Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

H επόμενη συνάντηση της Λέσχης είναι την Τετάρτη στις 8 Φεβρουαρίου.Το βιβλiο που θα διαβάσουμε είναι το "Νοέμβριος" του Σκαμπαρδώνη Γιώργου, εκδόσεις Πατάκη, στις 4μμ στην Βιβλιοθήκη Διονύσου.

 Η Ευγενία Μακαριάδη εγραψε για το βιβλιο αυτό:
Αγαπημένος συγγραφέας, παραδοσιακός και μοντέρνος, μαγικός και πραγματικός, συγκινητικός όσο και σαρκαστικός, ποιητικός, νοσταλγικός τόσο που σε παρασύρει και ζεις και αγαπάς, τους ήρωές του, τους  γενέθλιους τόπους τους, τα πράγματα, τα ζώα, που μπορεί , ως πορευτικός, να έζησε, να αγάπησε, ή να μελέτησε άλλους που έζησαν, άφησαν ανεξίτηλα ίχνη και ο συγγραφέας μας παρακινεί να τα’ ακολουθήσουμε με την υπέροχη αφηγηματική, Σκαμπαρδωνική του γλώσσα. Σκέψεις μου για το βιβλίο του «Νοέμβριος», που διάβασα πριν από δυο χρόνια και το ξεφυλλίζω τώρα ώστε να το ερμηνεύσουμε αύριο με την ομάδα βιβλιόφιλων Διονύσου.
Τριάντα τρία διηγήματα μικρής φόρμας, ως η επονομασία των μικρών διηγημάτων, που όπως φωνάζει το βιβλίο αρέσει πολύ στον συγγραφέα.
Για τον τίτλο του βιβλίου ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης δηλώνει:
 «Από άποψη ηλικίας είμαι λίγο πριν τον Δεκέμβριο. Αλλά «Νοέμβριος» είναι και μια αίσθηση, τωρινά και παλαιά ρίγη, αναστοχασμός, εγκλεισμός, καταβύθιση. Η ψυχή μου είχε γίνει κουβάρι κι ήθελα να λυτρωθώ. Να μιλήσω τραυλά, αποσπασματικά, σταυρωτά, για τους μεγάλους δασκάλους, τον Μανουήλ Πανσέληνο, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Τάκη Κανελλόπουλο και άλλους. Για εκείνους που μ’ έμαθαν γράμματα στο δημοτικό. Για τους χριστιανούς και τους εβραίους, για τα επιφανή καταστήματα της μνήμης, όπως το βιβλιοπωλείο Μόλχο και το Ντορέ. Για τα μυθικά φαρμακεία της Θεσσαλονίκης. Για τη γυναίκα και το αίνιγμά της. Να υμνήσω δουλοπρεπώς τα σκυλιά, τους σκαντζόχοιρους, τα τρυγόνια κι άλλα ζώα που σέβομαι. Να μιλήσω, μεθυσμένος, για τους φίλους και τους συγγενείς».
Αυτόλυκος:  χαρακτήρας η φύση, το ζώο, ο άνθρωπος, η ελευθερία  άλλά και ο απειλητικός τρόμος της μοναξιάς.
«Τα λυκόσκυλα, φύτρα του και δωσίλογοi, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι. Το ‘χει  δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσοπάνη».
Θαμπό φανάρι: Αηδόνια, γουρούνια, άνθρωπος ο εκτελεστής των γουρουνιών. Απάνθρωπη η εκτέλεση, ο τρόμος του θανάτου ίσως αν τα γουρούνια είχαν φτερά να ‘χαν ξεφύγει όπως τα αηδόνια, που πετούν τραγουδώντας. 
«Τα ζώα σκλήριζαν, γρύλιζαν, χτυπιόντουσαν, άφριζαν, έκλαιγαν, παγιδευμένα στη μοίρα τους…..  μαζί με τα μουγκρητά των γουρουνιών ακούγονταν να τραγουδούν ευτυχισμένα αηδόνια, πολλά αηδόνια, συνέχεια, ακατάπαυτα».
Το ελάχιστο: «Διάβαζα ένα τεράστιο μυθιστόρημα που δεν διαβάζεται. Κουράστηκα. Μπάφιασα. Πόθησα την απόλαυση του συμπυκνωμένου ελάχιστου –θυμήθηκα τον παππού μου τον Θόδωρο, που στην Αρετσού της Πόλης, κάποτε, επί ώρες έπινε μιαν ολόκληρη νταμιτζάνα ούζο χωρίς ψωμί, χωρίς μεζέ, χωρίς τίποτε, παρά γλείφοντας μόνο το κεφάλι ενός παστωμένου τσίρου»
Στη σκάλα του Μόχλο:  Νοσταλγία για αγαπημένους και άξιους, θύμησες για Ναζί και καταδότες…
 Το βιβλιοπωλείο του Μόχλο, δυο χρόνια κλειστό και γκρίζο, το παλιό βιβλιοπωλείο, των εκατόν είκοσι πέντε χρόνων, όπου αποφεύγει ο αφηγητής μας να περνάει απ’ εκεί γιατί καίγεται η καρδιά του. Το βιβλιοπωλείο του Μόχλο με το θρυλικό πατάρι. Και ξάφνου να ‘το φωτισμένο, κόσμος πολύς. Τα ράφια γεμάτα βιβλία. Στην υποδοχή ο κατοχικός ραβίνος Κόρετζ, μέσα γνωστοί Θεσσαλονικείς Εβραίοι, άλλοι κοκαλιασμένοι, άλλοι ημιθανείς, ντυμένοι με τις ριγέ στολές στρατοπέδων. Να και ο μηχανικός  Σαμ Προφέτα του κιν/φου Ολύμπια, ο συγγραφέας Nehama, οι αδελφοί Κοέν …. Μερικά πρόσωπα χαρούμενα, άλλα αποτρόπαια…. Η σαπισμένη σκάλα γκρεμίζεται, ο κόσμος καταρρέει μαζί της…. Σηκώνεται σκόνη απ’ το δάπεδο, αρχαία σκόνη, γκρίζα.
Στο ΑΤΜ που δίνει ποιήματα: το μηχάνημα που περιέχει ένα εκατομμύριο ποιήματα, γνωστών και αγνώστων ποιητών. Πατάει ο αφηγητής μας στα πλήκτρα ΑΓΝΩΣΤΟΥ, βγάζει  η μηχανή, τυπωμένο σε χαρτί,  ποίημα, είκοσι στροφών του άγνωστου ποιητή με τίτλο:
 Ία MADRE PERLA.
Αφιερωμένο στην Ία την αγαπημένη του ποιητή, του κάθε ερωτευμένου ποιητή θα πρόσθετα.
Επιλέγω  τρεις στροφές:
 Γυαλιστερό κοχύλι της Ερυθράς Θαλάσσης / MADRE PERLA-Μαργαριτομήτωρ
Είσαι ζεστή σαν την κοιλιά μικρής δικαοχτούρας/
Θηλαρχή έφηβης/
κι άνθος αραβοσίτου
Κανείς δεν φτιάχνει σαν κι εσένα /
τις  τηγανητές πατάτες – με γνή σιο ελαιόλαδο
Ο κύριος Cricket ίπταται:  Ορατή η αγάπη του συγγραφέα για τα ζώα και σ’ αυτό το διήγημα για το έντομο το τριζόνι, τον βάζει σε κλουβί ευρύχωρο, τον έχει σαν ραδιόφωνο μόνο που τραγουδάει συνέχεια το ίδιο μοτίβο, ένας δυνατός θόρυβος το σταματάει, μα ξαναρχίζει το ίδιο και το ίδιο, σταματάει απότομα με τη ροκ μουσική και τους “Crickets”  και ξαναρχίζει το τραγούδι με μελωδίες ή όπερες και ιδιαίτερα με την όπερα «Ξέρξης» του Χέντελ. Ναι στο τέλος ο καλός μας αφηγητής αφήνει τον κύριο Cricket σ’ ένα κλαδί δαμασκηνιάς. Το τριζόνι απογειώνεται και
«ύστερα από τρεις μήνες αιχμαλωσία και σχεδόν ακινησία, πρώτα έρχεται η πτήση, η ελευθερία, και μετά το τραγούδι και οι γυναίκες. Πετάει συνέχεια».
Ο  καστανάς της Β’ Δημοτικού:  Ο αφηγητής μας λέει ότι βλέπει τον καστανά, ίδιος ως της εικόνας του αναγνωστικού της Β’ Δημοτικού, ζωγραφισμένη από τον Γιώργο Μανουσάκη. Αγοράζει παραξενεμένος κάστανα και ενώ τα τρώει ξεφυσώντας βλέπει να έρχεται ο διευθυντής του δημοτικού σχολείου, ο κ. Παπαστρατηγόπουλος, βλοσυρός με τον χάρακα στα χέρια, και του φωνάζει: -Σκαμπαρδώνη, πως λέμε τα κάστανα στα αρχαία;-  «Άρχισαν να τρέμουν τα πόδια μου. Βουβάθηκα. Ξεροκατάπια. Με κοιτάζει επιτιμητικά και συνεχίζει: «Διός κάρυα. Πενήντα χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν το ‘μαθες;»
                   ……
Ο Κυρ Μανουήλ Πανσέληνος δεσπόζει:             
Συνεχίζει ο Γιώργος Σκαμαρδώνης με τον γέροντα του Αγ. Όρους που τους ξεναγεί σε έναν υπόγειο ναΐσκο όπου βρίσκεται η ωραιότατη εικόνα του Χριστού-Παντοκράτορος και τους λέει .  «Είναι έργο του κυρ Μανουήλ Πανσέληνου»……………. Δεκαεφτά  χρόνια φυλάω αυτήν την υπόγεια εκκλησιά……  και θαυμάζω τον Παντοκράτορα στον τρούλο. Σκέφτομαι πως αμαρτάνω: πως, πιο πολύ κι από τον ίδιο τον Χριστό, αγαπώ πλέον τον κυρ Μανουήλ Πανσέληνο.
 Και συνεχίζει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης :
-Με έναν μοναχικό λατερνατζή που εγκλωβισμένος στο ασανσέρ, γλυκαίνει καρδιές με τα τραγούδια της λατέρνας του.
-Με τις νευρώσεις του πατέρα του Δημήτρη Μόσιαλου, που έχει ψύχωση με την τάξη και βασάνιζε όλους στην οικογένεια.
-Το χαλάζι που πέφτει ρουκετηδόν καταπάνω στον μοτοσικλετιστή σαν κατάλευκα διαμαντικά…. Μέχρι που βγάζει το μπουφάν για να τον βρει το χαλάζι κατάσαρκα και θυμάται κάτι που έγραψε ο Θανάσης Τζούλης: «Είμαι ένας καντηλανάφτης που γδύνεται μες στο  ποίημα».
-Η εικόνα του Αγ. Γιώργη με φουστανέλα.
-Το κέικ του θείου σε σχήμα  σκαντζόχοιρου.
-Ο βιοτέχνης των κοκάλων παπουτσιών.
-Ο Γιάννη, Ψύλλος το παρατσούκλι του, που είχε μανία με τα γυναικεία στήθη. Και τι είδε κάτω από το σουτιέν της εκρηκτικής, για τους διάσημους μαστούς της, τραγουδίστριας.
- Οι νυχτερίδες που ανεβοκατέβαιναν στον αέρα διαγράφοντας νευρικές τεθλασμένες πορείες..
-το πανέμορφο φαρμακείο του Λαοκόωντα Σαπουτζή, το βάμμα ηλιοτροπίου, η σόδα, η μεταμόρφωση σ’ ένα κρυστάλλινο, πρωσικό μπλε βαθύ ουλτραμαρίνο.
-Άρης – Πάοκ, με γερμανό διαιτητή και τι κρύβεται κάτω από το γήπεδο..
-Το παιδί που βγάζει βόλτα ένα σκύλο με λαιμαριά σκύλου, χωρίς σκύλο.
-τα αυγά σουπιάς και η δολοφονία του αμερικάνου Τζωρτζ Πολκ.
-Ένας γύφτος κλαριντζής.
-Η μακεδονική στολή του τσολιά, του παππού του Στέργιου Τσιούμα.
-ώσπερ πελεκάν, ο θρηνικός ύμνος.
-ο σκηνοθέτης Τάκης Κανελλόπουλος στο «Ντορέ»
-Ο γέρος που ταϊζει μυρμήγκια.
-Το ιαματικό νερό της Ν.Απολλωνίας.
-Ο συνταξιούχος και τα ποτηράκια από ασημόχαρτο στο ταβάνι.
-Ο Σπύρος ο κορνιζάς και η αιτία για την αγάπη του σε μια αφίσσα.
-Ο Σμυρναίος διακοσμητής όπλων και ο Τούρκος τσαούσης.
-στην καταπράσινη πλαγιά τα φωτοβολταϊκά πάνελ.
-το φαρμακείο Πεντζίκη και το Αλγκόν.
-Οι μεθυσμένοι και τα στεφάνια του Ηρώου των Πεσόντων.
-Ο παπάς που ψαρεύει παρέα με τα δελφίνια.
Ένα βιβλίο εκατόν πενήντα περίπου σελίδων που αξίζει να διαβαστεί.

H Aρετή Καράμπελα έγραψε τα παρακάτω μετά την συνάντηση της ομαδας για το εν λόγω βιβλιο:
Η ομάδα ενθουσιάστηκε με το "Νοέμβριο" του Σκαμπαρδώνη. Εντόπισε τη σημασία του ελάχιστου, την τραγικότητα της απόλυτης ελευθερίας, τη βαρύτητα της μνήμης. Χαρακτήρισε τα διηγήματα κείμενα θερμά, σχεδόν επικά με άξονα την ιστορία, τη φύση, τον άνθρωπο, τον θεό. Εντύπωση έκανε η γλωσσοκεντρική συνειρμική γραφή του, φυσική συνέχεια της Σχολής της Θεσσαλονίκης.Η υβριδική του γλώσσα, βγαλμένη από τη μήτρα των δημοτικών τραγουδιών, των Γραφών και των κλασικών Ελλήνων.