλωσα το χέρι, θέλοντας να ξεσκεπάσω για μια τελευταία φορά ένα από κομψά της αυτάκια. Όμως το χέρι μου σταμάτησε , θαρρείς αοπό δική του θέληση. Το τράβηξα, δίχως να κατανοώ αν το κίνητρό μου ήταν σεβασμός για την κατάστασή της ή σιχασιά…
*Κοίταξα το προφίλ της και ανέτρεξα σε μερικές στιγμές από το δικό μου ιδιωτικό σινεμά. Η Σούζαν με τη στολή του τένις να υψώνει τη ρακέτα της. Η Σούζαν να χαμογελάει σε μια άδεια παραλία. Όμως ύστερα από λίγα λεπτά αναδρομών, το μυαλό μου άρχισε να περιπλανιέται. Δεν μπορούσα να το κρατήσω εστιασμένο στον έρωτα και στην απώλεια, στην απόλαυση και τη θλίψη. Έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται πόση βενζίνη είχε μείνει στο αυτοκίνητο και πόσο κοντά μπορεί να βρισκόταν κάποιο βενζινάδικο…
H Αρετή Καράμπελα έγραψε μετά την συνάντηση για το εν λόγω βιβλίο:
 Ο Μπαρνς έβαλε την ομάδα να στοχαστεί πάνω στον έρωτα, να διερωτηθεί για τα ερωτικά μοντέλα των καιρών. Αριστοτεχνικά τεμαχισμένο το μυθιστόρημα σε τρεις  χρόνους, τρία μέρη, τρεις αφηγηματικούς τρόπους, καταδεικνύει την παραφορά του έρωτα, την απομάγευση, την αποξένωση απ' αυτόν, χωρίς ούτε κατ' ελάχιστον να συναισθηματολογεί.       Ένας καμβάς της αγγλικής δεκαετίας του '50 αναβοσβήνει συνεχώς στο βάθος πεδίου και σε πρώτο πλάνο, ανάγλυφα, οι αγαπώμενοι με σάρκα και οστά, διαχρονικοί, αιωνίως επαναλαμβανόμενοι, καταδεικνύουν το φαινόμενο του έρωτα, ανυπεράσπιστο, χαίνον, συναρπαστικό, θεμελιώ
 

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

"Μια χαρά" του Χρίστου Κυθρεώτη, εκδόσεις Πατάκη

Συνάντηση της Λέσχης θα είναι την Δευτέρα στις 16.4.2018, το πρωί, 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου. Το βιβλiο που θα αναλύσουμε είναι το  "Μια χαρά "  του Χρίστου Κυθρεώτη (Διηγήματα), εκδόσεις Πατάκη.



Η Ευγενία Μακαριάδη έκανε της εξής εισήγηση:

Έξι διηγήματα, με τον τίτλο «Μια χαρά». Μια χαρά με τόση αλήθεια, όσο όταν την λέμε πικρή.  «Το ψέμα είναι συχνά η έκφραση της αγωνίας ότι θα μπορούσε κανείς να συνθλιβεί από την αλήθεια» ( λέει ο Κάφκα) .  Η αλήθεια και των έξι διηγημάτων κάτω από το πικρόγελο βλέμμα του συγγραφέα. Αφήγηση διαφορετικής θερμοκρασίας φωνής και ύφους. Γραφή ώριμου συγγραφέα, αν και  είναι το πρώτο βιβλίο του Κυθρεώτη. Ψυχογραφεί μέσα από την κάθε ιστορία του, τον χουλιγκανισμό, την οικογένεια, το φόβο της μοναξιάς, το sex, τον φόβο της δέσμευσης, την λύτρωση από δεσμεύσεις επαγγελματικές και ερωτικές, τα ολέθρια λάθη των γονιών έναντι παιδιών με περιορισμένη νοημοσύνη. Εν ολίγοις θέματα καθημερινά, θέματα που μας απασχολούν και τίθενται επί τάπητος.

Το μυστικό του  χούλιγκαν Μιχάλη, θανάσιμο για ‘κείνον από τους συντρόφους του. Η μανία των οπαδών-χουλιγκάνων, των ποδοσφαιρικών ομάδων. Η γλώσσα και τα μέσα που χρησιμοποιούν. Οι αντιμαχόμενοι μέχρι θανάτου. Η κιμωλία, η σκόνη της κιμωλίας η μόνη θύμηση της πατρίδας. Και τέλος ο θάνατος. Ο θάνατος του Μιχάλη από χέρι χούλιγκαν, σαν το δικό του, σαν το χέρι των δικών του, σαν το χέρι των  εχθρών του.
**Τέλος πάντων η ουσία είναι ότι στην τελετή πήγα μόνος μου. Δεν  πά’ να γινόταν της πουτάνας. Εγώ ήμουνα μόνος μου. Με τον Μιχάλη. Σε ίση απόσταση απ’ τους δικούς του κι απ’ τους μαλάκες του κλαμπ. Εκεί που θα καθόταν κι ο ίδιος δηλαδή, αν ζούσε. Κι όταν κατέβηκε το φέρετρο και ούρλιαζε η μάνα του Μιχάλη και πετάγαν οι μαλάκες τα κασκόλ και οι διάφοροι άσχετοι λουλούδια, εγώ το μόνο που τράβηξα απ’ την τσέπη μου για να ρίξω μέσα ήταν η κιμωλία. Την κράτησα για λίγο και την έσφιγγα με τόση δύναμη, που όταν την έβγαλα απ’ το νάιλον είχε γίνει σκόνη. Δεν πειράζει. Πέταξα τη σκόνη…»

Πόσο ρόλο παίζει η ασχήμια ενός έξυπνου αγοριού και  ο κρυφός έρωτάς του για την ωραία συμφοιτήτριά του; Τι μπορεί να κάνει στο πρώτο ραντεβού, ο  βαθιά ερωτευμένος ήρωάς μας, για να της αρέσει; Ίσως μια κίνηση απροσεξίας που μόλις σκέφτηκε για την προστασία της ασχήμιας του.
**«Το έχω μάθει πολύ καλά αυτό, περνώντας τη μισή μου εφηβεία μπροστά σε καθρέφτες, παρατηρώντας το πρόσωπό μου και προσπαθώντας να επιβάλω μια κάποια πειθαρχία στα ακανόνιστα εξογκώματα και στις στραβές του γραμμές. Τι εννοεί δηλαδή όταν λέει ότι τα περιγράμματα γίνονται πιο σκληρά. Λες και δεν είναι ήδη αρκετά σκληρά. Οι γωνίες βγαίνουν προς τα έξω; Η μύτη μου, δηλαδή που είναι ήδη μεγάλη σαν το τακούνι της, και το πιγούνι μου και τα αυτιά μου- μα πόσο έξω μπορεί να βγει μια γωνία;…..»

Τι ζητάει ένα κορίτσι από του χωρισμένους γονείς;  Τι μπορεί να συλλάβει ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι, μειωμένης αντίληψης,  με νευρικές κρίσεις  εξ αιτίας όλων αυτών που υποκρίνονται οι γονείς; Μπορεί άραγε με ένα δώρο, ένα κόκκινο φουστάνι στη μάνα, να την δεχτεί την πρωτοχρονιά στο σπίτι της; Γιατί άραγε δεν την δέχεται η μάνα τι προφασίζεται στο απονήρευτο παιδί της;
**¨ Ήθελε να πάει στο ΙΕΚ και να κάνει φασαρία οπότε κι εγώ σκέφτηκα πως αν του έλεγα πως το λυκάκι είναι παντρεμένο, ίσως και να μην πήγαινε για να μην καταστρέψει μια οικογένεια. Μόλις όμως το έμαθε κι αυτό, ο πατέρας μου λίγο έλειψε να πάθει εγκεφαλικό. Είπε  πως θα έπαιρνε τηλέφωνο τη μητέρα μου για να αποφασίσουν μαζί τι θα έκαναν. Άρχισα να τον παρακαλάω να μην το κάνει, παρόλο που δεν μπορούσα να του πω  ακριβώς το λόγο που δεν ήθελα να μάθει τίποτα η μητέρα μου…… όμως ο πατέρας μου τηλεφώνησε. Τα είπε όλα στη μητέρα μου και μετά απ’ αυτό εγώ έπαθε πάλι νευρική κρίση».

Μπορεί, άραγε, ένας τριαντάρης  να παρατήσει τόσο εύκολα την πετυχημένη δουλειά του, να διαλύσει τον επικείμενο γάμο του, να εναντιωθεί στο κοινωνικοοικονομικό και θρησκευτικό σύστημα,  περίκλειστος στον εαυτό του και να εκτονώνεται μόνος σεξουαλικά; 
** Σε ένα ταξίδι μου στη Γερμανία επισκέφτηκα ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου μια επιζώσα του ολοκαυτώματος έδινε ομιλία. Ήταν δεκαπέντε χρονών όταν τελείωσε ο πόλεμος και, όπως μας είπε, είχε ζήσε έκτοτε μια βαρετή ζωή. Όταν όμως κάποιος απ’ το κοινό τη ρώτησε αν της είχε ποτέ να νοσταλγήσει εκείνη την εποχή, μας κοίταξε όλους λες και ήμασταν από άλλον πλανήτη. Είπε πως κάποτε είχε διαβάσει μια φράση που της έκανε τόση εντύπωση ώστε είχε ζητήσει να τη χαράξουν στον τάφο της. Την αποτελούσαν δυο φαινομενικά αντιφατικές προτάσεις, που όμως ίσχυαν ταυτόχρονα. Οι προτάσεις  ήταν οι εξής. –είναι θλιβερό όταν δεν συμβαίνει τίποτα. / Το τίποτα είναι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί».

Πώς μια χειραφετημένη ελεύθερη γυναίκα, ασυμβίβαστη με την κοινή ζωή του γάμου, της οικογένειας, της δέσμευσης, των μικροαστικών συνηθειών αλλάζει κατά την κλιμακτήριό της; Και στο τέλος θέλει οπωσδήποτε να μείνει μέσα σε μια μέτρια ερωτική σχέση; Γιατί μόλις αντιλαμβάνεται ότι την έχει πλησιάσει επικίνδυνα ο πανδαμάτωρ χρόνος, η μοναχικότητα, η φθορά του σώματός της και το χειρότερο η αλλαγή της προσωπικότητάς της.
**Να περιμένω κάποιον, ενώ το ξέρω πως δεν θα ‘ρθει κανείς. Να περιμένω ξαπλωμένη. Να μετράω το χρόνο. Με ένα σύστημα που δεν μπορεί να τον μετρήσει. Μπορεί μόνο να τον ανακατέψει και να τον ξαναμοιράσει σαν τράπουλα. Μπορεί μόνο να μου φέρει εικόνες μέσα στις οποίες βλέπω τον εαυτό όλο και μεγαλύτερο. Με όλο και μεγαλύτερο μίσος.» 
H Αρετή Καράμπελα έγραψε μετά την συνάντηση για το εν λόγω βιβλίο:
Η ομάδα ενθουσιάστηκε με τα διηγήματα του Κυθρεώτη. Χαρακτήρες οριακοί, δουλεμένοι μέχρι το μεδούλι. Ο συγγραφέας εισχωρεί στον ψυχισμό τους, ποιεί ήθος κυρίως με τη γλώσσα, μιας και το ύφος σε κάθε διήγημα διαφέρει. Η αληθοφάνεια της ιστορίας και των πρωταγωνιστών, επιτρέπει στον αναγνώστη την ταύτιση μαζί τους. Ο πόνος, η έλλειψη, η απώλεια, η απουσία, συνθέτουν ζωές εν ανεπαρκεία. Ζωές παρ' ολίγον μεγαλειώδεις, συναρπαστικές, παρ' όλ' αυτά ενδιαφέρουσες όσο και τα υποκείμενα τους.






Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

"Ταξίδια με τον Επίκουρο" του Κλάιν Ντάνιελ , εκδόσεις Πατάκη.

H επόμενη συνάντηση της Λέσχης θα είναι την Δευτέρα στις 5.3.2018, το πρωί, 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου. Το βιβλiο που θα αναλύσουμε είναι το  "Ταξίδια με τον Επίκουρο"  του Κλάιν Ντάνιελ , εκδόσεις Πατάκη.

 Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλίο αυτό:
Αρχίζω με το «αυτί» του οπισθόφυλλου του βιβλίου, όπου ο/η  αναγνώστης/ρια, θα διαπιστώσει την αλήθεια της ζωής, βασισμένη στη φιλοσοφία όχι μόνο του Επίκουρο (και άλλων φιλοσόφων που αναφέρονται στο βιβλίο) αλλά και του συγγραφέα που με χιούμορ και στοργή μας αφηγείται τρόπους να σκεφτόμαστε με διαύγεια γύρω από τον κόσμο και το πώς να ζήσουμε  σ’ αυτόν.
            Κάνοντας τη βόλτα του στην Ύδρα, ένας ελληνοαμερικανός  που βρίσκεται σε διακοπές συναντά έναν ηλικιωμένο Έλληνα που κάθεται σε έναν βράχο και αργοπίνει το ουζάκι του, ατενίζοντας ράθυμα τον ήλιο που δύει στη θάλασσα. Ο Αμερικανός παρατηρεί ότι στους λόφους πίσω από τον γέροντα υπάρχουν αφρόντιστα ελαιόδεντρα, με τις ελιές τους απλώς να πέφτουν και να κείτονται εδώ κι εκεί στο έδαφος. Τον ρωτάει σε ποιον ανήκουν τα δέντρα. «Δικά μου είναι» απαντάει ο Έλληνας.
«Δε μαζεύεις τις ελιές;» ρωτάει ο Αμερικανός.
«Κόβω καμιά σαν τη χρειαστώ» λέει ο γέροντας.
«Μα δεν καταλαβαίνεις ότι, αν κλαδεύεις τα δέντρα και μαζεύεις τις ελιές στην ώρα τους, θα μπορείς να τις πουλάς; Στην Αμερική όλοι τρελαίνονται για παρθένο ελαιόλαδο και θα πλήρωναν ακριβά για να το έχουν».
«Τι να τα κάνω τα λεφτά;» ρωτάει ο γέρος Έλληνας.
«Ε’ θα μπορούσες ν’ αγοράσεις ένα μεγάλο σπίτι και να προσλάβεις υπηρέτες να σου κάνουν όλες τις δουλειές».
«Και μετά τι θα έκανα;»
«Θα μπορούσες να κάνεις ό,τι θέλεις!»
«Δηλαδή να κάθομαι έξω και να πίνω ούζο στο ηλιοβασίλεμα;»
Διαβάζοντας το βιβλίο γέλασα, αλλά και μια γλυκιά μελαγχολία με συνεπήρε με την αλήθεια του,  συλλογιζόμενη τα γηρατειά με τις ανημποριές και το πλησίασμά τους με τον θάνατο.
Ο ογδοηκοντούτις συγγραφέας μας αφηγείται ότι, όταν ο οδοντογιατρός του τον συμβούλεψε, αντί μασέλας, παλιομοδίτικης και γεροντίστικης, να βάλει οδοντικά εμφυτεύματα, τότε εκείνος αντί να μπει σ’ αυτήν την δαπανηρή διαδικασία ταξίδεψε στην Ελλάδα. Είχε στη σκέψη τον αγαπημένο του, μεταξύ άλλων, σοφό Επίκουρο και τη διδασκαλία του γύρω από τις απολαύσεις της τρίτης ηλικίας. Όμως ο Επίκουρος δεν πίστευε στη μετά θάνατον ζωή, έτσι  εκείνο που απομένει στον ήρωά μας είναι να μάθει όχι μόνο τις απολαύσεις της τρίτης ηλικίας, αλλά και εκείνες που τον εμποδίζουν να ευτυχήσει.
Στην Αργολίδα και το νησί Ύδρα ο τελικός προορισμός. Το φυσικό σκηνικό πάνω από το λιμάνι, σαν αρχαίο θέατρο, όπου στην ταβέρνα του Δημήτρη μαζεύονται φίλοι να πιουν, να σχολιάσουν και να ρεμβάσουν απέναντι το ηλιοβασίλεμα της Πελοποννήσου. Στην παρέα, τέσσερις συνταξιούχοι. Ένας ψαράς, ένας σερβιτόρος, ένας δάσκαλος, ένας δικαστής, κάπου χωράει και ο ήρωάς μας, ζουν με Επικούρειο τρόπο, όπως  στον κήπο του Επίκουρου μαζεύονταν όχι μόνο μαθητές, αλλά δούλοι, γυναίκες, εταίρες και άλλοι, προς αναζήτηση της μάθησης ζωής και θανάτου. Έτσι και στην παρέα της ταβέρνας∙  διαφορές δεν υπάρχουν μεταξύ τους, παίζουν πρέφα, συζητούν, γελούν, σκέφτονται, τρώγουν τα ντολμαδάκια, τις ελιές, το τζατζίκι, παραγγέλνουν κι άλλη κανάτα ρετσίνα κι άλλους μεζέδες στον ταβερνιάρη και ο ήρωάς μας αναρωτιέται αν αξίζει ο κόπος να διατηρηθεί κανείς νέος όταν βρίσκεται στην όγδοη δεκαετία της ζωής του. Αρχέτυπες οι συνήθειές τους, οι αρχαίοι πρόγονοι φιλόσοφοι τους μεταλαμπάδευσαν φως, πνεύμα και γνώση.
Συμπυκνωμένα φιλοσοφικά νοήματα γραμμένα με χιούμορ και στοργή, θα έλεγα, για την τρίτη ηλικία, για τη φιλία, την κοινωνική τάξη, το εμπόριο, την πολιτική, την απελευθέρωση από το άγχος της καθημερινότητας, της ανίας, την απόλαυση της μουσικής, του περιπάτου, της κουβέντας, της ταβέρνας, της διασκέδασης του παιχνιδιού, των αναμνήσεων, της αλλαγής μας, το να είμαστε υγιείς, το σήμερα,  το τώρα, και όλα με βάση τη χαλαρότητα που προσφέρει ο χρόνος των γηρατειών.
-Όσα εγχειρίδια διοίκησης προσωπικού και αν προτείνουν τη δημιουργία αυθεντικών ανθρώπινων σχέσεων ανάμεσα σε προϊστάμενους και υφιστάμενους, δεν αλλάζει το γεγονός ότι μια εμπορική συνθήκη είναι πάντα  εγγενώς πολιτική…. Ο Επίκουρος μας προειδοποιούσε για τους κινδύνους του εμπορίου και της πολιτικής…. ανοίγονται μοναδικές δυνατότητες για τη φιλία όταν έχουμε αφήσει πίσω μας την πολιτική και το εμπόριο.
-Η καλή παρέα ήταν για τον Επίκουρο η κορυφαία απόλαυση της ζωής.
-Στο δοκίμιό της για τον χρόνο η Χόφμαν  αντιπαραβάλλει τον βραδύ «βιωμένο χρόνο» με την πρώτη εμπειρία της από τον αμερικανικό χρόνο, όταν μετανάστευσε στις ΗΠΑ. «ο χρόνος δεν κινούνταν απλώς ταχύτερα στην Αμερική, πίεζε προς τα εμπρός με περισσότερο αγχωτικούς τρόπους…. Οι πάντες υπέφεραν από άγχος ότι δεν έκαναν αρκετά ή ότι ίσως μπορούσαν να κάνουν περισσότερα, ή τουλάχιστον από το άγχος να νιώθουν καλά ή άσχημα με τον εαυτό τους αναφορικά με αυτό».
-Λαρς Σβέντσεν: Μια κοινωνία που λειτουργεί καλά ενισχύει την ικανότητα του ανθρώπου να βρίσκει νόημα στον κόσμο. Μια κοινωνία που λειτουργεί άσκημα δεν το κάνει.
-Στίβεν Ράιτ: Η σκληρή δουλειά αποδίδει στο μέλλον. Η τεμπελιά αποδίδει τώρα.
-Ζαν Πολ Σαρτρ: Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένο να είναι ελεύθερος, γιατί από τη στιγμή που ρίχτηκε μέσα στον κόσμο  είναι υπεύθυνος για το κάθε τι που κάνει.
- … Όταν, ας πούμε, έχω πείσει τον εαυτό μου ότι είμαι ουσιαστικά ένας άνθρωπος που αδιαφορεί για τα συναισθήματα των άλλων και δεν μπορεί να γίνει τίποτα γι’ αυτό, δε νιώθω απλώς ηττημένος, νιώθω ότι με το να αρνιούμαι την ικανότητά μου να αλλάζω σύμφωνα με την προσωπική μου βούληση έχω πάψει να ζω αληθινά. Ταυτόχρονα όμως θα ήταν γελοίο να μην αποδέχομαι ό,τι βρίσκεται πέρα από τον έλεγχό μου όσο είναι θέμα επιλογής μου το να είμαι ψηλός και γαλανομάτης άλλο τόσο είναι και το να είμαι νέος.
- Όσο για μένα, υποθέτω πως ο καλύτερος τρόπος για να αποτρέψω την πρόωρη απελπισία για τα επικείμενα βαθιά γηρατειά είναι να αφομοιώσω το μάθημα που πήρα από τους Στωικούς, ότι το να ανησυχώ  για τα βάσανα των βαθιών γηρατειών προτού φτάσω σε αυτά αποτελεί χάσιμο πολύτιμου χρόνου… θα προτιμούσα απλώς να προσπαθήσω να ανακαλύψω πώς μπορώ να περάσω αυτόν τον χρόνο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. 

η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλίο αφου συγκεντρώθηκε η ομάδα της Λέσχης και το συζήτησε: 
 
Ο Κλαιν, μεγάλος ων, μετανάστευσε στην Ύδρα για ν' απολαύσει τα γηρατειά του. Η ομάδα με αφορμή το βιβλίο διερωτήθηκε για το γήρας. Απολαμβάνουμε άραγε, όσο πρέπει το παρόν; Είμαστε συμφιλιωμένοι με την ηλικία που περνά; Είναι αλήθεια ότι η εποχή μας δεν ευνοεί τους υπερήλικες. Πόσο άραγε πρωταγωνιστούμε στην ίδια μας τη ζωή; Η θρησκευτική πίστη είναι απλώς βακτηρία ή ουσιαστική βοηθός στο πέρασμα του χρόνου; Η ανία και η θλίψη αφορούν κυρίως τη μεγάλη ηλικία; 
Η υπαρξιακή αγωνία και ο θάνατος, θέμα ανοιχτό και διαχρονικό, μας απασχολεί από γενέσεως κόσμου. Ο Κλάιν, διαβάζοντας με τον δικό του τρόπο τον Επίκουρο, προτείνει την ποιοτική ανθρώπινη επικοινωνία, το κοίταγμα της ζωής ως παιχνίδι, τη βίωση του χρόνου με αργούς ρυθμούς και την ενατένιση της φύσης ως πεμπτουσίας της ύπαρξης.
Η Ελλάδα, ένα τοπίο του φωτός, του φυσικού κάλλους και του ανθρώπινου συμπλησιασμού, θεωρείται από τον Κλάιν ιδανικός τόπος για ευτυχή γηρατειά.Πράγμα που επιβεβαιώνει έμπρακτα με το προσωπικό του παράδειγμα, διαμένοντας όσο περισσότερο μπορεί, στην Ελλάδα.

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

"Αναμνήσεις δι' αλληλογραφίας" της Έμμα Ρέγιες, εκδόσεις Ίκαρος

H επόμενη συνάντηση της Λέσχης θα είναι την Δευτέρα στις 5.2.2018, το πρωί, 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου. Το βιβλiο που θα αναλύσουμε είναι το  "Αναμνήσεις δι' Αλληλογραφίας" της  Έμμα Ρέγιες, εκδόσεις Ίκαρος.






Ακολουθεί η εισήγηση της Ευγενίας Μακαριάδη για το εν λόγω βιβλίο :
Το διάβασα μέσα σ’ ένα απόγευμα. Καθώς το διάβαζα, είχα την εικόνα του εαυτού μου μαθήτρια στο δημοτικό να διαβάζει με μανία ιστορίες του Ντίκενς, στα κλασικά εικονογραφημένα. Με βλέπω να πνίγομαι στο κλάμα και στην αγανάκτηση με τον Όλιβερ Τουίστ, με τον Πιπ στις Μεγάλες προσδοκίες και με τη δίψα που είχα, να ρουφώ (αυτή η λέξη στην κυριολεξία μου πηγαίνει) μέχρι τέλους  τα έργα.
Η αυτοβιογραφία των παιδικών χρόνων της Έμμα Ρέγιες, σε γεμίζει αγανάκτηση, συγκίνηση και προπάντων αισιοδοξία.
Αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον μου είναι πώς κατορθώνει ένα παιδί που ποτέ δεν είδε, δεν έζησε και δεν ξέρει τι θα πει κόσμος, αφού είναι κλεισμένο σ’ ένα μοναστήρι-φυλακή, να απελευθερωθεί και να εξελιχθεί σε σπουδαία καλλιτέχνιδα και άνθρωπο με ανώτερη σκέψη. Η ρήση του Καζαντζάκη «Σε κάθε είδους σκλαβιά απαντάμε με ελευθερία», ήταν, ως φαίνεται, γραμμένη στο γενετικό της κύτταρο.


            Ας δούμε την ιστορία της πεντάχρονης ΄Εμμα.  Ζούσε με την λίγο μεγαλύτερη αδελφή της, ένα μικρό αγόρι και μια πολύ νέα κυρία, τη Μαρία. Τα μαύρα μαλλιά της κυρίας Μαρίας την κάλυπταν ολόκληρη, κι όταν τ’ άφηνε ελεύθερα ήταν σαν ένας θάμνος που την αγρίευε και η Έμμα κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι τρομαγμένη. Το πολύ μικρό σπίτι τους, είχε ένα μόνο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και μια πόρτα που έβγαζε στο δρόμο. Δεν είχε ηλεκτρικό ούτε τουαλέτα. Άδειαζε καθημερινά σε ένα σκουπιδότοπο το ουροδοχείο τους και το σκούπιζε με παλιόχαρτα. Εκεί παίζανε με τα παιδιά της γειτονιάς. Μέσα στον σκουπιδότοπο περνούσε η ζωή τους. Μια μέρα πήρε το μικρό αγόρι κι έφυγε η κυρία Μαρία, αφού κλείδωσε τα κοριτσάκια στη μικρή κάμαρα για μέρες, βρόμικα, πεινασμένα, να κλαίνε και να περπατούν στα αποπατήματά τους. Από τα κακά στα χειρότερα όταν την έκλεισαν με την αδελφή της σε μοναστήρι, σχεδόν για δεκαπέντε χρόνια. Να εργάζεται σκληρά, κάθε μέρα, όχι σαν εργάτης, αλλά σαν δούλος, για ένα πιάτο χυλό. Παιδιά θύματα θρησκευτικών μηχανορραφιών, εργασιακής εκμετάλλευσης, εξουσίας και απανθρωπιάς  από την ιεραρχία των καλογριών του μοναστηριού της Παναγίας της Βοήθειας.

Μέχρι που το σκάει. Έτσι απλά το σκάει. Είναι περίπου δέκα οχτώ χρονών, ξέρει λίγα γράμματα, καλό κέντημα, έχει άδειες τσέπες και προχωράει. Θέλει να γνωρίσει τον κόσμο, τις φωνές των ανθρώπων, τα γράμματα, τα λουλούδια, τα χρώματα, όλα αυτά που σαν όνειρο επαναλαμβανόμενο την σπρώχνουν στην ελευθερία και η ελευθερία αφήνει να ξεχυθούν τα φυσικά της χαρίσματα στα μάτια του παγκόσμιου θαυμασμού της ζωγραφικής και πεζογραφίας.
---------……………….-----------


Δεν υπήρχε μέρα που να μην ήταν το δοχείο γεμάτο ως επάνω και οι μυρωδιές που έβγαιναν απ’ αυτό το δοχείο ήταν τόσο εμετικές που πολλές φορές εγώ ξερνούσα από πάνω….. Η μεταφορά του ξέχειλου δοχείου από το σπίτι στο σκουπιδότοπο ήταν η πιο πικρή στιγμή της ημέρας. Έπρεπε να περπατήσω χωρίς να παίρνω ανάσα σχεδόν με το βλέμμα καρφωμένο  στα κακά, ακολουθώντας το ρυθμό της κίνησής τους, κυριευμένη απ’ τον τρόμο μη μου χυθούν πριν φτάσω, πράγμα που σήμαινε φοβερή  τιμωρία.
Φοβόμασταν ότι θα μας εγκατέλειπαν γιατί είχαμε πέσει σε αμαρτία. Τι είναι η αμαρτία; Και ο διάβολος που παίρνει τα αμαρτωλά κορίτσια, ποιος να είναι αυτό ο διάβολος;
Να κάνουμε πιπί ήταν ένα tour de force. Όταν μας άνοιγαν τις πόρτες των κοιτώνων , βγαίναμε σαν αληθινές φοράδες, ολοταχώς για να φτάσουμε πρώτες στις μοναδικές πέντε τουαλέτες που υπήρχαν…. Ήταν σχεδόν κωμικό να βλέπεις ν’ αναπηδούν στο ένα πόδι , να κάνουν κουτσό, όπως λέγαμε για να συγκρατήσουν την ανάγκη τους … ασφαλώς εγώ δεν μπορούσα να περιμένω και κατέληγα να κάνω πιπί στο πάτωμα. Μ’ έλεγαν βρομιάρα, γουρούνα, πρωτόγονη Ινδιάνα.
 Ο ιερέας στεκόταν όρθιος… ξαφνικά ένιωσα το χέρι του ν’ αγκαλιάζει τη μέση μου και με το άλλο να σπρώχνει το κεφάλι πίσω και να μου δίνει ένα φιλί στο στόμα κι ύστερα κατέβασε τα χέρια του και μου ζούληξε τα στήθη…. Δεν ξέρω πως σκέφτηκα  να τραβήξω με το ένα μου πόδι το πόδι του τραπεζιού κι έριξα όλο το πρωινό στο πάτωμα. Ο θόρυβος που έκανε ο δίσκος, ήταν τόσο  δυνατός που τρόμαξε ακόμη κι ο ιερέας κι αφάγωτος έφυγε τρέχοντας αλλά πριν φύγει μου έδωσε μια σπρωξιά τόσο δυνατή που πήγα κι έσκασα με το κεφάλι πάνω στον Σαν Κριστόμπαλ.
Όταν έκλεισα πίσω μου τη χοντρή, βαριά πόρτα, ανάσανα έναν αέρα που δεν μύριζε μοναστήρι κι ο κρύος άνεμος μου έδωσε την εντύπωση πως είχε βγει πίσω από την πόρτα για να με τρομάξει, αλλά τώρα πια ήταν αργά για όλα. Ο δρόμος ήταν μακρύς κι ανηφορικός. Στο βάθος είδα ένα κομματάκι του καμπαναριού μιας εκκλησίας. Πριν ξεκινήσω για τον κόσμο, κατάλαβα πως είχε περάσει πια πολύς καιρός από τότε που ήμουνα κοριτσάκι. Στο δρόμο δεν υπήρχε  κανένας, μόνο δυο κοκαλιάρικα σκυλιά που μύριζαν το ένα τον κώλο του άλλου.

Η Αρετή Καράμπελα έγραψε μετά την συνάντησή μας για το εν λόγω βιβλίο:
Οι "αναμνήσεις δι' αλληλογραφίας" της Έμα Ρέγιες ενθουσίασε την ομάδα. Μέσα από την φτώχεια και την κακοπέραση της παιδικής ηλικίας, το βιβλίο καταφάσκει στη ζωή. Με τρόπο καθαρά εικαστικό και γραφή εικονοποιητική, η Ρέγιες ανασύρει με ενάργεια και απροσχημάτιστα, χωρίς ίχνος καταγγελίας ή τραύματος τη δύσκολη παιδική και εφηβική της ηλικία, στις τρώγλες της Λατινικής Αμερικής και στο μοναστήρι καλογραιών που διέμεινε για δεκαπέντε χρόνια. Η αήθης παιδικότητα ως συστατικό της ύπαρξης,συνόδευσε τη Ρέγιες σ' όλη την υπόλοιπη ζωή της, στοιχειώνοντας και τα ζωγραφικά της έργα, μιας κι εξελίχτηκε σε σπουδαία ζωγράφο της εποχής, χωρίς να ξαναγράψει κανένα άλλο βιβλίο.