Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

«Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες της Ευγενίας Μακαριάδη, εκδόσεις Βακχικόν

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί στις 12 Δεκεμβρίου στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Διονύσου στις 18.00 όπου θα αναλύσουμε το βιβλιο Ευγενίας Μακαριάδη "Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες" απο τις εκδοσεις Βακχικόν.


το βιβλίο της Ευγενίας Μακαριάδη άρεσε σε όλα τα μελη της ομάδας μας. Πολλά μέλη διετύπωσαν την γνώμη οτι τα διηγήματά της έχουν συναίσθημα και ευαίσθητα θέματα και θα μπορουσαν να αποτελέσουν τίτλους μυθιστορημάτων. 

Η συντονίστρια της λέσχης Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλιο αυτό:
Νόσος δερματική, ο ψευδάνθρακας, ως τίτλος συλλογής διηγημάτων, προδίδει ευθύς εξαρχής τη σωματικότητα που τη χαρακτηρίζει. Στα εικοσιοχτώ μικρής έκτασης διηγήματα της Ευγενίας Μακαριάδη, αποτυπώνεται το παιχνίδι με το χρόνο μέσω της μνήμης. Το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν με απτά τεκμήρια. Ο θάνατος γίνεται κουκούλα μελλοθάνατου, μπουκιά που πνίγει την ανάλγητη μάνα, σακατεμένο πόδι θυγατέρας, κόκκινο λουλούδι στη μνήμη δολοφονημένου γιού. Το παρελθόν ρημάζει αλλά νοηματοδοτεί συγχρόνως το παρόν, αφήνοντας το πικρό του αποτύπωμα.
Σε όλες σχεδόν τις ιστορίες της συλλογής, ο έρωτας, συνήθως ακυρωμένος ή σκοτεινός ορίζεται κυρίως από την καταλυτική παρουσία ενός θηλυκού στη ζωή των ανδρών. Η γυναίκα ως μάνα, ως σύζυγος, ως ερωμένη, ως θάλασσα, ως πατρίδα, είναι παράγοντας ζωοποιός. Η απουσία ή η έλλειψή της παράγει περιοχές εξορίας και ανολοκλήρωτου. Η λειψή της αγάπη αχρηστεύει τα παιδιά της, η θέρμη της σκοτώνει τους εραστές, η κατάκρισή της δημιουργεί δολοφόνους.
Οι περισσότεροι όμως ήρωες της Μακαριάδη ενώ είναι ηττημένοι, διασώζονται. Και διασώζονται όχι μόνο μέσω της ανθρωπιάς τους αλλά και της παιδικής τους ηλικίας, έτσι όπως αυτή αναδύεται μέσα από τη μνήμη. Οι πρώτες ερωτικές ψαύσεις, η αμηχανία του ηδονοβλεψία, το ανεπούλωτο τραύμα της κακοποίησης, παρεισφρέουν στο παρόν διεγερτικά και κάνουν την ενήλικη ζωή, ενδιαφέρουσα.
Η Μακαριάδη προσέχει την κάθε λεπτομέρεια στα πρόσωπα των ηρώων της, τις αδιόρατες ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια, το χρώμα του δέρματος, τις στιγμιαίες παραμορφώσεις, τις πτυχές στα ρούχα, τις αυθόρμητες κινήσεις των άκρων, όπως και το κάθε περιβάλλον, φυσικό ή αστικό που περιγράφει.. Έτσι ο άνεμος δεν φυσά ποτέ τυχαία, ούτε τα κλαδιά που εισβάλουν από το παράθυρο ανήκουν σε οποιοδήποτε δέντρο.
Τί προτιμά αλήθεια η συγγραφέας; Τη νοσταλγική αποτύπωση συγκεκριμένης ιστορικής εποχής ή τη διαχρονία του ψυχικού βάθους των ηρώων της; Κατά έναν περίεργο τρόπο, ενώ η αφήγηση διαθέτει ιστορικότητα και κοινωνιολογικό πρόσημο, φαίνεται να ισορροπεί με τη δύναμη και το εύρος των χαρακτήρων της. Σ΄αυτό βοηθά η σαρκώδης πλην οικονομημένη γλώσσα της, ο βραχυπερίοδος λόγος, η έλλειψη του περιττού.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της συλλογής, ειδικά στα τελευταία διηγήματα, είναι η λοξή ματιά στην πραγματικότητα που συνομιλεί με το φανταστικό ή το παράδοξο. Μια προβολή του ασυνείδητου στο συνειδητό. Νεκρός τριγυρίζει στο νεκροταφείο φοβούμενος να ταφεί, νεράιδα ερωτεύεται θνητό και κακοπαθαίνει, απελπισμένος άντρας γδύνεται στη μέση του δρόμου και κινδυνεύει από το πλήθος. Το αλλόκοτο ή το πραγματικό θα κερδίσουν τη συγγραφέα; Μένει να το ανακαλύψουμε στο επόμενο βιβλίο της.

Η Αγνή Αγγελούδη έγραψε για το βιβλιο αυτο:  

Πεζά κείμενα μικρής έκτασης με γραφή ρεαλιστική και ίσως σε κάποιες σελίδες με βιωματικό περιεχόμενο. Γραφή που δεν ωραιοποιεί τις περιγραφές. Αφηγήσεις που περιστρέφονται γύρω από συγκεκριμένα κάθε φορά γεγονότα, δημιουργώντας ένα κλίμα εποχής, αλλά όχι και νοσταλγίας. Αστοί, υπάλληλοι, αγρότες, άνθρωποι «της διπλανής πόρτας», πρόσωπα της ζωής και της γραφής που ακολουθούν το πεπρωμένο χωρίς να έχουν τη δύναμη να παρέμβουν δραστικά σε αυτό. Μία θεατρική σκηνή που περιλαμβάνει ασύνδετα επεισόδια που χαράχτηκαν στη μνήμη των αφηγητών. Καθώς αφηγούνται, τα ξαναζούν. Τα χρόνια έχουν περάσει, αλλά τα πρόσωπα και το σκηνικό που συνοδεύει την κάθε ιστορία έχουν αποτυπωθεί μέσα τους με στατικό τρόπο, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Το παρόν μοιάζει να απουσιάζει από το αντιληπτικό πεδίο των αφηγητών, που ζουν «με το ένα πόδι» στο παρελθόν, προσκολλημένοι σε τραύματα που τους είχε επιφέρει και σε εικόνες σκληρές και αληθινές, που έχουν νικήσει τη λήθη. Οι πολλές μικρές ιστορίες που συγκροτούν το βιβλίο εικονίζουν μία κοινωνία που εκτός από τις φωτεινές πλευρές της έχει και τους σκοτεινούς δρόμους και τα κρυμμένα μυστικά της. Το φως με το σκοτάδι βαδίζουν χέρι χέρι και η ζωή προχωρά σε δύο διαφορετικά επίπεδα, μακρινά και κοντινά μεταξύ τους ταυτόχρονα, που θυμίζουν τις δύο όψεις ενός χαρτιού: στην επιφάνεια, όπου όλα είναι ήσυχα, και στην άλλη όψη, όπου τίποτα δεν είναι σταθερό και προβλέψιμο.