Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Το Χαστουκόδεντρο του Άρη Μαραγκόπουλου



Η Ομάδα Ανάγνωσης Διονύσου θα συναντηθεί στις 14/01/2014  ημέρα Τρίτη προκειμένου να συζητήσουμε το βιβλίο με τίτλο "Το Χαστουκόδεντρο" του συγγραφέα Αρη Μαραγκόπουλου, εκδ. Τόπος. Καλές Γιορτές!!


 Kείμενο της Ευγενίας Μακαριάδη
Αυτό το βιβλίο δεν διαβάζεται απλά, αλλά απαιτεί  μελέτη  μια και αναφέρεται σε γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας. Είναι σα να παρακολουθείς κινηματογραφική ταινία με πολέμους, με νικητές, με ηττημένους, με ραδιούργους, με φρικιαστικούς βασανιστές,  με αιμοβόρους φονιάδες, με ποταπούς άρχοντες και τα τσιράκια τους, οι δούλοι τους.  Πρωταγωνιστεί ο αιώνιος έρωτας και υπερίπταται  πάνω από την αιμάτινη πολεμική κάπνα και σαπίλα ολιγαρχικών καθεστώτων είναι η αγάπη μιας λαίδης από την Ουαλία με έναν έλληνα ναυτικό, που το ‘λεγε η καρδιά τους. Είναι η αληθινή ιστορία, μυθιστορηματικά γραμμένη,  τους ζεύγους  Αντώνη και Μπέτυς Αμπατιέλου.
Μια φονική καταιγίδα στην Ελλάδα, καταγραμμένη από το 1941 μέχρι το 1989,  που φόνευσε και φονεύει μέχρι σήμερα τα παιδιά της  όμως όπως τότε και σήμερα και πάντα θα υπάρχουν πολλοί που θα σηκώνουν κεφάλι  υπερήφανα, και οι πράξεις τους είναι τα  χαστούκια δικαίου που έκοψαν από κείνο το Χαστουκόδεντρο, που βλασταίνει στην Ουαλία και οι καρποί του είναι εκατομμύρια χαστούκια για το δίκιο, για το δικαίωμα, για το ήθος, για την αξιοπρέπεια, αλλά και για το άδικο, το αισχρό, την ύβρη της ζωής, της αναξιότητας, της βαρβαρότητας. Ένα Χαστουκόδεντρο, που μπορείς να φας και να δώσεις χαστούκι δικαίου και αδίκου.
Πιο κάτω λίγα από τα χαστούκια που περισυνέλεξα:
-Χαστούκι στους εφοπλιστές με τα καράβια τους, τους σκυλοπνίχτες. Ωνάσηδες, Νιάρχοι,  κλπ.
-Χαστούκι σ’ αυτούς που σκότωσαν τον Νίκο Μπελογιάννη.
-Χαστούκι σ’ αυτούς που σκότωσαν τον ειρηνιστή Γρηγόρη Λαμπράκη.
-Χαστούκι στην Αντιγόνη Βεϊζαδέ  (είχε εργαστεί στα SS) και τον σύζυγό της Ηλία (συνιδιοκτήτη σε           καμπαρέ της Τρούμπας) που αφού βασάνισαν το «δουλάκι» τους, την 12χρονη υπηρέτριά τους  Σπυριδούλα Ράπτη, την σιδέρωσαν με καυτό σίδερο.  
-Χαστούκι σε οποιαδήποτε εστεμμένη, όπως η Φρειδερίκη της Ελλάδας,  για την περιφρόνησή                          της να δεχτεί ένα γράμμα από μια γυναίκα, την Μπέτυ Αμπατιέλου που ζητάει την                      απελευθέρωση του συζύγου της Αντώνη μετά από  17 χρόνια φυλακή, για τις                                κομμουνιστικές του ιδέες.
     Η Μπέτυ που έγινε σύμβολο αγωνίστριας όχι μόνο για τις
    ιδέες της, αλλά και για τις μακροχρόνιες, καθημερινές μάχες, ως ερωτευμένη και  πιστή γυναίκα,  για την αποφυλάκιση του άντρα της. Την απαθανάτισαν σε διαδήλωση, να ‘χει μια πινακίδα, κρεμασμένη στο λαιμό, που έγραφε: QUEEN FREDERICA RELEASE MY HUSBAND TONY AMBATIELOS. Η φωτογραφία αυτή έκανε το γύρο του κόσμου ξεφτιλίζοντας τη βασίλισσα της Ελλάδας. 
Σελ. 372: Good Heavens, a slap-tree! Φώναξε μαγεμένη στη θέα του γιγάντιου δέντρου με τα μύρια μικρά και μεγάλα σκαμπίλια που κρέμονταν τσαμπιά ολόκληρα, μπορούσες άνετα να τραβήξεις μια αρμαθιά και ν’ αρχίζεις να χαστουκίζεις όποιον κατάφωρα σε αδίκησε, αυτό κατάλαβε, όποιον σου έχει πρήξει το συκώτι, όποιον σ’ έκλεψε και σε πόνεσε και σ’ αγνόησε και σε τσαλαπάτησε και σ’ έκλεισε φυλακή και σε βασάνισε και με δυο λόγια σου στέρησε δυο τρία βασικά πράγματα, δεν ήταν πουθενά γραμμένο αυτό αλλά το ένιωθες βαθιά μέσα στο χρυσοκόκκινο δάσος του Φάουαρ, το ένιωθες κάτω από την ευεργετική σκιά του αρχαίου Κόκκινου Κάστρου, το ένιωθες πεντακάθαρα ότι αυτό το ονειρεμένο Χαστουκόδεντρο υπήρχε πάντα εκεί, από τα χρόνια της κόρης Μπλοντιουάνδης, για να τρυγάει ο καθένας το μερίδιό του στα χαστούκια που του αναλογούν, όσα είναι άδικο και δίκαιο να λάβει κι όσα είναι άδικο και δίκαιο να δώσει, τα χαστούκια που μπορούν ελεύθερα να μοιραστούν σαν τη βροχή, επί δικαίων και αδίκων: στον άστοργο πατέρα και στον άστοργο δάσκαλο, στον ψεύτη παπά και στον ψεύτη ζωγράφο, στον ασυνείδητο αστυνόμο και στον ασυνείδητο εφοριακό, στον ανήθικο γιατρό και στον ανήθικο δικαστικό, στον δούλο γραμματέα και στον δούλο ποιητή, στον αγορασμένο πολιτικό και στον αγορασμένο οπαδό, στον αγάμητο στρατοκράτη και στον αγάμητο τεχνοκράτη, στον κλέφτη τραπεζίτη και στον κλέφτη πρωθυπουργό δηλαδή στον καθένα δόλιο εξουσιαστή των ψυχών – έτσι κρέμονται ζουμερά απ’ το Χαστουκόδεντρο που στέκεται εκεί από κτίσεως κόσμου, ώριμα τσαμπιά να τρυγηθούν από τον πάσα ένα και να δοθούν στον πάσα ένα, χιλιάδες σιδερένια, αλαβάστρινα, χάλκινα, ξύλινα, κοκάλινα, μαρμάρινα χαστούκια παιδιών και γέρων ανθρώπων, αντρών και γυναικών, ανήμπορων, σπαρταριστά χαστούκια, σκαμπίλια, κόλαφοι (όπως θες πες τα), πρώτη τιμωρία πάνω στο ακρωτηριασμένο και φτωχό, τελευταία ελπίδα  για τον ακρωτηριασμένο και φτωχό – αυτά εκεί κρέμονται προκλητικά, έτσι να κάνεις τα έφτασες, μια γιγαντιαία σταχτοπράσινη ομπρέλα στο δάσος του Φάουαρ με τον αλυσοδεμένο στην κορφή Τόνι ή Μπότομ, ή κι εγώ δεν ξέρω ποιον άλλον, και την αγανακτισμένη Μπέτι ή Πηνελόπη ή Μπλοντιουάνδη ή Κόνι ή Μια λαϊκή γυναίκα........
Ευγενία Μακαριάδη
Κείμενο της Ντομινίκ -Μολίν
Πολιτικό το βιβλίο του Α.Μαραγκόπουλου προσπαθεί να θυμίσει στο αναγνώστη ότι << Η Ιστορία τιμωρεί πολύ σκληρά τους αδιάβαστους μαθητές της.>>όπως λέει ο ίδιος στη συνέντευξη που έδωσε στην Ελπίδα Παπαμιχαήλ.Μία αναδρομή στις δεκαετίες του 40,50,60 μέσα από τη ζωή του Α.Αμπατιέλου και της γυναίκας του Μ.Μπάρτλετ έχει σκοπό να αφυπνίσει τον σημερινό αναγνώστη και να τον κάνει να καταλάβει τη σημερινή κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα.Εξ άλλου η Ιστορία επαναλαμβάνεται.
Τα γεγονότα που αναφέρονται στο βιβλίο είναι αληθινά και πολύ σκληρά , χωρίς καμία αμφιβολία .Η πλοκή σε κρατάει και θέλεις να μάθεις τι θα γίνει στη συνέχεια, ήτε είσαι γνώστης των γεγονότων γιατί τα έζησες ήτε γιατί είσαι νεότερος και έχεις απλώς ακούσει γι αυτά .Αναπλάθει την ατμόσφαιρα της εποχής,τη ψυχολογία του φυλακισμένου γιά τις πολιτικές του πεποιθήσεις,τα πιστεύω του οργανωμένου κομμουνιστή και του αδίστακτου πολιτικού.Δείχνει πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται και χειραφετούνται από τους άλλους και τις καταστάσεις.
Αυτά όμως που δεν αποφεύγει ο συγγραφέας είναι τα κλισέ του ήρωα κομμουνιστή και της αγωνίστριας γυναίκας του,του αλαζόνα πολιτικού,του εκμεταλλευτή πλοιοκτήτη και της φτηνής συζύγου του.Το μυθιστόρημα documentaire,όπως το αποκάλεσε ο ίδιος ο συγγραφέας κούρασε τον αναγνώστη με την πληθώρα των προσώπων και την απαραίτητη ανάγνωση του ¨Επίμετρου΄΄ προκειμένου να καταλάβει κανείς ποιός μιλάει και τι λέει.Μόνο αν το έβλεπε κανεις σαν πραγματικό documentaire μπορούσε να ξεπεράσει αυτή τη δυσκολία.Ο πρόλογος του Βενιαμίν Σανιδόπουλου γραμμένος σε τηλεγραφικό ύφος δυσκολεύει τον αναγνώστη να συνδέσει ήρωες ,εικόνες ,εποχή.Το μόνο που καταφέρνει ειναι να προιδεάσει τον αναγνώστη γι αυτό που θα διαβασει στις 400 σελίδες του βιβλίου.Ο αφηγητής μισεί τη χώρα που μεγάλωσε ,την οικογένειά του,την εποχή του,τους συνανθρώπους του,τα πάντα και αποδίδει στον Ελληνα τη σκοτεινή πλευρά του Ανθρώπου,λες και μόνο οι Ελληνες έχουν παραδείγματα αυτού του τύπου να επιδείξουν,ή μόνο η Ελλάδα γνώρισε εμφύλιο πόλεμο και βαρβαρότητα.Το χειρότερο όμως είναι ότι διαιωνίζει τη διχόνοια και δικαιολογεί τη βία σαν όπλο του μέσου ανθρώπου.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η εξασέλιδη πρόταση που αναφέρεται στην ειρηνιστική πορεία που πραγματοποιήθηκε από το Ολντερμάστον στο Λονδίνο, τον Απρίλη του 1963 και που αποδίδει θαυμάσια τη λαοθάλασσα την ακτιβιστών που διαδήλωναν εναντίον του πολέμου και των πυρηνικών.

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Ο Κολυμβητής του Τζον Τσίβερ




Επόμενο βιβλίο, Ο Κολυμβητής του Τζον  Τσίβερ ,εκδόσεις Καστανιώτη.Επόμενη συνάντηση,Τρίτη 3 Δεκεμβρίου στις 11.30 στο Διόνυσο στο σπίτι της Κυρίας Τσομίδη.

                                                               Ο ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ
                                                               ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
                                                                   Του  ΤΖΟΝ ΤΣΙΒΕΡ  (γεν.1912-1982)
                                                     κείμενο της Ευγενίας Μακαριάδη
Πρώτη φορά διάβασα βιβλίο του σπουδαίου αυτού Αμερικανού συγγραφέα (γεν. Ουόλστοουν, Μασαχουσέτης) και εντυπωσιάστηκα. Εννέα διαμαντένια διηγήματα. Το καθένα ένας κόσμος, τακτοποιημένος / ικανοποιημένος  που έχει πετύχει και  ζει  το όνειρο μιας επίπλαστης πολιτιστικής δημιουργίας, αυτής των  αστικών αντιλήψεων (το αμερικάνικο όνειρο, υποκριτική ευτυχία, θα ‘λεγα).
Ο συγγραφέας μάς κλείνει το μάτι υπομειδιώντας χιουμοριστικά, ενώ οι ιστορίες του δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο πόνος τού εγκλωβισμένου, μέχρι ακρισίας, ανθρώπου που απέχει από την αίσθηση εκείνη της αξίας  ή  ακόμα της απαξίας του εαυτού του.
Πετυχημένος ο τίτλος του βιβλίου, γιατί το διήγημα «ο κολυμβητής» είναι το συμπέρασμα, αν θέλετε, όλων των ιστοριών  που εμπεριέχει.
Πολύ καλή η εισαγωγή και η μετάφραση του Κωστή Καλογρούλη.
1)      «Καψουροτράγουδο»
 Στο διήγημα αυτό η ηρωίδα, μια «μειλίχια» γυναίκα, δέχεται με Ιώβεια υπομονή, τις εχθρότητες των εραστών και φίλων της. Πόσο αξίζει αυτό που προσπαθούν οι τελευταίοι να κερδίσουν και  μάχονται  με νύχια και δόντια βιαιοπραγώντας εις βάρος της; Τελικά ένας είναι πάντα ο νικητής τον αντιλαμβάνεται κανείς σε όποιο προσωπείο κι  αν κρύβεται, γιατί πίσω του φαντάζει η σκαιότητα του θανάτου που τον συντηρεί να παραμένει νέος.
2)      «Το τεράστιο ραδιόφωνο».
 Το αυτί μας τεράστιο στις ζωές των άλλων,  που χλευάζουμε, κουτσομπολεύουμε, ενίοτε συμπονάμε και οργιζόμαστε, συγκριτικά με μας γιατί είμαστε διαφορετικοί, ανώτεροι χωρίς ελαττώματα και αμαρτίες. Έτσι, φανατικοί της κλειδαρότρυπας.. ξεχνάμε τα δικά μας και ο αμείλικτος χρόνος καραδοκεί.
3)      «Τα Χριστούγεννα είναι μια μελαγχολική περίοδος για τους φτωχούς»
  Η χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα,  η ευζωία, τα λουκούλλεια γεύματα, τα χοντρά μεθύσια,      τα δώρα, οι γιορτές, η απληστία... και πιο κει το κοριτσάκι με τα σπίρτα... ποιος είπε ότι δεν θα το βοηθήσουμε «μέρα που είναι» και βέβαια θα βοηθήσουμε / ελεήσουμε τον φτωχό μας υπάλληλο / υπηρέτη / ζητιάνο,   με δώρα και  φαγητά ένα σωρό.. ποιος είπε ότι δε συμπονάμε τον κακομοίρη φτωχό, που στο κάτω κάτω είναι δικό μας δημιούργημα. 
4)   «Ω πόλη των τσακισμένων ονείρων»
  Ο κόσμος του θεάματος, της τηλεόρασης, του κινηματογράφου, όλοι και όλα προς άγρα ταλέντων και μη. Ο οδηγός λεωφορείου που  ξεμένει από δουλειά, το ρίχνει στη συγγραφή θεατρικών έργων και πέφτει στην παγίδα των «ειδημόνων» της τέχνης με απώτερο σκοπό και επιδίωξή τους το εύκολο κέρδος.  Ελπίδα του άνεργου η υποσχόμενη πραγμάτωση ονείρων για πολυτελή διαβίωση, για διασημότητα και παραδοχή μέχρις εξοντώσεως.
5)  «Ο διαρρήκτης του Σέιντι Χιλ»
 Καλύτερα διαρρήκτης στο αστικό σου περιβάλλον, παρά να χάνεις την υπόληψή σου, ως άνεργος ή φτωχός. Έτσι κλέβεις απ’ αυτούς που τόσο συχνά τους προσκαλείς και σε προσκαλούν σε πάρτι κραιπάλης και έχουν φυσικά τις πόρτες των σπιτιών τους ανοιχτές για σένα που είσαι σαν αυτούς, γιατί ζεις στην πλούσια παροικία τους.
6)      «Ο εξοχικός σύζυγος»
  Ο άντρας, σώος,  μετά από μεγάλο  σοκ της συντριβής του αεροπλάνου που επέβαινε, αντιλαμβάνεται διαφορετικά τα πράγματα στη ζωή και συνειδητοποιεί όχι μόνο ότι δεν τον λαμβάνουν σοβαρά  υπόψη η οικογένεια και οι φίλοι του, αλλά αδιαφορούν πλήρως ακόμα και για την πρόσφατη περιπέτειά του με το αεροπλάνο. Οι αισθησιακές του απολαύσεις, καταχωνιασμένες σ’ ένα ξεχασμένο κουτάκι του μυαλού του, αντικαταστάθηκαν από πληκτικές καταστάσεις επαγγελματικών, φιλικών και οικογενειακών υποχρεώσεων της πλούσιας ζωής του, μέχρι που μια όμορφη, νεαρή μπέιμπι σίτερ των παιδιών του, το άνοιξαν διάπλατα και την ερωτεύτηκε σφόδρα. Ο έρωτας απαγορεύεται στην τάξη του και μάλιστα μ’ ένα φτωχό κορίτσι, θυγατέρα ενός μέθυσου   όμως θα μπορούσε στα κρυφά να ζωντανέψει όλες τις σκηνές έρωτα, ακόμα και του βιασμού της μικρής, μέχρι που το πήραν είδηση δυο παιδικά μάτια. Η αρρώστια του έρωτα δεν είναι  ανίατη, ο ψυχίατρος τού συνιστά την ξυλουργική θεραπεία, και κείνος  βρίσκει παρηγοριά στην απλή αριθμητική που απαιτείται και στην ιερή μυρωδιά του φρέσκου ξύλου έτσι συνεχίζει  την καθημερινότητά του, ίδια όπως ζούσε πριν.
7)  «Ο κολυμβητής»
 Ο καλοκαμωμένος μας ήρωας έχει αθλητική όψη αν και δεν είναι νέος. Αποφάσισε να διασχίσει την περιοχή που μένει και να φτάσει στο σπίτι του κολυμπώντας. Έχει χαρτογραφήσει τις περιοχές με το νου του, που δεν είναι άλλες παρά οι ιδιωτικές πισίνες πολλών γειτόνων του, καθώς και δημόσιες. Ξεκινάει με μια μεγάλη βουτιά στην πρώτη πισίνα  χρειάζεται να κολυμπήσει δέκα τρία χιλιόμετρα νότια, για να φτάσει στο σπίτι του.  Στην αρχή του ταξιδιού, που ημέρα είναι καλοκαιρινή, έχει το καλωσόρισμα των γειτόνων που τον κερνούν ποτά και τους εκπλήσσει το εγχείρημά του. Συνεχίζοντας ο καιρός χαλάει με ανέμους και βροχές και κείνος τυγχάνει κακής υποδοχής και αρνητισμού ακόμη και για ένα ποτό από φίλους, γνωστούς και γείτονες, ενώ ψιθυρίσματά τους, που μειώνουν την υπόληψή του, και νύξεις για τα δεινά της οικογένειάς του, αντηχούν και συνταξιδεύουν μαζί του. Το περιπετειώδες και εξαντλητικό ταξίδι  του ήρωά μας τελειώνει όταν φτάνει στο σπίτι του. «Περπατώντας προς το σπίτι είδε ότι η δυνατή καταιγίδα είχε σπάσει μια υδρορροή. Κρεμόταν μπροστά στην κεντρική είσοδο σαν μπανέλα ομπρέλας, αλλά μπορούσε να τη φτιάξει το πρωί. Το σπίτι ήταν κλειδωμένο, και σκέφτηκε ότι ο ηλίθιος μάγειρας, ή η ηλίθια υπηρέτρια, πρέπει να είχε κλειδώσει το σπίτι, μέχρι που θυμήθηκε ότι είχε περάσει καιρός από τότε που είχαν προσλάβει μάγειρα ή υπηρέτρια. Φώναξε, χτύπησε δυνατά την πόρτα, προσπάθησε να την ανοίξει πέφτοντας με δύναμη πάνω της, και μετά, κοιτώντας μέσα από τα παράθυρα,  είδε ότι το σπίτι ήταν άδειο.»
8)      «Μονάχα πες μου ποιος ήταν»
 Η ζήλια ενός πετυχημένου, σύμφωνα με το αμερικάνικο όνειρο, ηλικιωμένου άντρα που παντρεύεται το νεαρό κορίτσι που υπεραγαπάει. Ο τρόμος ότι τον απατά, ότι μπορεί να τον εγκαταλείψει, καταλαγιάζει ξεσπώντας στον εραστή της, παράλληλα τη γεμίζει με σμαράγδια, χρυσό και μαργαριτάρια, κάτι που δεν θα μπορούσε κανένας  εραστής να κάνει. Ο πλούτος κρατάει γερά στο γάμο τη γυναίκα του και απομακρύνει την ανασφάλειά του.
9)      «Το τρένο των πέντε και σαράντα οκτώ»
 Ένα διήγημα αγωνίας, για τη ζωή ενός υπερφίαλου, αναίσθητου άνδρα και της αισχρής συμπεριφοράς του σε μια γυναίκα, πρώην γραμματέα του. Άραγε  υπήρχε κάτι μέσα στο παχύ στρώμα ενός ανάλγητου σαρκίου, που θα ξυπνούσε τον άνθρωπο; Είναι  ο τρόμος θανάτου, που καραδοκεί σε κάθε του βήμα εκείνος τρέχει, κρύβεται, νομίζει ότι έχει γλιτώσει, ξεθαρρεύει και βυθίζεται ξανά στο ραχάτεμα της καλοζωίας. Μέχρις ότου ή οπλισμένη Νέμεση στοχεύει το άκριτο κεφάλι του, προστάζοντάς τον να το χώνει ξανά και ξανά μέσα στο χώμα και στις βρομιές. 


                   Ο ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΖΩΝ ΤΣΙΒΕΡ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
                                                    κείμενο της Ντομινίκ Μολλίν
Σήμερα η ομάδα ανάγνωσης Διονύσου συζήτησε με πολύ ενδιαφέρον τη συλλογή των ιστοριών του Τσίβερ. Τα μέλη συμφώνησαν οτι, οι ιστορίες αυτές γραμμένες με απλό τρόπο, μπορούσαν να εμηνευτούν με πολλους τρόπους,και να διαβαστούν σε διαφορετικά επίπεδα.Η κάθε μια από αυτές ηθελε το χρόνο της,και τον αναγνώστη έτοιμο να κανει πολλές σκέψεις.
Η εξαιρετική εισαγωγή του Κ.Καλογρούλη βοήθησε να πλησιάσουμε τον κόσμο του Τσίβερ.Μία κοινωνία ανθρώπων της μέσης τάξης , που ζεί στα περίχωρα της Νέας Υόρκης ή στην ίδια τη μεγαλούπολη ,άνδρες που παίρνουν το τρένο το πρωί για να πάνε στη δουλειά τους, για να γυρίσουν το βράδυ στη μονοκατοικία τους στα προάστια,όπου τους περιμένουν γυναίκες και παιδιά καθως και διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις .Δεν είναι όμως όλα τόσο απλά όσο δείχνουν.
Διαβάζοντας το βιβλίο , αμέσως το μυαλό μου πήγε στο ¨Αμερικάνικο όνειρο¨.Πρόκειται λοπόν για ένα σύνολο ιδανικών όπου η ελευθερία δίνει τη δυνατότητα για ευημερία και επιτυχία με βλέψεις για κοινωνική άνοδο μέσα από σκληρή δουλειά.Βασίζεται στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ όπου γράφεται μεταξύ άλλων¨ ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι και ότι έχουν δεδομένα δικαιώματα όπως δικαίωμα στη ζωή,στην ελευθερία και στην αναζήτηση της ευτυχίας¨.
Ηδη από το 19ο αιώνα οι μετανάστες που αρχικά έφυγαν από την Ευρώπη και πήγαν στις ΗΠΑ, είχαν σαν ιδανικό να ζήσουν το Αμερικάνικο όνειρο.Το 1931 ιστορικός James Truslow Adams έκανε γνωστή τη φράση αυτή,διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται για ένα όνειρο ακριβών αυτοκινήτων και μεγάλων μισθών, αλλά γιά ένα όνειρο όπου ο κάθε άνθρωπος θα μπορέσει να φτάσει στο ανώτατο επίπεδο των δυνατοτήτων του και θα αναγνωριστεί από τους άλλους για την προσπάθειά του,ανεξάρτητα από το πού γεννήθηκε.
Στη λογοτεχνία πολλά βιβλία φέρουν το στίγμα του Αμερικάνικου όνειρου όπως Όι περιπέτειες του Χάκλμπερρυ Φινν΄του Μαρκ
Τουαίν,¨Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ΄ του Φ.Σ.Φιτζέραλντ,ακόμα και ¨Ο θάνατος του εμποράκου΄του Αρθουρ Μίλλερ.
Στην πολιτική πολλοί μίλησαν γιά την ιδέα αυτή ξεκινώντας από τον Αβραάμ Λίνκολν και συνεχίζοντας με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ,τον Χενρυ Κίσσινγκερ,την Χίλαρυ Κλίντον και τέλος τον Μπάρακ Ομπάμα.
Σε έρευνα που έγινε τον αύγουστο του 2013 ,41% των αμερικανών λένε ότι είναι αδύνατο να πραγματοποιήσουν το Αμερικάνικο όνειρο και 38% ότι είναι ακόμα δυνατό.Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι πρόκειται για ένα δεδομένο το οποίο και έχει πολυσυζητηθεί και το οποίο ακόμα και σήμερα βρίσκει υποστηρικτές και αντιπάλους.
Στον κινηματογράφο έχουν γυριστεί πολλές ταινίες που έχουν σαν θέμα το αντι-αμερικάνικο όνειρο όπως το American Beauty, 1994,Kevin Spacey-Ρέκβιεμ για ένα όνειρο, 2000,Jennifer Connelly-Little Miss Sunshine ,2006,Steve Carell –Million dollar baby,2004,Clint Eastwood-The Great Gatsby,L. diCaprio, 2013-Μαθήματα Αμερικανικής Ιστορίας,1998,Edward Norton-Ο δρόμος της επανάστασης,2008,L.di Caprio.Στις ταινίες αυτές οι ήρωες όχι μόνο δεν ζούν το όνειρό τους,αλλά αντί γι’αυτό αλλοτριώνονται ,περιθωριοποιούνται,χάνονται.
Ο Τζων Τσίβερ με τις νουβέλες του,σκιαγραφεί μία Αμερική όπου οι αξίες της ευημερίας,της οικογενειακής ζωής, της τάξης αντικρούονται από τη μοναξιά,το κενό της καθημερινότητας ,τη δυσκολία της συνύπαρξης ανάμεσα στα δύο φύλα, τον αλκολισμό,την παρακμή στη μεγαλούπολη,την εκμετάλλευση του επαρχιώτη, το κενό κόσμου του θεάματος,την απόγνωση του άνεργου κια του οικονομικά κατεστραμένου.Το μόνο αντίδοτο στην πραγματικότητα, η ομορφιά της φύσης που ειναι παντού παρούσα στο έργο του Τσίβερ.Τι πιό ωραίο από την πρόταση της σελίδας 208¨Ηταν μία μέρα στα τέλη Σεπτεμβρίου,με το άρωμα και την ομορφιά ενός μήλου.¨

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Το Ελάχιστο Ίχνος του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη

Για την συνάντηση που θα γίνει την Τρίτη  5 Νοεμβρίου έχουμε διαλέξει το βιβλίο "Το Ελάχιστο Ίχνος" του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη εκδ.Ροδακιό.
Το ελάχιστο ίχνος του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, προκάλεσε μία ζωηρή συζήτηση στους βιβλιόφιλους του Διονύσου.Σε γενική  παραδοχή το βιβλίο άρεσε και δημιούργησε μία αφετηρία για συζήτηση.Τα μέλη της ομάδας συμφώνησαν ότι το βιβλίο διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα χάρη στην ιστορία που θα μπορούσε να γίνει ένα πολύ καλό σενάριο για ταινία ή σήριαλ.Διαβάζεται επίσης ευχάριστα χάρη στην γλώσσα  που είναι ένας συνδυασμός λόγιας γλώσσας ,που παραπέμπει στην παλιά λογοτεχνία της Νεότερης Ελλάδας,και μίας γλώσσας σημερινής.
Μπορεί η κλοπή του βρέφους να φάνηκε λίγο υπερβολική σε ορισμένους,όμως και αυτοί παραδέχτηκαν ότι ο συγγραφέας δένει αριστοτεχνικά τα γεγονότα και τους  ήρωες μεταξύ τους.Ολοι οι ήρωες είναι δουλεμένοι και ο καθένας έχει το δικό του αποτύπωμα το δικό του ‘ίχνος’ στην  ιστορία.Η παρουσία του συγγραφέα σαν δευτερεύον πρόσωπο μέσα στο βιβλίο, ήταν το μόνο στοιχείο που δίχασε τις γνώμες των αναγνωστών.Για το λόγο αυτό διαβάσαμε τη συνέντευξη του συγγραφέα στην εφήμεριδα ΤΟ ΒΗΜΑ  όπου εξηγεί αυτή του την επιλογή.
Ο πόνος του παιδιού που δεν αγαπήθηκε από τους γονείς του,συναντά τον πόνο του ατάλαντου ηθοποιού,τον πόνο του δύσμορφου κοριτσιού καθως και κάθε μορφή έλλειψης που βιώνουν οι ήρωες του βιβλίου.Ο συγγραφέας,οργανώνοντας  το βιβλίο γύρω  από θεματικές /κεφάλαια όπως :τέχνες και καλλιτέχνες,οικογένειες,έρωτες  και ηδονές,φιλίες και έχθρες,αγγίζει όλες τις πτυχές της ζωής ενός ανθρώπου και δίνει ένα δυνατό μήνυμα γιά σεβασμό στο αλλόκοτο και διαφορετικό.
Πολλά είναι τα κομμάτια που μας άρεσαν.Ενα από αυτά ο  διάλογος μεταξύ Δον Ζουάν και Σγαναρέλου,παιγμένος από τον Αυγουστίνο και το Σέργιο , εμπλουτισμένος  από τις παρατηρήσεις του Αυγουστίνου,οι οποίες τον οδηγούν να συνειδητοποιήσει τι είναι το πραγματικό ταλέντο επί σκηνής.
                                        Δομνίκη Ανδρεάδου-Μολίν ,συντονίστρια

Διάβασα τόσο γρήγορα αυτό το βιβλίο, που νιώθω την ανάγκη να το ξαναδιαβάσω, μπας και μου ξέφυγε κάτι.. Τόσο απλό, παράξενα γοητευτικό, κινηματογραφικό και τέλος πραγματικό μέσα στο παραμύθι του.
Ήρωες της καθημερινότητας που ζουν και συμπεριφέρονται παρορμητικά και βίαια εξ αιτίας φόβου κοινωνικής απόρριψης, υπερφίαλοι καλλιτέχνες και ένα σωρό συναισθηματικές τάσεις στη μαγεία, στο θάνατο, στην αφοσίωση, στην αγάπη, ακόμα και  σε δύσμορφα άτομα, όπως η ερωτική έλξη του κεντρικού προσώπου της μυθιστορίας για μια άσκημη ζητιάνα.
Το ελάχιστο ίχνος, όπως αυτό του αφηγητή-συγγραφέα, πιθανόν και του καθένα μας, που πατάει και φεύγει απ’ αυτή τη γη  σβήνεται σε λίγο χρόνο ή το πολύ πολύ να μείνει στη μνήμη του περίγυρού του κι αυτό για πόσο άραγε.. Όμως αυτό το ελάχιστο που μπορεί να μείνει  στην ιστορία, είναι το σπάνιο, είναι εκείνο που συγκλονίζει, και  δε φεύγει εύκολα από τη μνήμη.
Ο ήρωας του έργου, Αυγουστίνος Ψυχός, είναι νόθο παιδί, από το ερωτικό σμίξιμο ενός πλούσιου έφηβου και της  παραμάνας του, της Χαρίκλειας. Η πλούσια οικογένεια, για να αποφύγει το σκάνδαλο, αποδιώχνει την εγκυμονούσα παραμάνα. Η τελευταία γεννάει ένα υγιέστατο αγόρι και το μεγαλώνει σ’ ένα χαμόσπιτο.
Παράλληλα σε μια επαρχιακή πόλη ο Ανδρέας Ψυχός κι η γυναίκα του  Φανή αδυνατούν  να τεκνοποιήσουν  παρ’ όλες τις οδύσσειες περιπλανήσεις και περίεργες αναζητήσεις, όπως η συνεύρεσή τους σε εξωκλήσι, μπρος στην εικόνα της Αγίας Κυριακής. Τελικά η Φανή έμεινε έγκυος, με τη μεσολάβηση της εξαδέλφης της, Σμαρούλας. Πράγματι η Σμαρούλα, που από μικρή είχε το χάρισμα της «μάγισσας»,  ζωγράφισε στα γυμνά τους σώματα περίεργα σύμβολα και τους ορμήνεψε να συνευρίσκονται άπλυτοι  μέχρι να εξαφανιστούν τα γραμμογραφήματά της, από τις επαφές τους.  Η Φανή γέννησε. ΄Ομως το μωρό βγήκε σακάτικο.  
Με κινηματογραφικό στυλ, ο «προσβλημένος» πατέρας με το μωρό αγκαλιά περιπλανάται από γειτονιά σε γειτονιά και από δρόμους σε σοκάκια, μέχρι που σταματά σ’ ένα χαμόσπιτο, όπου από το ανοιχτό παράθυρο βλέπει μια μάνα ξαπλωμένη να κοιμάται και παραδίπλα σε μια κούνια να κοιμάται επίσης ένα μωρό. Χωρίς χρονοτριβή, μπήκε μέσα από το παράθυρο κι έκανε την «ανταλλαγή»,  αρπάζοντας το υγιές αγόρι, ενώ  στη θέση του άφησε το σακάτικο. 
Ο Αυγουστίνος με καλλιτεχνικές τάσεις, καταφέρνει να σπουδάσει ηθοποιός στα τριάντα του χρόνια, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του. Έχει πάθος για το θέατρο, αργότερα για τη σκηνοθεσία (μετά την παρότρυνση φίλου), όμως του λείπει το «ταλέντο», του λείπει το «χάρισμα» που έχει ο συμμαθητής του, στη Δραματική Σχολή, ο Σέργιος Λυκίδης, τον οποίον και ανταγωνίζεται  παρότι ο γραμματέας της σχολής, επονομαζόμενος «Βουνό», και φίλος του αργότερα, θα του επισημάνει ότι, «ο Στ. ηθοποιός υπήρξε καλός, αλλά όχι χαρισματικός και όλοι οι μη χαρισματικοί είτε θα έχουν την αυταπάτη πως είναι χαρισματικοί, είτε θα διατείνονται πως το χάρισμα δεν υφίσταται.»  
 Ο Αυγουστίνος θα παίξει σε πολλές παραστάσεις του δικού του θεάτρου, που απέκτησε μετά τη χορηγία του βιολογικού του πατέρα, με τον οποίο ήρθε σε μυστική συμφωνία να μη μαθευτεί ποτέ η συγγένειά τους. Η ερμηνεία του μάλιστα, στην τελευταία σκηνή στο έργο του Ίψεν, Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν, ήταν μοναδική στα θεατρικά χρονικά, όπως μας βεβαιώνει ο παρακάτω διάλογος δυο ιθυνόντων του θεάτρου: (Σέργιος Λυκίδης και «Βουνό»)
Λυκίδης: -Θα τον θυμούνται πάντα, ενώ άλλοι κι άλλοι θα έχουν ξεχαστεί. Ο ηθοποιός που εισχώρησε απόλυτα στο πετσί του ρόλου. Δεν το πιστεύεις;
Βουνό: -Μπορεί ποιος ξέρει.
Λυκίδης: -Θ’ αφήσει ένα ίχνος. (Το Βουνό έμεινε για μα στιγμή σκεφτικό.)
 Βουνό: -Ένα ελάχιστο. Ίσως.
                              ***
Σελίδα 20: Ταλέντο; Δεν ξέρω τι φαντάζεσθε λέγοντας αυτή τη λέξη. Ξέρετε τι είναι ταλέντο; Ταλέντο είναι το πάθος σου να δουλέψεις σκληρά. Άλλου είδους ταλέντα δεν υπάρχουν.
Σελίδα 264: είναι μερικοί που παθιάζονται τόσο πολύ καθώς εξηγούν γιατί δεν τους άρεσε κάτι, ώστε παρασύρονται από την ορμή των επιχειρημάτων τους. Χτίζουν το σκεπτικό τους αραδιάζοντας τη μια γκρίνια μετά την άλλη, κι όσο εξάπτονται, τόσο πιο κατηγορηματικοί γίνονται, με αποτέλεσμα να εκφράζουν στο τέλος μια γνώμη πολύ πιο αρνητική απ’ αυτή που έχουν στην πραγματικότητα σχηματίσει. Το θάψιμο προοδευτικά γίνεται ηδονικό. 
Σελίδα 266: Συνειδητοποίησε ότι υπήρχε μια κλίμακα αξιών. Σ’ ένα σκαλί της πατούσε κι αυτός. Όσοι βρίσκονταν πιο κάτω του έδειχναν σεβασμό. Αυτοί, πάλι, οι παρακατιανοί του, είχανε άλλους πιο παρακατιανούς, τους οποίους κοιτάζανε αφ’ υψηλού. Κι αυτοί άλλους, κι οι άλλοι άλλους. Δύσκολο να διακρίνεις ποιος στεκόταν στο χαμηλότερο και ποιος στο ψηλότερο σκαλί της κλίμακας, τόσο μεγάλη ήταν. Αν άλλαζες σκαλοπάτι, ανέβαινες ή κατέβαινες, άλλαζε ο συσχετισμός: περιφρονούσες εκείνον που λίγο πρωτύτερα υποληπτόσουν άπλωνες το χέρι σε όποιον χθες γύρναγες την πλάτη. Αλλά – κι επειδή μιλάμε για σκάλα- δεν είχες οπτικό πεδίο ευρύ. Ούτε καν ήξερες, στη συνολική εικόνα, αν βρίσκεσαι πριν από τη μέση ή μετά. Μόνο στους κοντινούς σου αντιλαμβανόσουν, λίγους πιο ψηλά, λίγους πιο χαμηλά. Στεκόταν, λοιπόν, κι αυτός στο σκαλοπάτι του φθονούσε τους αποπάνω και οίκτιρε τους αποκάτω.
Ευγενία Μακαριάδη (μέλος της Ομάδας Ανάγνωσης Διονύσου)

καλοκαίρι 2013

Φέτος το καλοκαίρι διαβάσαμε το βιβλίο "ένα κάποιο τέλος" του Τζούλιαν Μπάρνς (βραβείο MANBOOKER 2011)





O Τζούλιαν Μπάρνς γεννήθηκε το 1946 στο Λέστερ της Μεγάλης Βρετανίας. Το πρώτο του βιβλίο "Metroland" εκδόθηκε το 1980. Άλλα βιβλία " Άρθουρ & Τζώρτζ", " O Παπαγάλος του Φλωμπερ", " H Ιστορία του κόσμου σε 10 1/2 Κεφάλαια" (2008) κ.α.

Το βιβλίο άρεσε σε όλους, και παραθέτουμε την εισήγηση της κας Μακαριάδη Eυγενίας:
"Συνήθως κάνω εισηγήσεις βιβλίων που διαβάζω και όχι «κριτική», δεν ξέρω να κάνω κριτική, αυτό το βιβλίο όμως του Μπαρνς μου άρεσε τόσο πολύ, που σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Είναι ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα κι εγώ λατρεύω τους φιλοσοφικούς στοχασμούς. Είναι το «πήγαινε-έλα» σ’ ένα δρόμο ζωής που διένυσε και διανύει ο αφηγητής και εμβαθύνει στη σημασία του χρόνου, του δικού του προσωπικού χρόνου, γιατί έτσι είναι χρόνος «προσωπικός του καθένα», και συνεχίζει αυτό το καταπληκτικό ταξίδι προς την αυτοσυνείδηση.
            Δεκαετία του ’60. Τρεις φίλοι-συμμαθητές, στην εφηβική τους ηλικία, ο Τόνι (αφηγητής της ιστορίας), ο Κόλιν και ο Άλεξ, δέχονται στην παρέα τους τον νεοφερμένο στην τάξη  Έιντριαν.  Οι φίλοι ανταγωνίζονται  σε εξυπνακισμούς και ιδέες διαβάζοντας βιβλία, ο Έιντριαν ξεχωρίζει όχι μόνο για την ευφυία του, αλλά και την ωριμότητά του∙ και όπως μας λεει ο αφηγητής –αν ο Άλεξ είχε διαβάσει Ράσελ και Βιτγκενστάϊν, ο  Τόνι,  Τζορτζ Όργουελ και Άλντους Χαξλεϊ, ο Κόλιν, Μποντλέρ και Ντοστογιέφκσι, ο ΄Ειντριαν είχε διαβάσει Καμί και Νίτσε.

            Η αυτοχειρία του Έιντριαν, για άγνωστους λόγους, στα φοιτητικά τους χρόνια, θα διαλύσει την παρέα και η ζωή συνεχίζεται, τραβώντας ο καθένας το δρόμο του.

            Ο Τόνι 60άρης πλέον,  πατέρας, παππούς και με καλή σχέση με την πρώην σύζυγό του, ζει καλά μες στην καθημερινότητά του, όταν ένα κληροδότημα από ένα λησμονημένο πρόσωπο του παρελθόντος, ανατρέπει την ήσυχη ζωή του. Ανατρέχει σ’ ό,τι έχει αποθηκεύσει η μνήμη του για να ξεδιαλύνει το πώς και το γιατί των νεανικών του σφαλμάτων, που ίσως επηρέασαν και οδήγησαν τον Έιντριαν να αυτοκτονήσει.



            Επισημαίνω την αρχή του μυθιστορήματος (σελ.11) μιας σειράς πραγμάτων που θυμάται ο αφηγητής, σε αντιδιαστολή μ’ αυτά που συνέβησαν κάπου-κάποτε, ας δούμε μερικά:

1)     -το νερό μιας μπανιέρας που έχει κρυώσει από ώρα πίσω από μια κλειδωμένη πόρτα. Αν και όπως μας λεει ο αφηγητής αυτό δεν το είδε πραγματικά, ωστόσο ό,τι μένει στη μνήμη δεν είναι πάντοτε αυτό που αντίκρισαν τα μάτια σου.

Και στη σελ. 75 περιγράφει τον τρόπο αυτοκτονίας του Έιντριαν: είχε γεμίσει την μπανιέρα, είχε κλειδώσει την πόρτα, είχε κόψει τις φλέβες του μέσα στο ζεστό νερό και είχε πεθάνει από αιμορραγία...

2)      –σταγόνες σπέρματος που στριφογυρίζουν γύρω από την τάπα ενός νιπτήρα, πριν τις παρασύρει το νερό και διασχίσουν από πάνω ως κάτω ένα ψηλό κτίριο.

 Και στη σελίδα 159-160: Ανεβήκαμε αργά στο υπνοδωμάτιό μου, όπου η Βερόνικα με κόλλησε με την πλάτη στην πόρτα, με φίλησε στο στόμα και μου είπε στο αυτί «κοιμήσου τον ύπνο του πονηρού» και, όπως θυμάμαι τώρα, περίπου σαράντα δευτερόλεπτα αργότερα τον έπαιζα πάνω από τον μικρό νιπτήρα, χύνοντας το σπέρμα μου στις υδραυλικές σωληνώσεις του σπιτιού...



**

Σελ. (12)... Κι όμως, αρκεί η παραμικρή χαρά ή πόνος για να μας διδάξουν πόσο εύπλαστος είναι ο χρόνος. Κάποιες συγκινήσεις τον επιταχύνουν, άλλες τον επιβραδύνουν και καμιά φορά μοιάζει σαν να έχει χαθεί εντελώς- μέχρι να έρθει τελικά η ώρα που όντως χάνεται οριστικά και δεν επιστρέφει ποτέ.

Σελ. (27) ...Όλα εκείνα για τα οποία μιλούσε η Λογοτεχνία: ο έρωτας, το σεξ, η ηθική, η φιλία, η ευτυχία, ο πόνος, η προδοσία, η μοιχεία, το καλό και το κακό, οι ήρωες και τα αχρεία υποκείμενα, η ενοχή και η αθωότητα, η φιλοδοξία, η εξουσία, η δικαιοσύνη, η επανάσταση, ο πόλεμος, οι πατέρες και οι γιοι, οι μανάδες και οι κόρες, το άτομο σε αντιπαράθεση με την κοινωνία, η επιτυχία και η αποτυχία, ο φόνος, η αυτοκτονία, ο θάνατος και ο Θεός. Υπήρχαν ασφαλώς και άλλα είδη λογοτεχνίας-η θεωρητική, η αυτοαναφορική και η δακρύβρεχτα αυτοβιογραφική-αυτά όμως ήταν απλώς άσφαιρες μαλακίες. Η πραγματική λογοτεχνία μιλούσε για την αλήθεια, είτε ψυχική, είτε συναισθηματική, είτε κοινωνική ήταν αυτή, όπως προέκυπτε από τις πράξεις και τις σκέψεις των πρωταγωνιστών της∙ το μυθιστόρημα αφορούσε τον ανθρώπινο χαρακτήρα, όπως αυτός εξελίσσεται μέσα στον χρόνο.

Σελ. (172).  Τι είχε απαντήσει ο γερο-Τζο Χαντ, όταν ισχυρίστηκα εσκεμμένα ότι Ιστορία είναι τα ψέματα των νικητών;  «Αρκεί να έχεις κατά νου ότι είναι επίσης και οι αυταπάτες των ηττημένων». Το θυμόμαστε άραγε αυτό όσο συχνά χρειάζεται, όταν έχουμε να κάνουμε με την ιδιωτική ζωή μας;"