Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

ΕΘΙΜΑ ΤΑΦΗΣ της HANNAH KENT εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Στις 6 Οκτωβρίου ημέρα Τρίτη  και ωρα 17:00 η ομάδα ανάγνωσης θα αναλύσει το βιβλίο της HANNAH KENT "ΕΘΙΜΑ ΤΑΦΗΣ" εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Ευχόμαστε ολόθερμα να έχετε ενα ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Υπεύθυνη της Ομάδας Ανάγνωσης κα. Βιβίνα Βαλσαμάκη 2108150606


 H Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλίο:
Η ομάδα ανάγνωσης αισθάνθηκε αλληλέγγυα με την Άγκνες Μαγκνουστότιρ, κεντρική ηρωίδα της Κεντ στα"Έθιμα ταφής"και διερωτήθηκε με αφορμή την πολυπρισματική αφηγηματική τεχνική της συγγραφέως, αν ο τρόπος που μας βλέπουν οι άλλοι μας καθορίζει, αν η εξυπνάδα και η ανεξαρτησία, ακόμη και σήμερα, σε μια γυναίκα, γίνεται αντικείμενο φθόνου και τιμωρείται, αν μπορούν να συνυπάρξουν αντίπαλα συναισθήματα μέσα μας, αν ο τόπος και ο χώρος που γεννιόμαστε μας καθορίζει, αν μπορούμε να αποφύγουμε την τραγική διάσταση του εαυτού μας, αν τελικά ακόμη και την ύστατη ώρα της ζωής μας υπάρχει η δυνατότητα να δικαιωθούμε.
Αυτό επίσης που συνεπήρε ιδιαίτερα, ήταν η φύση της Ισλανδίας, με το θανάσιμο κρύο και τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης, ως ξεχωριστός και ισότιμος με τους ήρωες πρωταγωνιστής της ιστορίας.
Η Κεντ εντέλει μας έδειξε με επιτυχία, στο πρώτο της κιόλας βιβλίο πώς ένα πραγματικό γεγονός μεταμορφώνεται σε μυθοπλασία. Αναμένουμε με περιέργεια το επόμενο.
 
H Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλίο:
Η Χάννα Κεντ γεννήθηκε στην Αδελαϊδα της Ν. Αυστραλίας το 1985.
Το 2011 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο αδημοσίευτου χειρογράφου. Τα Έθιμα Ταφής είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Το βιβλίο έχει αποσπάσει τα εξής βραβεία: ABIA Literary Fiction Book Of The Year 2014, ABA Nielsen Bookdata Bookseller's Choice Award 2014, FAW Christina Stead Award 2013, 2014 Indie Awards Debut Fiction Of The Year, Victorian Premier’s Literary Award People’s, Choice Award 2014.
Ήταν στη βραχεία λίστα για: The Stella Prize 2014, The Baileys Women’s Prize For Fiction 2014, The Victorian Premier’s Prize For Fiction 2014, The ALS Gold Medal 2014, Guardian First Book Award 2013, Nib Waverley Award For Literature 2013.
Πήρα το βιβλίο κι άρχισα να το ξεφυλλίζω ασθενής ούσα, σκέφτηκα ότι αδυνατώ να διαβάσω τετρακόσιες και πλέον σελίδες... όμως...  με ματιές στο τέλος -σημείωμα της συγγραφέως- στην αρχή  στον πρόλογο, άρχισα μια κούρσα ανάγνωσης, ένα ξενύχτι  ψάχνοντας παθιασμένα, σαν τον «Σερλοκ Χολμς», να βρω τι; αφού ξέρω από την αρχή τους δολοφόνους, τα θύματα και σχεδόν τους λόγους των φόνων... όμως ψάχνω αφανίζοντας  σελίδα τη σελίδα το αντικείμενο εκείνο που θα μου δείξει τον τρόπο των εγκλημάτων, το γιατί και όχι μόνο. Η κάθε σελίδα σε ταξιδεύει ποιητικά, λογοτεχνικά, σε κερδίζει με τις λεπτομερείς περιγραφές της παγωμένης γης των χωριών της Ισλανδίας. Η συγγραφέας δίνει μια νοηματοδοτημένη εικόνα του κόσμου της Ισλανδίας του 19ου αιώνα, τα ήθη, τις συνήθειες και τις κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις-πρότυπα της εποχής τις συνθήκες επίσης των εργατών και εργατριών σε υποστατικά που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, αλλά η ζωή τους εξαρτάται από τα αφεντικά. Σε κερδίζουν οι χαρακτήρες των ηρώων και ιδίως (εμένα τουλάχιστον) της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, των Μαργκρέτ και Στέινα Γιονστότιρ, καθώς και του νεαρού ιεροδιάκονου Θόρβαρδουρ Γιόνσον ή Τότι.  Η νεαρή συγγραφέας κέντησε έναν έναν τους χαρακτήρες  σε καθήλωναν έντονα συναισθήματα αγωνίας και συγκίνησης, ενώ η αγριότητα έπαιζε σε παράλληλη ευθεία με την ανθρωπιά, την αγάπη, τη συμπόνια.
Τριτοπρόσωπη γραφή στις περιγραφές και πρωτοπρόσωπη στους εσωτερικούς μονολόγους-αφηγήσεις της τραγικής Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, που κρίθηκε ένοχη διπλής δολοφονίας, μαζί με δυο συναυτουργούς.  Διεισδύει ο αναγνώστης στην ψυχοσύνθεση μελλοθανάτου, όπου αναρωτιέται αν η εκτέλεση γίνει δια πνιγμού...  ενώ νιώθεις τον πόνο του χειμώνα βαθιά στα πνευμόνια σου. 
Ας δούμε τώρα τις μας λεει στην υπόθεση του βιβλίου, των δεκατριών κεφαλαίων, η συγγραφέας, που όπως διευκρινίζει είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα της εποχής, όπου ζωντανεύουν πρόσωπα και πράγματα που είχαν δράση στην υπόθεση, και τα έδεσε με επινοήσεις μυθοπλασίας τόσο ωραία, που είναι σαν να βλέπεις  κινηματογραφική ταινία.  
Η Άγκνες Μάγκνουσντότιρ είναι καταδικασμένη μαζί με δυο συναυτουργούς έναν άντρα και μια γυναίκα, γιατί σκότωσαν το αφεντικό της. Την φυλάκισαν μόνη σ’ ένα μπουντρούμι,  την βασάνιζαν αλυσοδεμένη, νηστική και διψασμένη  ακούμε τη φωνή της  χωμένη στα σπλάχνα της : μ’ άφησαν δίχως φως και δεν έχω τρόπο να ξεχωρίζω τη μέρα από τη νύχτα. Έχω ξεχάσει τη μυρωδιά του καθαρού αέρα. Το καθίκι κοντεύει να ξεχειλίσει από τις ακαθαρσίες μου... σύντομα θ’ αρχίσει να χύνεται κατάχαμα.
Μέχρι να την αποκεφαλίσουν, αποφασίζουν να την πάνε βόρεια σε ένα υποστατικό μιας οικογένειας, ως παραδουλεύτρα. Τα μέλη της οικογένειας τρομοκρατούνται, μια στυγερή φόνισσα στο σπίτι τους. Η Μαργκρέτ Γιονστότιρ, ιδιοκτήτρια του υποστατικού,  που την έκοβε η ανησυχία και σκεφτόταν ότι δεν άξιζε συμπόνια σ’ αυτή τη γυναίκα, ανατρίχιασε μόλις οι χωροφύλακες την έστησαν μπροστά της. Η Μαργκρέτ δεν είχε ματαδεί και μυρίσει τόση βρόμα. Η γυναίκα μες την ψείρα,  τα μαλλιά τζίβα από τη λέρα που έφτανε μέχρι τα σκισμένα της παπούτσια. Και όταν διέταξε την κρατούμενη να σηκώσει κεφάλι, βόγκηξε σαν είδε  το λασπωμένο, μελανιασμένο πρόσωπό της, και τα ξεραμένα αίματα γύρω από το στόμα της. Την τράβηξε μέσα στο σπίτι και με θυμό να την πνίγει είπε στους χωροφύλακες να της βγάλουν τις χειροπέδες..
Στο σπιτικό τής Μαργκρέτ, η Άγκνες  χόρτασε νερό, φαϊ και καθαριότητα, δούλεψε και βοήθησε στο υποστατικό όπως όλοι και μέρα τη μέρα ο φόβος, η σιωπή, παραμερίστηκαν  η συμπόνια έγινε στοργή, συμπάθεια, φιλία, ενδιαφέρον και τέλος αγάπη, όταν η Άγκνες άρχισε δειλά δειλά να διηγείται στον ιεροδιάκονο Τότι,  και μετά στην Μαργκρέτ, τη ζωή της από παιδούλα πέντε χρονών πεταμένη από τη μητέρα της, μέχρι το πώς έγινε ο φόνος του αφεντικού και ερωμένου της. 
Ο Νάταν, ο αγαπημένος της, τ’ αφεντικό της, που έπιανε τις αλεπούδες και τις έγδερνε για την πολύτιμη γούνα τους κι όταν τον ρώτησε η Άγκνες  πώς τις έπιανε στα βουνά, εκείνος απάντησε ότι το κόλπο ήταν νά πιάσει ένα αλεπουδάκι, του σπαγε τα πόδια, εκείνο ούρλιαζε κι έρχονταν η μάνα του.... «Και το αλεπουδάκι;»  Ξαναρώτησε η Άγκνες.  Κι ο Νάταν είπε: Πολλοί κυνηγοί τ’ αφήνουν εκεί να πεθάνει.  Εγώ του λιώνω το κεφάλι με μια πέτρα».  «Αυτό είναι το σωστό», είπε η Άγκνες.
Κι εγώ ως αναγνώστρια βλέπω σ’ αυτή τη φράση της, καθολικά τη σκέψη της ηρωίδας για τον μαρτυρικό και θανατηφόρο πόνο,  μέχρι τη λύτρωση με θάνατο.
Και τώρα απανθίσματα που σημείωσα:
1) Για τον έρωτα:
Σταμάτησα με φιλιά τα γέλια του κι ένιωσα τη γλώσσα του να πιέζει μαλακά τη δική μου... με φίλησε στο λαιμό και οι σκέψεις μου χάθηκαν στον στρόβιλο του πόθου που ξύπνησε μέσα μου. Με ανασήκωσε στο τραπέζι, παλέψαμε με τα ρούχα μας και πριν καταλάβω τι κάναμε, μπήκε μέσα μου. Δεν ήμουν έτοιμη. Μου κόπηκε η ανάσα. Ένιωθα τα χαρτιά του κάτω από το κορμί μου, φαντάστηκα τις λέξεις να ξεκολλάνε από τις σελίδες και να χώνονται στο δέρμα μου. Τα πόδια μου ήταν τυλιγμένα σφιχτά γύρω του. και ο κρύος θαλασσινός αέρας με είχε αρπάξει από τον λαιμό.
2) Για τον θάνατο:
Μ’ έχουν δέσει στη σέλα, σαν κουφάρι που το πάνε να το θάψουν. Γι αυτούς είμαι μια γυναίκα κιόλας πεθαμένη... τα χέρια μου είναι δεμένα μπροστά μου. Και καθώς προχωράμε, φριχτή πομπή, τα σίδερα χώνονται στη σάρκα μου που ματώνει.... με αλυσοδένουν και με τραβολογάνε... κι εγώ σαν το ζώο πηγαίνω όπου με πάνε, δεν αντιστέκομαι. Γιατί αλλιώς με περιμένει το μαχαίρι. Με περιμένει το σκοινί. Είμαι το άψυχο πουλί στην ακτή. Είμαι στεγνή, φοβάμαι πως δεν θ’ χω ούτε αίμα να τρέξει, όταν θα με σύρουν και θα μου κόψουν με πελέκι το κεφάλι. Όχι, ακόμα ζεστή είμαι το αίμα σφυρίζει στις φλέβες ακόμα, δυνατά σαν τον άνεμο. Αυτοί, που κανείς δεν τους σέρνει με το ζόρι στο θάνατο, δεν καταλαβαίνουν πόσο σκληρά και κοφτερή γίνεται η καρδιά...
Η γυναίκα κοίταξε ψηλά τον άδειο ουρανό. Ο ξαφνικός γδούπος της πρώτης τσεκουριάς αντήχησε σ’ όλη την κοιλάδα.