Σάββατο 11 Μαΐου 2019

"Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων" του Νικήτα Παπακώστα, εκδόσεις Δώμα

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 13 Μαϊου 2019 το πρωϊ 10πμ-12πμ στο χώρο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Διονύσου και θα αναλύσουμε το βιβλίο του Anthony Marra       " Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων" εκδόσεις Ίκαρος.


Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλιο αυτο:
Με αγκαλιά το βιβλίο, πέφτουν από τις σελίδες της μυθοπλασίας σταγόνες αίματος στη μνήμη του αναγνώστη ενός ακόμα πρόσφατου πολέμου, της δεκαετίας του ‘90. Ένα βιβλίο 486 σελίδων, που το διατρέχει η πύρινη γλώσσα του πολέμου στην Τσετσενία. Εμφύλιος και  εισβολή των Ρώσων,  για τα πετρέλαια της Κασπίας.  Πρώτος πόλεμος 1994-1996 και δεύτερος 1999 - 2004.
Ο νεαρός συγγραφέας με το βιβλίο του «δηλώνει» την απέχθειά του στον πόλεμο και στηρίζει την ιστορία του στα επακόλουθά του: παραλογισμός και έχθρα στους αντιφρονούντες, θρησκευτικός φονταμενταλισμός, ωμότητα, απανθρωπιά, απαγωγές, πορνεία, φόνοι, καταστροφές,  βασανιστήρια, γυναίκες και παιδιά θύματα σεξουαλικής βίας. Εφιαλτικές οι σκηνές βασανιστηρίων με ακρωτηριασμούς. Βομβαρδισμοί, εμπρησμοί, ισοπεδώνουν τη χώρα, χιλιάδες τραυματίες και νεκροί στρατιώτες και ακόμα περισσότεροι οι άμαχοι, γυναίκες, παιδιά.
Ο συγγραφέας αντιθέτει, το καλό με το κακό, τον πόλεμο με το σκοτάδι, την ανθρωπιά με την ωμότητα και την απανθρωπιά, το φώς, την ελπίδα, την αλληλεγγύη, τη ζωή έναντι του θανάτου, της καταστροφής και των ερειπίων.
Ο καθένας από τους ήρωές του αντιπροσωπεύει ένα κομμάτι λαού, που υποφέρει, που επιβιώνει με μέσα θεμιτά και αθέμιτα, που προδίδει, που αντιστέκεται, θυσιάζεται, ερωτεύεται και μπορεί μέσα στη δίνη της βαναυσότητας του πολέμου να διαφύγει, σαν σε όνειρο, από το σκοτάδι στο ξέφωτο, όπου λάμπει ο ήλιος, η ελπίδα για μια ζωή ειρηνική, όπως η αλήθεια στο τέλος του βιβλίου.
Ένας αποτυχημένος γιατρός, ο Άχμεντ, φυγαδεύει την μικρή Χαβάα, γειτονοπούλα του, όταν οι ρώσοι στρατιώτες άρπαξαν τον πατέρα της και έκαψαν το σπίτι τους. Κατάφερε η μικρή να κρυφτεί στο λοχμώδες μέρος, πίσω από το σπίτι  και σώθηκε, αν και μέχρι το τέλος του πολέμου είναι καταζητούμενη. Ο καλός της άγγελος Άχμεντ την αφήνει σε γειτονική πόλη, σ’ ένα βομβαρδισμένο νοσοκομείο με μια πεισματάρα γιατρό, την Σόνια που προσπαθεί λυσσαλέα να το λειτουργήσει με ελάχιστα ιατρικά υλικά και με μια βοηθό νοσοκόμα. Άλλος χαρακτήρας του βιβλίου είναι η αδελφή της Σόνιας, η Νατάσα που εμπλέκεται στα κυκλώματα πορνείας και ναρκωτικών,  ο πόνος της Σόνιας να την βρει και  οι μάταιες προσπάθειές της. Ο Χασάν ιστορικός που καίει τα ιστορικά του χειρόγραφα. Μια περσόνα καλού καγαθού ανθρώπου, που τον βαραίνει το λάθος της αστοργίας έναντι του γιου του Ραζμάν και η αγάπη, η φιλοστοργία, αν θέλετε, έναντι του Άχμεντ, γείτονά του.  Η σκηνή που θα βρεθούν στον λάκκο, όπου φυλακίζονται οι κρατούμενοι μέχρι να εκτελεστούν, ο Άχμεντ και ο Χασάν, είναι συγκλονιστική. Άλλος χαρακτήρας είναι ο Ραμζάν, γιος του Χασάν, δοσίλογος και καταδότης πολλών αντιφρονούντων που εκτελέστηκαν. Όταν ακούσει κανείς να διηγείται την συνταρακτική του ιστορία, μπορεί να αναθεωρήσει πολλά. Η Ούλα, γυναίκα του Άχμεντ, κατάκοιτη και ανοιακή και πώς το τέλος της με την φροντίδα του Άχμεντ.
Βιβλίο συγκλονιστικό, γραμμένο από κάποιον λες και έζησε τα γεγονότα μες στη δίνη του πολέμου κι εγώ η αναγνώστρια να συλλαβίζω τον τίτλο του βιβλίου και την ερμηνεία του.  
ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ:  εξηγείται με έξι λέξεις, που αποτελούν το θαύμα της ζωής: «οργάνωση, ευερεθιστότητα, κίνηση, ανάπτυξη, αναπαραγωγή, προσαρμογή».
  
**τους έδενε κάτι που δεν υπήρχε πια, ακριβώς όπως ένα δίχτυ δεν είναι τίποτ’ άλλο από τρύπες δεμένες μεταξύ τους. Τα φαγητά δεν μαγειρεύονταν πια, ούτε τρώγονταν, ακριβώς όπως οι συνταγές για τρία-τέσσερα υλικά πάνω απ’ τη σόμπα. Τα μονοπάτια δε βαδίζονταν πια, τα χαμόκλαδα δε χωρίζονταν πια από τα καλάμια τους. Οι καβγάδες δεν καβγάδιζαν πια, τίποτα δεν διακυβευόταν, τίποτα που να ‘θελαν ή να μπορούσαν να το χάσουν. Έρωτα πια ούτε έκαναν, ούτε ποθούσαν, ούτε φαντασιώνονταν, ούτε πενθούσαν. Η αρρώστια είχε αποκαταστήσει στην Ούλα μιαν αθωότητα που εκείνος δεν ήθελε να τη μαγαρίσει, και η ζεστασιά της σάρκας της αγκαλιά με τη δική του ήταν ένα κομμάτι της ζωής τους που είχε αποσπαστεί κι απ’ των δυωνών τις μνήμες.
**οι τσετσενικές πετρελαιοπηγές παρήγαν έναν σχετικά μετριοπαθή αριθμό δεκατριών εκατομμυρίων βαρελιών το χρόνο, αλλά το περισσότερο πετρέλαιο της περιοχής περνούσε μέσα από τα διυλιστήρια της δημοκρατίας. Το ενενήντα τοις εκατό των καυσίμων που χρησιμοποιούσαν η σοβιετική Αεροπορία και τα πετρελαιοκίνητα οχήματα, διυλιζόταν στην Τσετσενία…

 




Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

"Καληνύχτα καλούδια μου" του Νικήτα Παπακώστα, εκδόσεις Δώμα

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 15 Απριλίου 2019 το πρωϊ 10πμ-12πμ στο χώρο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Διονύσου και θα αναλύσουμε το βιβλιο του Νικήτα Παπακώστα " Καληνύχτα καλούδια μου", εκδόσεις Δώμα.


Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το εν λόγω βιβλίο:
Μια παράδοξη νουβέλα. Θα μπορούσε να είναι δημοτικό τραγούδι, ποίημα, όπου αναφέρονται δαιμόνια αιμοσταγή, παιδοκτονίες, εγκληματικές εκδικήσεις, σταυροί, εκκλησίες, καμπάνες, σεισμοί, καταποντισμοί. Ακόμα, ό,τι πρωτόγονο υπάρχει στο όνειρο ή φυτεμένο στο υποσυνείδητό μας. Μαγείες, μαγγανείες, φόβητρο δυστοπικών κοινωνιών, όπως ο συγγραφέας, με γκροτέσκο γραφή, ως το παραμύθι απαιτεί, μας παρουσιάζει.
Πρωταγωνιστεί η μικρή Μαρία∙  στα δεκαπέντε της την παντρεύουν και φτάνει στην εκκλησιά με ματωμένο νυφικό. Ένα παιδί ανήλιαγο που με μεγάλη ευκολία πνίγει τα νεογνά γατάκια, αφού παραμόνευε για ώρες, μέχρι να φύγει η μάνα-γάτα να βρει κάτι να φάει, για να κάνει γάλα.
<<Κλειδαμπάρωσε τις πόρτες… τα μικρά ήταν ζεστά και μαλακά.. Έσφιξε τον κόμπο καλά. Έβαλε διπλή και τριπλή σακούλα, έκανε και άλλους κόμπους, να μη μπορέσουν να το σκάσουν… κατέβηκε στο ρέμα κι από ψηλά πέταξε τις σακούλες ανάμεσα στις ακακίες. Η μια πιάστηκε στα κλαδιά, η άλλη έπεσε στα βάθη και κυλιότανε σαν μπάλα, γιατί οι πέντε ψυχές δεν είχαν γωνίες>>.
Χαρακτήρες, η φύση- η ασέβεια των ανθρώπων, στην ιερότητά της-,  το άνυδρο τοπίο, τα ζώα, οι βράχοι, το αίμα, το λιγοστό νερό, η ύβρις, η αλαζονεία έναντι διαφορετικών πλασμάτων, η απόρριψη σ’ ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, σ’ ό,τι δεν μας είναι αρεστό, σ’ ό,τι μας κάνει να ντρεπόμαστε. Τα κακά δαιμόνια του μυαλού μας, τα καλά και άγια για τον εξορκισμό τους.
Φόνισσα, παιδοκτόνος τριών μωρών της η Μαρία, ψάχνει τον Θεό της στον θάνατο. Όμως η φύση εκδικείται την καταστροφή της. Έτσι, θα εκδικηθεί και όσους έχουν έστω και μικρό μερίδιο ευθύνης, τον παπά-Φώτη σύζυγο της Μαρίας, τους συγχωριανούς της, ολόκληρο το χωριό, σε γκρεμίσματα, ρημάδια και λείψανα. Το χωριό, που πισωδρομεί, αδιαφορεί, θα έλεγα, στο καταφανές της ηθικής επιταγής και άμετρα ξοδεύει ζωές ψάχνοντας Θεό και δαίμονα.
<<Άλλοι βρίσκουν τον Θεό κι άλλοι τον χάνουν. Η Μαριώ τον βρήκε και τον μέτρησε στο πρόσωπο του θανάτου. Της φάνηκε η ζωή σαν τις σπηλιές στις πλαγιές. Μαύρες τρύπες απάτητες, μυστικές και λαβυρινθώδεις. Εκεί μπαίνει η φωνή και βγαίνει ο αντίλαλος. Σκορπά στο μαύρο και σωπαίνει μετά. Το φως σπανίως φτάνει ως εκεί.>>  
<<Έσκυψε. Έβαλε το αυτί της στο χώμα. Άκουσε τα μωρά της ν’ αναπνέουν. Ήρεμα. Ηρέμησε. Ημέρωσε. Λουλούδια ήταν τα παιδιά της που μεγάλωναν μες την ησυχία και το σκοτάδι. Όλη μέρα οι νεκροί κρατάνε την ανάσα τους. Τη νύχτα που δεν τους ακούει κανείς, αναπνέουν κι αγαλλίασε η καρδιά της.
Καληνύχτα καλούδια μου, τους είπε» Έσκαψε μικρές τρυπούλες με τα δάχτυλά της κι έχωσε φιλιά και κάτι νυχτολούλουδα που είχε κόψει κατεβαίνοντας από μια μάντρα. Καληνύχτα και γι’ απόψε.

Η Αρετή Καράμπελα έγραψε μετά την συνάντηση της Λεσχης για το βιβλίο:

Η ομάδα εντυπωσιάστηκε από τη νουβέλα του Παπακώστα. Βγαλμένη από τα σπλάχνα της ελληνικής υπαίθρου, με αναφορά στον άγραφο νόμο της ζωής, απομακρύνεται αισθητά από ανάλογου τύπου αναγνώσματα. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια και συγχρόνως υπερβατική ατμοσφαιρα, συνθέτει το κάδρο μιας αλαφροισκιωτης μητροκτονου, συζύγου του ιερέα της ενορίας, η οποία εν τέλει, λατρεύεται ως Αγία. Με γλώσσα κοφτερη όπως το λεπιδι και συγχρόνως σαγηνευτική, καταδηλώνει την Παπαδιαμαντικη της μητρα, ανασαινοντας στο ρυθμό της οικονομίας και της παντελους έλλειψης του περιττου. Με ντοστογιεφσικη ματιά, ατενίζει το Κακό ως Καλό, αφήνοντας τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματα του. Υβρίδιο παραμυθιού, ψυγογραφηματος και μυστηρίου, η ολιγοσελιδη νουβέλα πυροδότησε συζητήσεις γύρω από το Θεό, το έγκλημα, την παράνοια, την τιμωρία. Αναμένουμε το επόμενο βιβλίο του Παπακώστα, με υψηλή προσδοκία.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Η Αγρια Ερημιά του Χεσσούς Καρράσκο, εκδόσεις Αντίποδες

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 18 Mαρτίου 2019 το πρωϊ 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου και θα αναλύσουμε το βιβλιο του Χεσούς Καρράσκο " Άγρια Ερημίά", εκδόσεις Αντίποδες.

Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το εν λόγω βιβλίο
Ένα πολύ καλό βιβλίο, με χαρακτήρα παραμυθιού. Μια ζοφερή ιστορία. Το διαβάζεις με ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος. Θυμίζει έργο κλασικής λογοτεχνίας. Σκληρή η ιστορία ενός παιδιού – φυγά, από έναν τόπο δυστοπικό, άνυδρο, άγριο, ερημικό ως οι υπάνθρωποι κάτοικοι αυθέντες γυναικών, παιδιών και αμείλικτοι  κυνηγοί του. Το σκάει από το σπίτι του, ένα σπίτι κάθε άλλο τόπος εστίας, δημιουργίας, αγάπης. Σπίτι που αποπνέει σαπίλα διαφθοράς, φόβου και φαυλότητας. Στο «πατρικό» σπίτι, ο πατέρας-τέρας ανοίγει ορθάνοιχτα τις θύρες γι’ αυτούς που έχουν την εξουσιαστική κονκάρδα και ως λυκάνθρωποι καρπώνονται σώματα και ψυχές. Μια άνιση μάχη του καλού έναντι του κακού με μορφή ένοπλων χωροφυλάκων. Χαρακτήρας ο τόπος,  το υγρό στοιχείο, δάκρυα, ούρα φόβου, ούρα τυραννίας. Παντελής έλλειψη νερού. Το νερό ελπίδα ως λύτρωση. Το παιδί με ένα σακίδιο και λίγα τρόφιμα δραπετεύει από το σπίτι του.  Κρύβεται σε λαγούμι που σκάβει με τα χέρια του, το σκεπάζει με κλαδιά. Εκεί οι διώκτες από πάνω του μιλούν, τον ψάχνουν, ο πατέρας του, οι συγχωριανοί του,  ο δάσκαλος. Αναγνωρίζει τον δάσκαλο από τον ήχο, όταν φύσηξε τη μύτη του πάνω από τον λάκκο. “Ένας βλεννογόνος κεραυνός που δονούσε το στεγνό μαντήλι του κι έκοβε το γέλιο των παιδιών στο σχολείο”. Το παιδί κατουριέται πάνω του. Ο δάσκαλος κατουράει πάνω στα κλαριά. Τα μαλλιά του παιδιού κολλούν από τα ούρα του δάσκαλου. Περιπλανιέται διωκόμενος στην άγρια έρημο, χωρίς φαγητό και νερό. Κυνηγημένος συναντά στο δρόμο του έναν γέρο βοσκό. Θα σας έλεγα έναν ασήμαντο ανθρωπάκο, με την πρώτη ματιά, όμως με ιδιότητες αγίου. Σ’ αυτόν τον άνθρωπο βρίσκει μια αγκαλιά προστασίας, φιλίας, άδολης αγάπης. Τα συναισθήματα είναι αμοιβαία. Ο γέρο-βοσκός μεταδίδει γνώση, εμπειρία και όχι μόνο, μάχεται μέχρις εσχάτων εναντίον βίαιων πράξεων, προστατεύοντας το παιδί, τη ζωή, το καλό κατά του κακού. Φροντίζει ανυστερόβουλα τη νέα ζωή, που η φύση προστάζει τον άνθρωπο να προφυλάξει. Το παιδί περιπλανάται διψαλέο, κάτω από τον αμείλικτο ήλιο, σε τόπο εχθρικό, ξερό. Ο θεόσταλτος βοσκός γίνεται συνοδοιπόρος του.  Δένονται με φιλία, με στοργή ως πατέρα σε γιο. Αντιμετωπίζουν με γενναιοψυχία την κινδυνώδη πορεία, χωρίς σταγόνα νερό, μόνο δάκρυα, ούρα, λίγο γάλα από ισχνά γίδια. Μάχονται της ανθρωποφαγίας.
            Αφού έθαψε τον γέρο βοσκό, «ξεκίνησε να λέει ένα Πάτερ ημών… μέχρι που η προσευχή έσβησε στα χείλη του και θεώρησε πως είχε τελειώσει. Θα ήθελε να είχε μάθει το όνομα του γέρου».
«Ξάφνου, το αγόρι κατάπιε τις μύξες του, σηκώθηκε όρθιο, άρπαξε μια κατσίκα και την έφερε στον γέρο χωρίς να λύσει καν την αλυσίδα με τα κουδούνια. Ύστερα, κάθισε πλάι του και τον περίμενε μέχρι να βάλει το τενεκεδάκι στη θέση του. Όταν το έβαλε, ο βοσκός ζήτησε από το αγόρι να πιάσει τα μαστάρια. Το αγόρι έκλεισε στις χούφτες του τις θηλές και τις έσφιξε. Τότε ο βοσκός του έπιασε τους αντίχειρες και τους τοποθέτησε έτσι ώστε τα νύχια να πιέζουν τις θηλές προς το εσωτερικό των άλλων δαχτύλων. Έκλεισε τα χέρια του αγοριού στα δικά του και, χωρίς να πει λέξη, μάλαξε τα βυζιά κάνοντας το γάλα να πεταχτεί με ορμή. Κι έτσι, με αυτή τη χειροτονία, ο γέρος μετέδωσε στον μικρό τα χρειώδη του επαγγέλματος, παραδίδοντάς του, εκείνη τη στιγμή, το κλειδί μιας γνώσης ζωτικής και ακατάλυτης».
«Ένα πρωί εκεί που ξεκουραζόταν σ’ ένα παλιό σπίτι για περιπλανώμενους εργάτες, άκουσε τον ρυθμικό ήχο της βροχής…. Χοντρές σταγόνες έσκαγαν πέφτοντας στο σκονισμένο έδαφος, χωρίς να το διαπερνούν. Μπήκε στο σπίτι και ξαναβγήκε με το κιούπι υπό μάλης. Περπάτησε μερικά μέτρα μακριά από την είσοδο και άφησε το δοχείο καταγής. Ύστερα ξαναγύρισε στο κατώφλι κι έμεινε εκεί όσο κράτησε η βροχή, έμεινε να κοιτάζει πως χαλάρωνε για λίγο ο Θεός τις βίδες του μαρτυρίου του».
Ένα δύσκολο ταξίδι, μια προσπάθεια με στόχο για ό,τι καλύτερο στη ζωή, στην αξιοπρέπεια, στην ανθρωπιά. 

Η Αρετή Καράμπελα εγραψε το παρακάτω κειμενο με την συνάντηση της Λεσχης σχετικά με το βιβλιο:
Η Λέσχη ενθουσιάστηκε με το βιβλίο"Άγρια ερημιά" του Καρράσκο.  Ήρωες χωρίς ονόματα, βιβλική ατμόσφαιρα, αρχετυπικές σχέσεις εγκιβωτισμένες σε φυσικό τοπίο αφιλόξενο, λίκνο της άχρονης ανθρωπότητας. Η ενηλικίωση ενός παιδιού που σπάει τα δεσμά της κακοποίησης, βρίσκοντας στο πρόσωπο υπερήλικα βοσκού τον προστάτη Πατέρα, το μαγικό βοηθό των παραμυθιών, τον από μηχανής θεό προκειμένου να οδεύσει στην ελευθερία, αφού κλείσει τα μάτια του ευεργέτη του. Η φύση, πρωταγωνιστής που κλέβει την παράσταση, συνομιλεί με τους ανθρώπους επί ίσοις όροις, αποδίδει δικαιοσύνη, παρηγορεί και εναγκαλίζεται το σύμπαν της αφήγησης, περιφερόμενη ως ψυχή ζώσα ανάμεσά μας.



Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019

24 του Γιάννη Γορανίτη, εκδόσεις Πατάκη

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019 το πρωϊ 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου και θα αναλύσουμε το βιβλιο του Γιάννη Γορανίτη " 24", εκδόσεις Πατάκη.


Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για αυτο το βιβλίο:
Το 24 είναι το πρώτο του βιβλίο. Διηγήματά του έχουν βραβευτεί σε διαγωνισμούς, έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ιστοσελίδες και έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους.
Είκοσι τέσσερα διηγήματα, σπαράγματα μυθιστορήματος, κάθε στάση του τρένου και μια ιστορία. Ιστορίες έξω και μέσα στα βαγόνια. Ιστορίες που θυμίζουν τον εαυτό μας. Μια διαδρομή-ταξίδι από Κηφισιά μέχρι Πειραιά αρχή και τέλος; Τέλος και αρχή; Το ταξίδι κρύβει το συμπαντικό μικρόκοσμό μας, εικοσιτέσσερις στάσεις, κάθε στάση μια ανάσα και ξανά στο τρέξιμο. Μια  καθημερινή διαδικασία για την έγκαιρη επιβίβαση –μη χάσουμε το τρένο- μια διαδρομή άγχους –μην αργήσουμε στη δουλειά, αγωνίας να είμαστε στο νοσοκομείο κοντά σε αγαπημένο -η ζωή και ο θάνατος στο ζύγι- και άλλες φορές επιβίβαση με ρυθμούς περιπάτου και ραχατιού να γεμίσει μέρος του 24ώρου. Εικοσιτέσσερις φωτογραφίες, μαγνητοσκοπούν προφίλ ανφάς πρόσωπα, λόγια, σκέψεις. Βλέπουμε κι ακούμε μέσα σε μια ώρα τη ζωή  να φωνάζει, προσπαθώντας να ξεπεράσει τον σιδηροδρομικό θόρυβο,  να σταματάει απότομα με ένα κλικ. Μια ανάσα και η ζωή βοά, κινείται αέναα, ταξιδεύει κάθε φορά με παλιούς και νέους επιβάτες. Ταξιδεύει  με σκιές πάμπολλες. Τα ίχνη, οι μυρωδιές γέρων, νέων, παιδιών αιώνες τώρα στα ίδια βαγόνια. Στα ίδια βαγόνια χαμόγελα, λύπες, φωνές, γέλια, δάκρυα,  όπου ο συγγραφέας βάζει δάχτυλο εις τον τύπον των ήλων και όχι μόνο.
Στα ίδια βαγόνια καθόμαστε ενάμιση αιώνα τώρα, από Πειραιά ανεβαίνουμε Κηφισιά. Αρχή και τέρμα. Από Κηφισιά κατεβαίνουμε Πειραιά. Αρχή και τέρμα. Τέρμα και Αρχή. Το κάθε βαγόνι απορρόφησε και απορροφά αμέτρητες ιστορίες η μια παρεισφρέει στην άλλη. Ιστορίες που οι φωνές τους χάθηκαν και χάνονται στις χαλύβδινες σιδηροτροχιές.  Με το τρένο χωμένοι κατάβαθα στο σκοτάδι.  Με το τρένο ανασυρμένοι στο φως.
Τ’ αυτί του συγγραφέα καταγράφει τις συζητήσεις των επιβατών, τα προσωπικά τους τηλεφωνήματα, μπαίνει στη σκέψη τους, στη σκέψη που τρέχει μέσα στην αγωνία της καθημερινότητας. Χανόμαστε, δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, τους γύρω μας, κολυμπάμε στο χάος της ζωής καθορίζουμε τον χρόνο με ημερομηνίες,             ακούμε μουσική με τα headphones στ’ αυτιά, ενόσω υποκρούουν φωνές συνανθρώπων μας. Στις γραμμές του τρένου αυτοκτονούν. Στα βαγόνια του την απόλυτη προσοχή μας. Όχι  όπως της μάνας που η κουβέντα την παρασύρει κατεβαίνει σε λάθος στάση και δεν αντιλαμβάνεται την εξαφάνιση του παιδιού της με τη μεστή, θα έλεγα, σκέψη. Και τέλος ας ψάξουμε μαζί με τον συγγραφέα ποιος είναι αυτός που δεν μιλάει με κανέναν, αλλά διηγείται με το «νι» και με το «σίγμα» την οικογενειακή του κατάσταση και όχι μόνο...
                                             **--**--**
*Η γυναίκα-μάνα στήριγμα στο παιδί της, παραδομένο στην καταστροφή των ουσιών, γιατί
«τόσα χρόνια στα προγράμματα, έναν πατέρα δεν είδα όλο μανάδες. Μαθημένες στα ψέματα, δεν τις χαλάει ένα ακόμα και η μάνα μου το ξέρει, αλλά ήθελε να το παλέψουμε. Έτσι έλεγε. Να το παλέψουμε».
*Αγωνία μέχρι να φτάσεις στο ΚΑΤ, θα προλάβεις να τον δεις ζωντανό; Ήταν ένας έρωτας. Ένας μεγάλος έρωτας αν και του ήσουν θυμωμένη.
«Μετράς από μέσα σου τα δευτερόλεπτα μέχρι να κλείσουν οι πόρτες, κάθε δευτερόλεπτο κι ένας χτύπος της καρδιάς..»
*Τι γυρεύεις μες στο τρένο με γαλάζιες παιδικές πιζάμες και παντοφλάκια με λιοντάρια; Ευτυχώς που δεν είμαι γυμνή σκέφτεσαι. Ποιος σε σημαδεύει με όπλο; Ζητάς βοήθεια. Κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει, ζεις στην αλήθεια του παραμυθιού σου.
*Η Έλλη νεαρή συγγραφέας σκέφτεται το κείμενο της που έστειλε στον εκδότη της, όταν άκουσε διαφορετικά το όνομά της
«Ελιζαβέτα». Μιλάει μια γυναίκα με σπαστά ελληνικά:
«(Η )Μπήκε νύχτα στο κλινική, άντρα πολλοί, φωνάζει έξω ξένοι έξω παράνομος. Στο νοσοκομείο την πιάσει. Μπήκε νύχτα στο κλινική, άντρας πολλοί, φωνάζει έξω ξένοι, έξω παράνομος, μπήκε θαλάμο έδιωχνε νοσοκόμα. Ελιζαβέτα φωνάζει, πώς φύγω, γιαγιά εγκεφαλικό, άντρας βγάλει έξω Ελιζαβέτα, κλοτσές, αστυνομία πάει, δεν πιάνει άντρας, πιάνει ‘Ελιζαβέτα, ε, τώρα απέλαυση». (Θ) Απέλαση το λένε>>.
* Ας ακούσουμε κι αυτή τη φωνή.
«Αυτοί κάνουνε πως με πληρώνουνε κι εγώ κάνω πως δουλεύω. Σιγά τα λεφτά, αλλά κι αυτά θα μου λείψουνε, έχω παιδιά να ταΐσω, γυναίκα να ταΐσω… για πάρτη μου δεν χαλώ τίποτα. Έναν καφέ την ημέρα. Ενενήντα σεντς, αφήνω ευρώ στην κοπέλα. Φτωχύναμε, αλλά μη γίνουμε και γύφτοι. Ωραίο κομμάτι. Της τον σφύραγα άνετα..»
*Να μην σου τύχει να είσαι μες στο τρένο, μαζί με τον αφηρημένο τρομοκράτη, αλλού προορίζεται η σακούλα με την προκήρυξη και τις ντομάτες στ’ αριστερό του χέρι και αλλού τα δυναμιτάκια με όσες ντομάτες περίσσεψαν στο δεξί.

Ας ακούσουμε κι άλλες φωνές. Πολλές ασταμάτητες φωνές σαν τα τζιτζίκια το καλοκαίρι.
*           «Κουβαληθήκανε εδώ πέρα και κάνανε τις ζωές μας άνω κάτω, μας βαράνε, μας ληστεύουνε, μας σπαν’ τα μαγαζιά, σε λίγο θα μας πηδάνε και τις κόρες. Συγγνώμη κιόλα, κυρ-Δημήτρη. Τι να κάνουμε, να καθόμαστε να τους κοιτάμε;……. Ε και να ‘χα καραμπίνα, έναν έναν θα τους καθάριζα».
*           <<Η μάνα του δεν ήξερε να γράφει. Ούτε να διαβάζει. Την τελευταία φορά στο γηροκομείο δεν τον αναγνώρισε καν. Κάθισε δίπλα της και κράτησε το αριστερό της χέρι μέσα στα δικά του. «Βοήθεια» φώναξε. Όλα τα κεφάλια γύρισαν προς το μέρος της… Ο Πέτρος έμεινε με τα χέρια ανοιχτά, παράλληλα μεταξύ τους, λες και είχε μόλις απελευθερώσει ένα αιχμάλωτο πουλί…. «καλά που ήρθες» είπε εκείνη στον νοσοκόμο και χάιδεψε την ανάστροφη της παλάμης του. «Αυτός θα με βίαζε» και έδειξε τον Πέτρο>>.
*           <<Ένα από αυτά τα δάχτυλα του γέρου –ο δείκτης του αριστερού χεριού για την ακρίβεια- είχε δείξει στον έφηβο τότε Προκόπη τον δρόμο της εξόδου. «Δεν μπορεί αυτή η πόρνη να κοιμηθεί στο κρεβάτι της μάνας μου» του είχε πει με φωνή τρεμάμενη αλλά κατά βάθος σίγουρη ο Προκόπης…
Σήκωσε το αριστερό του χέρι…. ο Προκόπης ευχήθηκε να το κατεβάσει στη μούρη του, να του ανοίξει τη μύτη να του σκίσει τα χείλη, να του σπάσει ει δυνατόν ένα δυο δόντια….. «Όταν γυρίσω, μη σε βρω εδώ, είπε με σταθερή φωνή και του έδειξε την πόρτα>>.
*           «το πρωί στο βαγόνι άκουσε ένα νέο κορίτσι να διαμαρτύρεται «κάθε μέρα τίγκα ο ηλεκτρικός. Πού πάνε πέρα δώθε τόσοι γέροι;»……… Το πρόσωπό της εκπέμπει την ψευδαίσθηση του άφθαρτου. Στα διαυγή της μάτια διαβάζει τη βεβαιότητα ότι την περιμένει μια ζωή γεμάτη ευκαιρίες. Ούτε που θα καταλάβεις για πότε και πώς θα τις σπαταλήσεις, σκέφτεται. Ούτε που θα καταλάβεις για πότε θα συνωστίζεσαι σε γεμάτα βαγόνια, για πότε θα μετακινείσαι άσκοπα σε μια πόλη που δεν σ’ έχει ανάγκη».


Και άλλες φωνές αέναες, λέξεις, λόγια που φτερουγίζουν πάνω από τα κεφάλια μας, μπαινοβγαίνουν στα αυτιά μας, καμιά φορά στη σκέψη, ίσως και στην καρδιά μας
 
Η Αρετή Καράμπελα μετά την συνάντηση της Λεσχης μας έγραψε:
 
Η ομάδα, στο βιβλίο του Γιάννη Γορανίτη, 24, διέκρινε πολλές όψεις της σύγχρονης ζωής, όχι βέβαια ευχάριστες, πλην όμως αληθινές. Οι επιβάτες του συρμού, άλλοτε εσώκλειστοι στο δικό τους σύμπαν κι άλλοτε ωτακουστές και παρατηρητές των άλλων, αναμετρώνται με τα δύσκολα και αδιέξοδα του βίου τους. Με γλωσσική πιστότητα, οι ήρωες υποδύονται τους ρόλους τους και βυθίζονται στα όρια του κόσμου και του εαυτού, αυθόρμητα και αθόρυβα. Νέοι, γέροι, μικρά παιδιά, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, πειστικά εκφέρουν τη ζωή τους σε εικόνα και λόγο, τραβώντας την κουρτίνα των προφανών και ανομολόγητων, στη διάρκεια των 24 σταθμών του τρένου. Επιβιβαστείτε. 

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019 το πρωϊ 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου και θα αναλύσουμε το βιβλιο του Ίαν Μακ Γιούαν " Νόμος περι Τέκνων", εκδόσεις Πατάκη.

Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλίο αυτό:
Πυκνή και ψυχρή, θα έλεγα, στο βιβλίο αυτό, η γραφή του πολυβραβευμένου – σπουδαίου συγγραφέα Ίαν Μακ Γιούαν. Θίγει θέματα κοινωνιολογικά, ως οι επαγγελματικές  και ερασιτεχνικές απασχολήσεις, οι δικαστικές αποφάσεις - άλλες σωστές, άλλες επικίνδυνα λαθεμένες- οι μακροχρόνιες συζυγικές σχέσεις με βασικό κορμό τη συνήθεια, όπως οι ηλικιωμένοι ήρωες του βιβλίου,  η εκτροπή της συνήθειας αυτής,   από την υποβόσκουσα ερωτική ορμή των νιάτων και τέλος οι αποφάσεις, στο ατομικό ζύγι του καθενός, άλλες σωστές και άλλες λαθεμένες μέχρι θανάτου.
Όπως τα περισσότερα έργα του συγγραφέα οι σκηνές κυλούν κινηματογραφικά. Στο «Νόμος περί Τέκνων», μας μεταφέρει σε περιβάλλον αστικό, ανθρώπων επιστημόνων, με οικονομική επιφάνεια και καριερίστικη αντίληψη. Οπωσδήποτε με χόμπι όπως το πιάνο και η κλασική μουσική για την 59χρονη δικαστίνα Φιόνα Μέι, ηρωίδα του έργου και τον σύζυγό της Τζακ, καθηγητή πανεπιστημίου, αφοσιωμένο στις γεωπολιτικές του διαλέξεις και στην αγάπη του για την τζαζ μουσική.
Η Φιόνα στο Ανώτατο δικαστήριο – τμήμα Οικογενειακών Υποθέσεων- είναι καθημερινά απασχολημένη και σε ετοιμότητα, καθ’ υπέρβαση,  με την απαιτητικότητα της δουλειάς της,  χρειάζεται την άμεση επίλυση σοβαρών υποθέσεων με λεπτό και ευκταίο τρόπο. Η οδύνη των υποθέσεων, γάμοι διαλύονται, καυγάδες συζύγων για τα  παιδιά, θρησκείες αντιδρούν με φανατισμό στον ορθό λόγο, παίζοντας τη ζωή 17χρονου παιδιού με τον   θάνατο, εξιτάρουν και εντυπωσιάζουν την Φιόνα, της οποίας το όνομα είναι στο επίκεντρο των αξιέπαινων δικαστών.
Έχει  στα χέρια της  την υπόθεση του 17χρονου Άνταμ, πάσχει από λευχαιμία, αλλά αρνείται πεισματικά, όπως και οι γονείς του,  στην μετάγγιση αίματος, που θα του σώσει τη ζωή του, για θρησκευτικούς λόγους.
Πριν βγάλει απόφαση,  η Φιόνα ζητάει να δει τον νεαρό Άνταμ, σε λίγους μήνες ενηλικιώνεται και δεν θα έχει καμιά  δικαιοδοσία επάνω του.
Μια συνάντηση, μια κουβέντα μ’ ένα άρρωστο παιδί. Ένα παιδί συγκροτημένο, με ιδέες, έγνοιες και ανησυχίες ενηλίκου. Μια συζήτηση μαζί του φέρνει την καθαρή εικόνα του προγενέστερα καλού γάμου της. Γάμος με έρωτα, γάμος χωρίς παιδιά, με την καριέρα αμφοτέρων να υπερτερεί. Γάμος  που φθείρεται με την κακή χρήση του χρόνου. Οι νόμοι είναι ορθοί, την καλύπτουν στις αποφάσεις της, έναντι εκείνων των συναισθημάτων, πίστεως και ηθικής του κάθε ανθρώπου.
Η Φιόνα με ένα βλέμμα, λίγα λόγια και σύμμαχο τον Νόμο σώζει το παιδί. Πρωτόγνωρα συναισθήματα διακατέχουν τον νεαρό και πέφτει με ορμή ταύρου για τα μάτια της Φιόνας, για τον έρωτα, για την αγάπη, για τη φιλία, για τη ματιά της μάνας, όπως εκείνος ήθελε.
Η Φιόνα τον τράβηξε πίσω στη ζωή, εκείνος  την ευχαριστεί με ένα ερωτικό φιλί  στο στόμα κι εκείνη ανταποδίδει με αίσθημα ενοχής και δεν αργεί να επανέλθει στις συμβατικές της υποχρεώσεις και στην κοινωνική ηθική, αναφορικά με τον έρωτα. Ο νεαρός της γράφει ποιητικές επιστολές σε αχνογάλαζες σελίδες, που εκείνη καταχωνιάζει κυρίως από τον εαυτό της. Μέχρι που τ’ αγόρι  αγνά και άδολα της επιστρέφει τη ζωή που του χάρισε.

**Βάδισε αργά στην οδό Θίομπαλντ συνεχίζοντας να αναβάλλει τη στιγμή της επιστροφής. Αναρωτιόταν ξανά μήπως η αγάπη που είχε χάσει ήταν γι’ αυτή μια σύγχρονη μορφή ευυποληψίας, μήπως αυτό που φοβόταν δεν ήταν η περιφρόνηση  και ο εξοστρακισμός, όπως στα μυθιστορήματα του
Φλωμπέρ και του Τολστόι, αλλά οίκτος. Η μετατροπή της σε αντικείμενο γενικευμένου οίκτου ήταν επίσης μια μορφή κοινωνικού θανάτου. Ο δέκατος ένατος αιώνας βρισκόταν πιο κοντά απ’ όσο πίστευαν οι περισσότερες γυναίκες. Το να την πιάσουν στα πράσα να παίζει τον ρόλο της σ’ ένα στερεότυπο φανέρωνε μάλλον κακό γούστο παρά ηθικό παράπτωμα. Ανήσυχος σύζυγος  στην τελευταία του ζαριά, γενναία συμβία που διατηρεί την αξιοπρέπειά της, νεότερη γυναίκα απόμακρη και ανεπίληπτη. Κι εκείνη που είχε νομίσει ότι οι μέρες που υποδυόταν το οτιδήποτε είχαν τελειώσει πάνω στο καλοκαιρινό γρασίδι,  ακριβώς πριν ερωτευεί.**

H Aρετή Καραμπελα έγραψε τα παρακάτω μετα την συνάντηση της Λέσχης για το βιβλιο αυτό:
Το βιβλίο του Ίαν Μακ Γιούαν, Νόμος περί τέκνων, κινητοποίησε την ομάδα. Ο Νόμος και η Ηθική, η ηθική της ατομικής συνείδησης, η θρησκευτική προσήλωση, η φθορά μέσα στο γάμο, το ατομικό και το συλλογικό, σ' ένα παστίς με αριστοτεχνικές συναρμογές. Όπως και στη ζωή, η ιστορία μας επιφυλάσσει ένα αμφίθυμο τέλος.Η ηρωίδα επιστρέφει στην κανονικότητα της ζωής της και ο άρρωστος προστατευόμενός της, πεθαίνει.

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

"Μελανά όπως τα Μούρα" της Αρετής Καράμπελα, εκδόσεις Θράκα

Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου το πρωϊ 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου και θα αναλύσουμε την συλλογή διηγημάτων της συντονίστριάς μας Αρετής Καράμπελα  "Μελανά όπως τα Μούρα "εκδόσεις Θράκα.

  
Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλίο αυτό :
Η Αρετή Καράμπελα γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Εργάστηκε ως φιλόλογος  στην ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση. Εκτός από διηγήματα γράφει και παραμύθια. Αυτό είναι το πρώτο της πεζογραφικό βιβλίο.
Το βιβλίο «ΜΕΛΑΝΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΜΟΥΡΑ» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι μια ευχάριστη έκπληξη για τον αναγνώστη. Μέσα σ’ αυτό το μικρό βιβλίο ξετυλίγονται είκοσι πέντε σπουδαία διηγήματα. Εξαιρετικά δυνατά κείμενα, πυκνή γραφή,  παραμυθητική αφήγηση∙  η δύναμη της γλώσσας απολύτως συνεπής με τις ευφάνταστες και ρεαλιστικές ιστορίες. Τα θέματα σε μαγεύουν κυριολεκτικά και δεν τα ξεχνάς εύκολα. Όλα πλάθονται σαν παραμύθι, όπως η σκοτεινή ενέργεια της ανθρώπινης φύσης, η θεϊκή φύση, η φύση ζώων-φυτών και το υγρό στοιχείο, λίμνες, καταρράκτες, θάλασσα, βάλτοι, που διατρέχει σχεδόν όλο το βιβλίο. Τα πάντα είναι παράξενα και μη αναμενόμενα, ανατρέπει τα κλασικά που συνήθως συναντάμε στα παραμύθια. Άγγελοι και δαίμονες, έρωτας σε αντιπαράθεση με τις εμμονές θανάτου, φως, σκοτάδι, μαγεία, υπέρβαση. Λιτές, αντιφατικές,  πληθωρικές ιστορίες με εσωτερική συνοχή. Ήρωες άνθρωποι, ζώα, δάση, λουλούδια.
-Σίγουρα την αγαπούσες την καλόκαρδη Βάγια, όμως την έριξες, απερίσκεπτα, στα δόντια του αγαπημένου σου λύκου,  με τη σειρά σου τον σκοτώνεις εξ επαφής και ας σε κοιτούσε με λυπημένο βλέμμα. Δεν ξέρω πως ένιωσες, όταν η Σενεγαλέζα χορεύτρια τραγούδησε ένα μακρόσυρτο μοιρολόι του τόπου της.
-Μήπως σε ξέχασαν; Μήπως δεν περισσεύει χρόνος για την μάνα; Κι εσύ μάνα έφτιαξες λαχταριστή κοτόσουπα, τάισες τις γάτες της γειτονιάς σου, ενώ σε παρακολουθούσαν παιδί με τη γάτα του αγκαλιά, βρόμικοι και πεινασμένοι. Είναι επίμονο το παιδί, όπως και η πείνα του, σου ζητάει τροφή. Τον ταΐζεις, τον δελεάζεις με μια μερίδα ακόμα αν πάει να πλύνει τα χέρια του. Και συ γιατί να μην έχεις ένα εγγόνι και αναγκάζεσαι να πλένεις και να ταΐζεις ξένα παιδιά; Μήπως όμως δεν είναι τόσο ξένα;…… κάτω από το τραπέζι, το αγόρι που την κοίταζε μέχρι το ύψος του λαιμού, δοκίμαζε την αντοχή ενός πλαστικού σκοινιού για μπουγάδα.
- Έχουν εντολή οι στρατιώτες  για τη διακομιδή της νεκρής γριάς του. Ο γέρος αρνείται πεισματικά κανείς δεν θα αγγίξει την γυναίκα του, τη μάγισσά του. Τους παρασύρει σε βαθύ λαγούμι,  τους θάβει ζωντανούς. «Θέλατε να μου την πάρετε; είπε και γύρω του σχηματίστηκε χορός από κερασφόρες  σκιές. Χάραμα ήταν, όταν υποβασταζόμενη η γριά, με μια αρμαθιά  κέρατα γύρω από το λαιμό, βγήκε από το σπίτι και πολύ αργά πλησίασε το λάκκο».

-Θες δεν θες, θα αγοράσεις από το ανθρωπόμορφο παγώνι έξι παρδαλές πουλάδες. Στο σύρμα ανεμίζει ένα σημείωμα «μου τις πληρώνεις όταν ξαναπεράσω».
-Ζεις σε περίοδο μεγάλης θλίψης λόγω του χωρισμού σου, έντονα συναισθήματα όπως απογοήτευση, μελαγχολία, στεναχώρια σε επηρεάζουν. Μπήκε σπίτι σου είναι μαυριδερή έχει ένα μάτι γυάλινο, της είπες ότι η γυναίκα σου σε παράτησε για κάποιον άλλο.. Σου έκανε έρωτα η μαυριδερή γύφτισσα με το γυάλινο μάτι
-Είχα μπροστά μου το πορτρέτο μιας θλιμμένης κοπέλας με ανοιχτόχρωμα μάτια, μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και κατάλευκό δέρμα. Αισθάνθηκα άβολα. Ένιωθα σα να κοιτάω τον εαυτό μου από την κορνίζα.
-Στο κοίλωμα του βράχου με την κάπαρη, την έπιανα απλά απ’ τον ώμο και τα δάχτυλά μου άγγιζαν μόλις το λαιμό της. Ήξερα ότι θα γυρίσει να με κοιτάξει για να συνεχίσουμε μέχρι την πλακόστρωτη ανηφόρα. Η θέα από κει σε καθήλωνε.
-Ο ατμός από το νερό του καταρράχτη με πιτσίλισε στα βλέφαρα και γύρισα το κεφάλι κλείνοντας τα μάτια. Όταν τα’ άνοιξα, τον είδα να με κοιτάζει κλαίγοντας. Τα μάτια του γυάλιζαν και ακούμπησε το πόδι του στο γόνατό μου.
-Γυρίζω τη Νίτσα ανάσκελα και βυθίζω τα δάχτυλά μου πρώτα στα κατάμαυρα μαλλιά της και μετά στο σκοτάδι ανάμεσα στα πόδια της.
-Από το κλαδί που της εμπόδιζε τη θέα, είχε φουρνίσει το μπαστούνι της.
-Δικό σου το διαμέρισμα μετά το θάνατο του θείου. Μετακομίζεις εκεί σε βολεύει είναι κοντά στη δουλειά. Όμως άρον άρον το παρατάς ξαναγυρίζεις στο παλιό σου σπίτι, αφού κόλλησες το «Ενοικιάζεται» με κόκκινα γράμματα.
-«Πώς θα σε πλύνουμε χωρίς σαπούνι;» της λέγαμε, «και να θέλεις να πεθάνεις, δεν μπορείς» Εκείνη πάντα έβρισκε τον τρόπο και το αντικαθιστούσε κι εμείς πάλι το κλέβαμε, γιατί ήταν ακριβό και μύριζα πασχαλιά.
-Ούτε τα αποκαΐδια από το δωμάτιο της μάνας μου, μπόρεσα να σκουπίσω. Έπεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι της, που μύριζε νάιλον κάλτσες και καμμένη σάρκα.
-Είναι αλήθεια ότι στη σχολή δεν είχαν μάθει να μακιγιάρουν νεκρούς. Ο φαλακρός, θα μπορούσε να της φανεί χρήσιμος.
-Στοργικά, πλησίασε πρώτη η μάνα του και τον σήκωσε στα χέρια της, σκουπίζοντας με το μπροκάρ της φόρεμα το πρόσωπό του….
 -Πριν βγει, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε για πρώτη φορά τους  κροτάφους του γκρίζους, σχεδόν άσπρους. Το μέτωπό τους κίτρινο, σαν το κερί.
-Το νερό είχε ήδη σκεπάσει την ορχήστρα και τα τραπέζια, ανεβαίνοντας όλο και πιο ψηλά.
-Δεν είχα δει ωραιότερο πρόσωπο προφίλ. Ψηλό μέτωπο, αρχαιοελληνική μύτη, καλογραμμένα χείλη, μακρύς λαιμός.
-Για να με ευχαριστήσει, τις πιο πολλές φορές μ’ άφηνε να σκαρφαλώνω στην πλάτη του…  Η μάνα μου του είχε εμπιστοσύνη. Μ’ έβλεπε μάλιστα από το μπαλκόνι στην αγκαλιά του..
-Τα αρχαία ξόρκια κατρακύλησαν από το μυαλό στη μύτη της κι από κει στο στόμα και μπούκωσαν το λαρύγγι της με πνιχτές κραυγές.
-Αχόρταγα χείλη με ρουφάνε. Αρχίζω πάλι να αναπνέω…
-Ακούγεται πυροβολισμός. Το χέρι του κυνηγού μόλις που προεξέχει από το βάλτο. Το χέρι της ταριχεύτριας με το κοτσύφι, σα να κάνει νεύμα στο πουθενά. Τα μαυροπούλια σχηματίζουν ελλειπτικούς κύκλους πάνω απ’ το βάλτο.
-Όλο το σπίτι άκουσε καθαρά, αργά το βράδυ, τα ουρλιαχτά της, όταν μπήκαν στο δωμάτιο και την είδαν γυμνή από’ τη μέση και πάνω με το στήθος γεμάτο αίματα.
-Το πρωί, όταν σηκώθηκε, φόρεσε τις παντόφλες, κατέβασε το ξυπνητήρι και γύρισε στη μεριά του. Τα χείλη του, μελανά και γλυκά όπως τα μούρα.

Η Αρετή Καράμπελα έγραψε μετά την συνάντησή μας:
Η ομάδα είχε θετική άποψη για τη συλλογή διηγημάτων "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα. Ξεχώρισε την εικονοποιητική  γραφή, τις αντιθέσεις, τις ανατροπές στον επίλογο,, το παιχνίδι με τις παραλλαγές του θανάτου, τα ζώα πρωταγωνιστές του ενστίκτου, τον έρωτα θυσία στο βωμό των σχέσεων, την απενοχοποίηση του Κακού. Ένσταση υπήρξε για τη σκοτεινότητα και τη βαρυθυμία των θεμάτων. Στη ζωή όμως το βάρος από τα δύσκολα μας διαμορφώνει. Ας μην το ξεχνάμε. 

Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

"Οι καλοί " της Χανα Κεντ, εκδόσεις Ίκαρος

Προσοχή : Νέα συνάντηση της Λέσχης θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 12 Νοεμβρίου το πρωϊ 10πμ-12πμ στη Δημοτική Κοινότητα Διονύσου αφού αναβλήθηκε η συνάντηση της Δευτέρας  01.10.2018.Θα αναλύσουμε το βιβλιο  "Οι καλοί "  της Χανα Κεντ, εκδόσεις Ίκαρος.

Η Ευγενία Μακαριάδη εγραψε για το εν λόγω βιβλίο:
 «ΟΙ ΚΑΛΟΙ» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της Χάννας Κεντ, βασίζεται, όπως και το πρώτο, «Έθιμα ταφής», σε αληθινή ιστορία. Τα συγκλονιστικά γεγονότα του έργου διαδραματίζονται στην Ιρλανδία- Κομητεία του Κέρι- το 1825 και συγκεκριμένα σε μια μικρή πεδιάδα ανάμεσα σε υψώματα και ποτάμια, όπου,  κατά τα θρυλούμενα, οι λιγοστοί κάτοικοι πιστεύουν σε  δαίμονες, οι οποίοι προκαλούν φθορές σωματικές, ψυχικές, υλικές και άλλες. Οι κάτοικοι  ευνοϊκά διατεθειμένοι προς τα κακά πνεύματα, τους αποκαλούν, κατ’ ευφημισμόν, «Οι Καλοί».
Η συγγραφέας απεικονίζει πιστά την εποχή, την νοοτροπία των ανθρώπων, τα ήθη και έθιμά τους, τις δοξασίες, το δόγμα της θρησκευτικής πίστης που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, τις κακολογίες, τους φθόνους σε κάθε τι ξένο ή παράξενο. Η φτώχεια, και τα επακόλουθα ενός ανελέητου σκληρού χειμώνα, που καταστρέφει λιβαδότοπους, χωράφια, μια χέρσα γη ακαλλιέργητη σε ακαλλιέργητους ανθρώπους του 19ου αιώνα.
Η Νόρα Λίχι μετά τον θάνατο της κόρης της φροντίζει μαζί με τον σύζυγό της, Μάρτιν, το εγγόνι της, τον Μίχολ, που πάσχει από μυϊκή παράλυση. Η ζωή της  γίνεται αβάσταχτη, όταν ξαφνικά πεθαίνει ο Μάρτιν. Η καθημερινή κούραση την αναγκάζει να βρει την νεαρή Μαίρη για βοηθό στο σπίτι. Ντρέπεται για το εγγόνι της που δεν μπορεί ούτε να μιλήσει και περπατήσει.  Αναπολεί την κόρη της, όταν ζούσε, και γέννησε τον Μίχολ. Τότε ήταν ένα φυσιολογικό και όπως έπρεπε παιδί. Σταμπαρισμένος ο Μίχολ από τους κατοίκους στην κοιλάδα, για τις αρρώστιες,  τη φτώχεια και τις κακοτυχίες τους.  Η Νόρα θέλει να απαλλαγεί από το κακό που δεν είναι άλλο από τον εγγονό της. Ζητάει τη βοήθεια μιας ηλικιωμένης μοναχικής γυναίκας, της Νανς, η οποία ξέρει να θεραπεύει με βότανα, αλλά έχει και τη φήμη μάγισσας. Η Νανς είχε έρθει από μακριά και εγκαταστάθηκε σ’ ένα καλύβι με την κατσίκα της, στην άκρη της κοιλάδας. Επιβιώνει με τη συλλογή βοτάνων και θεραπεύει αυτούς που ζητούν τη βοήθειά της και δεν είναι λίγοι.
Η Νανς επιβεβαιώνει την Νόρα ότι το παιδί είναι πράγματι στοιχειό και θα την βοηθήσει να επαναφέρουν το χαμογελαστό αγόρι που ήταν. Το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό για το παιδί, έχει επιπτώσεις στη Νόρα, στη Μαίρη και ιδιαίτερα στην  Νανς που ούτως ή άλλως, ως ξένη,  θεωρούταν  γρουσούζα για τους χωρικούς της κοιλάδας. 

<< Η Νόρα χτένισε τα μπερδεμένα της μαλλιά με τα δάχτυλα και κοίταξε τον Μίχολ. Όταν τον χτύπησε, της είχε φανεί σαν να κρατιόταν στο χείλος ενός γκρεμού θεοσκότεινου∙ ένα βήμα της χώριζε από μια άβυσσο μαύρη, απ’ όπου –το ξερε- δεν θα μπορούσε ποτέ να γυρίσει. Ποιος ξέρει πού θα ‘χε φτάσει, αν δεν έμπαινε κείνη τη στιγμή η Μαίρη με το γάλα. Αν δεν την ξάφνιαζε και δεν την σταματούσε.
Τι έχω πάθει;
Η Νόρα πίστευε από πάντα πως ήτανε καλή γυναίκα. Καλόκαρδη. Αλλά πάλι, σκέφτηκε, μπορεί να ‘μαστε καλοί μόνο όταν η ζωή μας αφήνει να είμαστε καλοί. Μπορεί η καρδιά να σκληραίνει, όταν δεν έχει τα χάδια της καλοτυχιάς να την μαλακώνουνε.
Ο κατήγορος έμεινε σκεφτικός για μια στιγμή. «Θα πρέπει να ‘νιωσες μεγάλη ανακούφιση, κυρία Λίχι… Μια γυναίκα σου λέει πως δεν είναι παιδί, αλλά τελώνιο. Πόση ανακούφιση θα ‘νιωσες, καταλαβαίνοντας ότι δεν είχες υποχρέωση καμιά απέναντί του». Η Νόρα είδε τον δικηγόρο να σηκώνει ψηλά τα χέρια, γυρίζοντας προς τους ενόρκους. Στα πρόσωπά τους φάνηκε η δυσφορία τους. Κούνησε το κεφάλι της, ανήμπορη να μιλήσει. Δεν θα καταλάβαιναν. Δεν είχαν δει την τρομερή αλλαγή του παιδιού. Δεν ήταν πια άνθρωπος μέσα του. Μέχρι μέσα στα κόκαλά του είχε μπει το τελώνιο, το μαύρο σκληρόπετσο δαιμόνιο…
Η νύχτα ήρθε ξάστερη. Το φεγγάρι σηκώθηκε λεπτή γραμμούλα. Η Νανς κάθισε στις κρύες στάχτες του σπιτιού της και έσκαψε με τα χέρια, ώσπου ένιωσε ζεστασιά της φωτιάς στο χώμα. Μέσα κει πλάγιασε και σκεπάστηκε στις στάχτες>>.
Προσωπικά μου άρεσε το πρώτο βιβλίο της συγγραφέα, το «Έθιμα ταφής». Βρήκα το δεύτερο βιβλίο «Οι Καλοί» πιο αδύναμο του πρώτου και προβλεπόμενες οι εξελίξεις του. 

 Μετά την συνάντηση της ομάδας, η Αρετή Καράμπελα έγραψε σχετικά :
Το δεύτερο βιβλίο της Χάννα Κεντ, "Οι καλοί", μάγεψε την ομάδα, όπως συνέβη και με το πρώτο της "Έθιμα ταφής", από τις εκδόσεις Ίκαρος. Παρά τους κάποιους ενδοιασμούς για τις ομοιότητες των δύο βιβλίων- μια συνταγή επιτυχίας που επαναλαμβάνεται- οι αρετές και το γνήσιο υπόστρωμα του ταλέντου της συγγραφέως, είναι κοινός τόπος. Με την ίδια ανάγλυφη γλώσσα και τους σοφά χτισμένους χαρακτήρες, το βιβλίο προβάλλει τη φύση και τα όρια Του Καλού και του Κακού. Χωρίς στενά ηθικά πλαίσια, όταν δικαιολογείται πειστικά ακόμη και ο φόνος ενός μικρού άρρωστου παιδιού στο όνομα του δαιμονισμού του, η Κεντ μας θέτει ενώπιον της σκιερής πλευράς του εαυτού μας που αδειοδοτείται να υπάρχει  πλάι στη φωτεινή. Επιλέγοντας ένα ιστορικό πλαίσιο  παλαιότερης εποχής, με εμμονική προσήλωση στην ακριβή αναπάράστασή της, προβάλλει αξίες διαχρονικές και ανθρώπινες, επικαιροποιεί την ανάγκη ενίσχυσης του χαμένου εν πολλοίς συναισθητικού και ενστικτώδους εαυτού, τονίζει την αξία της προσφοράς στον Άλλο, τη μοναχικότητα ως μοίρα αναπότρεπτη των ανθρώπων που είναι διαφορετικοί.    Ό,τι χάνεται ανεπιστρεπτί από τον γνήσιο Εαυτό, διαμαρτύρεται απειλητικά και παράφωνα. Δαιμονοποιείται από τους υπόλοιπους και αποβάλλεται, μέχρι τα τεκμήρια της έλλειψής του να φανερωθούν. Τότε εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση του καθενός να επιλέξει μεριά. Τη μεριά των καλών; Τη μεριά των κακών ή τη μεριά των καλόκακων; Μένει να το δούμε.