Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

"Πατρική κληρονομιά" του Φιλιπ Ροθ , Εκδόσεις Πόλις


Η επόμενη συνάντηση της Λέσχης μας θα γίνει την Τετάρτη 11 Ιανουαρίου στις 4.00 μ. μ. στην Βιβλιοθήκη Διονύσου.
Σας ευχομαστε ολόψυχα καλες γιορτές και καλή χρονιά


 Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλιο αυτό:
Ένα βιβλίο όπου η φωτογραφία στο εξώφυλλό του απεικονίζει τον 36εξάχρονο πατέρα Χέρμαν Ροθ, των εννιάχρονο γιο του Σάντι Ροθ, και τον τετράχρονο Φίλιπ Ροθ, συγγραφέα και αφηγητή της αληθινής αυτής ιστορίας-αυτοβιογραφίας. Χρονικό ιστορικών γεγονότων της οικογένειας και μνήμες που περιστρέφονται στη σκέψη σαν κινηματογραφική ταινία και την παρακολουθείς νοσταλγικά  με γέλιο, αγανάκτηση, δάκρυ,  ανείπωτα συναισθήματα πόνου για την απώλεια αγαπημένου προσώπου και μάλιστα γονιού.
Στο βιβλίο έχουμε το χρονικό βαριάς αρρώστιας και θανάτου του πατέρα ετών 86  γιατί όπως λέει ο συγγραφέας «ο αριθμός ογδόντα έξι επανερχόταν διαρκώς σαν πένθιμη καμπάνα…. Παραδεχόμουν πως καταλάβαινα πια ότι δεν μπορείς να έχεις πατέρα για πάντα».
Διαβάζοντας δεν κρίνεις τα έντονα συγκινησιακά συναισθήματα του συγγραφέα λογοτεχνικά, γιατί η πένα του δεν σ’ αφήνει παρά να τα νιώθεις δικά σου.
Άραγε τι μπορεί να κάνει, να δώσει να ανταποδώσει καλύτερα ένας γιος στον πατέρα, που τον ξέρει χρόνια γερό, όμορφο, ζωηρό, κεφάτο, εργατικό, ερωτικό, πεισματάρη, δοτικό στην οικογένεια, στους φίλους, όταν ο καρκίνος στον εγκέφαλο τον συρρικνώνει, τον μεταμορφώνει αλύπητα σε έναν αξιολύπητο γέροντα, έναν γέροντα που θυμίζει ελάχιστα τον εύρωστο άντρα που ήταν και τώρα μόνο  στις φωτογραφίες και στη μνήμη του παιδιού του θα υπάρχει και όπως μας λέει ο αφηγητής: .. «τον είδα καθισμένο σαν άδειο σακί στην άκρη του καναπέ».  
Ανταπόδοση λοιπόν, για τα λίγα χρόνια που του απομένουν, με στοργή, αφοσίωση κοντά του, κοντά του στα νοσοκομεία, στους γιατρούς, στους φίλους, στους περιπάτους, στήριγμα στο παραπάτημά του, παρηγοριά όταν έκλαψε που δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και αποπάτησε και βρόμισε με σκατά  τα ρούχα του και  ολόγυρα το μπάνιο. Δύναμη να τον ξεσκατίζεις, να τον πλένεις, και ο αφηγητής να επισημαίνει: «άπαξ και παρακάμψεις την αηδία και αγνοήσεις την αναγούλα και υπερπηδήσεις όλες εκείνες τις φοβίες που έχουν γιγαντωθεί σαν ταμπού, ανακαλύπτεις ένα ολόκληρο απόθεμα ζωής  που μπορείς να αγαπήσεις». Να βγάζει τη μασέλα του γιατί δεν μπορεί να στηριχτεί σωστά από το πεσμένο, από πάρεση, μισό του μούτρο, και ο αφηγητής να λέει: «παίρνοντας στο χέρι μου τη μασέλα του, έτσι όπως ήταν, με τα σάλια να στάζουν, και βάζοντάς τη στην τσέπη μου, είχα υπερπηδήσει, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, το χάσμα της σωματικής αποξένωσης που, πολύ φυσιολογικά, είχε δημιουργηθεί ανάμεσά μας από τότε που έπαψα να είμαι παιδί».
Και ο λόγος του πατέρα «Να μην ξεχνάς τίποτα» ως η καταληκτική πρόταση του βιβλίου συνάμα και οι ενοχές του συγγραφέα καθότι έγραφε το βιβλίο αυτό ενόσω ο πατέρας του άρρωστος και ετοιμοθάνατος, ας δούμε πως το εκφράζει ο ίδιος ο αφηγητής μετά που ονειρεύτηκε τον πεθαμένο πατέρα του: «..συνειδητοποίησα πως υπονοούσε αυτό εδώ το βιβλίο, το οποίο εγώ, σε απόλυτη εναρμόνιση με την απρέπεια του επαγγέλματός μου, έγραφα όσο εκείνος πέθαινε. Το όνειρό μου έλεγε πως, αν όχι στα βιβλία ή στη ζωή μου, πάντως σίγουρα στα όνειρά μου, θα έμενα για πάντα ο μικρός του γιος με τη συνείδηση του μικρού γιου, όπως ακριβώς κι εκείνος θα παρέμενε εκεί για πάντα όχι απλώς ως πατέρας μου αλλά ως πατέρας, κριτής σε ό,τι κι αν κάνω.
Να μην ξεχνάς τίποτα».

Σελ:106: .. η παρόρμηση να απεμπολήσω τα  κληρονομικά μου δικαιώματα και πώς  ήταν δυνατό αυτό το πράγμα να είχε καταπνίξει τόσο εύκολα τις προσδοκίες που με τόση καθυστέρηση ανακάλυπτα τώρα πως ‘δικαιούνταν’ να έχει ένα γιος; Αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που μου συνέβαινε κάτι τέτοιο: να αρνούμαι , δηλαδή, ένα επιτρέψω στη συμβατικότητα να υπαγορεύσει  τη συμπεριφορά μου, για να ανακαλύψω εν συνεχεία, κι αφού έχω ακολουθήσει τον δικό μου δρόμο, πως τα θεμελιώδη αισθήματά μου είναι καμιά φορά πιο συμβατικά από τις αντιλήψεις μου περί απαράβατων ηθικών επιταγών».

Σελ. 131: όχι πως δεν είχα καταλάβει ότι η σχέση μου μαζί του ήταν περίπλοκη και βαθιά - εκείνο που δεν ήξερα όμως ήταν πόσο βαθύ μπορεί να είναι το βάθος.

Σελ. 233: … όσο καιρό ήμουν στο νοσοκομείο… προσευχόμουν κατ’ ευθείαν σ’ αυτόν «μην πεθάνεις πριν ξαναβρώ τις δυνάμεις μου. Μην πεθάνεις πριν να είμαι στη θέση να τα κάνω όλα σωστά. Μην πεθάνεις όσο είμαι ανήμπορος».


 Η Αρετή Καράμπελα έγραψε τα εξής, μετά την συνάντηση της ομάδας, για το βιβλιο αυτό:
Η ομάδα διακινήθηκε από την "Πατρική κληρονομιά" του Φίλιπ Ροθ. Εστίασε στη σχέση πατέρα γιού, γεννήτορος και τέκνου, αποτιμώντας την ως μια από τις ισχυρότερες του βίου.Στο αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο του συγγραφέα, αναιρείται κατά κράτος ο κοινωνικός ρατσισμός για την τρίτη ηλικία και αίρονται οι ανταγωνισμοί και οι επιφυλάξεις των γενεών μεταξύ τους. Ο αντιλυρισμός στη γλώσσα και το ύφος του Ροθ, παράγει  ποιότητες υψηλών συναισθημάτων, μέσα από την καθημερινότητα του γήρατος και της ασθένειας. Το φάσμα του θανάτου, ξεδιπλώνει με αριστοτεχνικό τρόπο την αξία μιας ολόκληρης ζωής που προηγήθηκε. Χωρίς ίχνος οίκτου, με αποστάγματα φιλοσοφικου στοχασμού, δηλώνεται το σύμπαν της σχέσης γονέα τέκνου, αρθρωμένο σε σκηνές εναργούς ζωής που έκανε τον κύκλο της και γενναία περατώνεται. Ο Ροθ με τη μέγιστη δυνατή ειλικρίνεια, επιβεβαιώνει τον κανόνα του αξιότερου γιου που έχει γεννηθεί από άξιο πατέρα.