Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

"Μια χαρά" του Χρίστου Κυθρεώτη, εκδόσεις Πατάκη

Συνάντηση της Λέσχης θα είναι την Δευτέρα στις 16.4.2018, το πρωί, 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου. Το βιβλiο που θα αναλύσουμε είναι το  "Μια χαρά "  του Χρίστου Κυθρεώτη (Διηγήματα), εκδόσεις Πατάκη.



Η Ευγενία Μακαριάδη έκανε της εξής εισήγηση:

Έξι διηγήματα, με τον τίτλο «Μια χαρά». Μια χαρά με τόση αλήθεια, όσο όταν την λέμε πικρή.  «Το ψέμα είναι συχνά η έκφραση της αγωνίας ότι θα μπορούσε κανείς να συνθλιβεί από την αλήθεια» ( λέει ο Κάφκα) .  Η αλήθεια και των έξι διηγημάτων κάτω από το πικρόγελο βλέμμα του συγγραφέα. Αφήγηση διαφορετικής θερμοκρασίας φωνής και ύφους. Γραφή ώριμου συγγραφέα, αν και  είναι το πρώτο βιβλίο του Κυθρεώτη. Ψυχογραφεί μέσα από την κάθε ιστορία του, τον χουλιγκανισμό, την οικογένεια, το φόβο της μοναξιάς, το sex, τον φόβο της δέσμευσης, την λύτρωση από δεσμεύσεις επαγγελματικές και ερωτικές, τα ολέθρια λάθη των γονιών έναντι παιδιών με περιορισμένη νοημοσύνη. Εν ολίγοις θέματα καθημερινά, θέματα που μας απασχολούν και τίθενται επί τάπητος.

Το μυστικό του  χούλιγκαν Μιχάλη, θανάσιμο για ‘κείνον από τους συντρόφους του. Η μανία των οπαδών-χουλιγκάνων, των ποδοσφαιρικών ομάδων. Η γλώσσα και τα μέσα που χρησιμοποιούν. Οι αντιμαχόμενοι μέχρι θανάτου. Η κιμωλία, η σκόνη της κιμωλίας η μόνη θύμηση της πατρίδας. Και τέλος ο θάνατος. Ο θάνατος του Μιχάλη από χέρι χούλιγκαν, σαν το δικό του, σαν το χέρι των δικών του, σαν το χέρι των  εχθρών του.
**Τέλος πάντων η ουσία είναι ότι στην τελετή πήγα μόνος μου. Δεν  πά’ να γινόταν της πουτάνας. Εγώ ήμουνα μόνος μου. Με τον Μιχάλη. Σε ίση απόσταση απ’ τους δικούς του κι απ’ τους μαλάκες του κλαμπ. Εκεί που θα καθόταν κι ο ίδιος δηλαδή, αν ζούσε. Κι όταν κατέβηκε το φέρετρο και ούρλιαζε η μάνα του Μιχάλη και πετάγαν οι μαλάκες τα κασκόλ και οι διάφοροι άσχετοι λουλούδια, εγώ το μόνο που τράβηξα απ’ την τσέπη μου για να ρίξω μέσα ήταν η κιμωλία. Την κράτησα για λίγο και την έσφιγγα με τόση δύναμη, που όταν την έβγαλα απ’ το νάιλον είχε γίνει σκόνη. Δεν πειράζει. Πέταξα τη σκόνη…»

Πόσο ρόλο παίζει η ασχήμια ενός έξυπνου αγοριού και  ο κρυφός έρωτάς του για την ωραία συμφοιτήτριά του; Τι μπορεί να κάνει στο πρώτο ραντεβού, ο  βαθιά ερωτευμένος ήρωάς μας, για να της αρέσει; Ίσως μια κίνηση απροσεξίας που μόλις σκέφτηκε για την προστασία της ασχήμιας του.
**«Το έχω μάθει πολύ καλά αυτό, περνώντας τη μισή μου εφηβεία μπροστά σε καθρέφτες, παρατηρώντας το πρόσωπό μου και προσπαθώντας να επιβάλω μια κάποια πειθαρχία στα ακανόνιστα εξογκώματα και στις στραβές του γραμμές. Τι εννοεί δηλαδή όταν λέει ότι τα περιγράμματα γίνονται πιο σκληρά. Λες και δεν είναι ήδη αρκετά σκληρά. Οι γωνίες βγαίνουν προς τα έξω; Η μύτη μου, δηλαδή που είναι ήδη μεγάλη σαν το τακούνι της, και το πιγούνι μου και τα αυτιά μου- μα πόσο έξω μπορεί να βγει μια γωνία;…..»

Τι ζητάει ένα κορίτσι από του χωρισμένους γονείς;  Τι μπορεί να συλλάβει ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι, μειωμένης αντίληψης,  με νευρικές κρίσεις  εξ αιτίας όλων αυτών που υποκρίνονται οι γονείς; Μπορεί άραγε με ένα δώρο, ένα κόκκινο φουστάνι στη μάνα, να την δεχτεί την πρωτοχρονιά στο σπίτι της; Γιατί άραγε δεν την δέχεται η μάνα τι προφασίζεται στο απονήρευτο παιδί της;
**¨ Ήθελε να πάει στο ΙΕΚ και να κάνει φασαρία οπότε κι εγώ σκέφτηκα πως αν του έλεγα πως το λυκάκι είναι παντρεμένο, ίσως και να μην πήγαινε για να μην καταστρέψει μια οικογένεια. Μόλις όμως το έμαθε κι αυτό, ο πατέρας μου λίγο έλειψε να πάθει εγκεφαλικό. Είπε  πως θα έπαιρνε τηλέφωνο τη μητέρα μου για να αποφασίσουν μαζί τι θα έκαναν. Άρχισα να τον παρακαλάω να μην το κάνει, παρόλο που δεν μπορούσα να του πω  ακριβώς το λόγο που δεν ήθελα να μάθει τίποτα η μητέρα μου…… όμως ο πατέρας μου τηλεφώνησε. Τα είπε όλα στη μητέρα μου και μετά απ’ αυτό εγώ έπαθε πάλι νευρική κρίση».

Μπορεί, άραγε, ένας τριαντάρης  να παρατήσει τόσο εύκολα την πετυχημένη δουλειά του, να διαλύσει τον επικείμενο γάμο του, να εναντιωθεί στο κοινωνικοοικονομικό και θρησκευτικό σύστημα,  περίκλειστος στον εαυτό του και να εκτονώνεται μόνος σεξουαλικά; 
** Σε ένα ταξίδι μου στη Γερμανία επισκέφτηκα ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου μια επιζώσα του ολοκαυτώματος έδινε ομιλία. Ήταν δεκαπέντε χρονών όταν τελείωσε ο πόλεμος και, όπως μας είπε, είχε ζήσε έκτοτε μια βαρετή ζωή. Όταν όμως κάποιος απ’ το κοινό τη ρώτησε αν της είχε ποτέ να νοσταλγήσει εκείνη την εποχή, μας κοίταξε όλους λες και ήμασταν από άλλον πλανήτη. Είπε πως κάποτε είχε διαβάσει μια φράση που της έκανε τόση εντύπωση ώστε είχε ζητήσει να τη χαράξουν στον τάφο της. Την αποτελούσαν δυο φαινομενικά αντιφατικές προτάσεις, που όμως ίσχυαν ταυτόχρονα. Οι προτάσεις  ήταν οι εξής. –είναι θλιβερό όταν δεν συμβαίνει τίποτα. / Το τίποτα είναι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί».

Πώς μια χειραφετημένη ελεύθερη γυναίκα, ασυμβίβαστη με την κοινή ζωή του γάμου, της οικογένειας, της δέσμευσης, των μικροαστικών συνηθειών αλλάζει κατά την κλιμακτήριό της; Και στο τέλος θέλει οπωσδήποτε να μείνει μέσα σε μια μέτρια ερωτική σχέση; Γιατί μόλις αντιλαμβάνεται ότι την έχει πλησιάσει επικίνδυνα ο πανδαμάτωρ χρόνος, η μοναχικότητα, η φθορά του σώματός της και το χειρότερο η αλλαγή της προσωπικότητάς της.
**Να περιμένω κάποιον, ενώ το ξέρω πως δεν θα ‘ρθει κανείς. Να περιμένω ξαπλωμένη. Να μετράω το χρόνο. Με ένα σύστημα που δεν μπορεί να τον μετρήσει. Μπορεί μόνο να τον ανακατέψει και να τον ξαναμοιράσει σαν τράπουλα. Μπορεί μόνο να μου φέρει εικόνες μέσα στις οποίες βλέπω τον εαυτό όλο και μεγαλύτερο. Με όλο και μεγαλύτερο μίσος.» 
H Αρετή Καράμπελα έγραψε μετά την συνάντηση για το εν λόγω βιβλίο:
Η ομάδα ενθουσιάστηκε με τα διηγήματα του Κυθρεώτη. Χαρακτήρες οριακοί, δουλεμένοι μέχρι το μεδούλι. Ο συγγραφέας εισχωρεί στον ψυχισμό τους, ποιεί ήθος κυρίως με τη γλώσσα, μιας και το ύφος σε κάθε διήγημα διαφέρει. Η αληθοφάνεια της ιστορίας και των πρωταγωνιστών, επιτρέπει στον αναγνώστη την ταύτιση μαζί τους. Ο πόνος, η έλλειψη, η απώλεια, η απουσία, συνθέτουν ζωές εν ανεπαρκεία. Ζωές παρ' ολίγον μεγαλειώδεις, συναρπαστικές, παρ' όλ' αυτά ενδιαφέρουσες όσο και τα υποκείμενα τους.