Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

ΕΘΙΜΑ ΤΑΦΗΣ της HANNAH KENT εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Στις 6 Οκτωβρίου ημέρα Τρίτη  και ωρα 17:00 η ομάδα ανάγνωσης θα αναλύσει το βιβλίο της HANNAH KENT "ΕΘΙΜΑ ΤΑΦΗΣ" εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Ευχόμαστε ολόθερμα να έχετε ενα ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Υπεύθυνη της Ομάδας Ανάγνωσης κα. Βιβίνα Βαλσαμάκη 2108150606


 H Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλίο:
Η ομάδα ανάγνωσης αισθάνθηκε αλληλέγγυα με την Άγκνες Μαγκνουστότιρ, κεντρική ηρωίδα της Κεντ στα"Έθιμα ταφής"και διερωτήθηκε με αφορμή την πολυπρισματική αφηγηματική τεχνική της συγγραφέως, αν ο τρόπος που μας βλέπουν οι άλλοι μας καθορίζει, αν η εξυπνάδα και η ανεξαρτησία, ακόμη και σήμερα, σε μια γυναίκα, γίνεται αντικείμενο φθόνου και τιμωρείται, αν μπορούν να συνυπάρξουν αντίπαλα συναισθήματα μέσα μας, αν ο τόπος και ο χώρος που γεννιόμαστε μας καθορίζει, αν μπορούμε να αποφύγουμε την τραγική διάσταση του εαυτού μας, αν τελικά ακόμη και την ύστατη ώρα της ζωής μας υπάρχει η δυνατότητα να δικαιωθούμε.
Αυτό επίσης που συνεπήρε ιδιαίτερα, ήταν η φύση της Ισλανδίας, με το θανάσιμο κρύο και τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης, ως ξεχωριστός και ισότιμος με τους ήρωες πρωταγωνιστής της ιστορίας.
Η Κεντ εντέλει μας έδειξε με επιτυχία, στο πρώτο της κιόλας βιβλίο πώς ένα πραγματικό γεγονός μεταμορφώνεται σε μυθοπλασία. Αναμένουμε με περιέργεια το επόμενο.
 
H Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλίο:
Η Χάννα Κεντ γεννήθηκε στην Αδελαϊδα της Ν. Αυστραλίας το 1985.
Το 2011 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο αδημοσίευτου χειρογράφου. Τα Έθιμα Ταφής είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Το βιβλίο έχει αποσπάσει τα εξής βραβεία: ABIA Literary Fiction Book Of The Year 2014, ABA Nielsen Bookdata Bookseller's Choice Award 2014, FAW Christina Stead Award 2013, 2014 Indie Awards Debut Fiction Of The Year, Victorian Premier’s Literary Award People’s, Choice Award 2014.
Ήταν στη βραχεία λίστα για: The Stella Prize 2014, The Baileys Women’s Prize For Fiction 2014, The Victorian Premier’s Prize For Fiction 2014, The ALS Gold Medal 2014, Guardian First Book Award 2013, Nib Waverley Award For Literature 2013.
Πήρα το βιβλίο κι άρχισα να το ξεφυλλίζω∙ ασθενής ούσα, σκέφτηκα ότι αδυνατώ να διαβάσω τετρακόσιες και πλέον σελίδες... όμως...  με ματιές στο τέλος -σημείωμα της συγγραφέως- στην αρχή  στον πρόλογο, άρχισα μια κούρσα ανάγνωσης, ένα ξενύχτι  ψάχνοντας παθιασμένα, σαν τον «Σερλοκ Χολμς», να βρω τι; αφού ξέρω από την αρχή τους δολοφόνους, τα θύματα και σχεδόν τους λόγους των φόνων... όμως ψάχνω αφανίζοντας  σελίδα τη σελίδα το αντικείμενο εκείνο που θα μου δείξει τον τρόπο των εγκλημάτων, το γιατί και όχι μόνο. Η κάθε σελίδα σε ταξιδεύει ποιητικά, λογοτεχνικά, σε κερδίζει με τις λεπτομερείς περιγραφές της παγωμένης γης των χωριών της Ισλανδίας. Η συγγραφέας δίνει μια νοηματοδοτημένη εικόνα του κόσμου της Ισλανδίας του 19ου αιώνα, τα ήθη, τις συνήθειες και τις κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις-πρότυπα της εποχής∙ τις συνθήκες επίσης των εργατών και εργατριών σε υποστατικά που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, αλλά η ζωή τους εξαρτάται από τα αφεντικά. Σε κερδίζουν οι χαρακτήρες των ηρώων και ιδίως (εμένα τουλάχιστον) της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, των Μαργκρέτ και Στέινα Γιονστότιρ, καθώς και του νεαρού ιεροδιάκονου Θόρβαρδουρ Γιόνσον ή Τότι.  Η νεαρή συγγραφέας κέντησε έναν έναν τους χαρακτήρες∙  σε καθήλωναν έντονα συναισθήματα αγωνίας και συγκίνησης, ενώ η αγριότητα έπαιζε σε παράλληλη ευθεία με την ανθρωπιά, την αγάπη, τη συμπόνια.
Τριτοπρόσωπη γραφή στις περιγραφές και πρωτοπρόσωπη στους εσωτερικούς μονολόγους-αφηγήσεις της τραγικής Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, που κρίθηκε ένοχη διπλής δολοφονίας, μαζί με δυο συναυτουργούς.  Διεισδύει ο αναγνώστης στην ψυχοσύνθεση μελλοθανάτου, όπου αναρωτιέται αν η εκτέλεση γίνει δια πνιγμού...  ενώ νιώθεις τον πόνο του χειμώνα βαθιά στα πνευμόνια σου. 
Ας δούμε τώρα τις μας λεει στην υπόθεση του βιβλίου, των δεκατριών κεφαλαίων, η συγγραφέας, που όπως διευκρινίζει είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα της εποχής, όπου ζωντανεύουν πρόσωπα και πράγματα που είχαν δράση στην υπόθεση, και τα έδεσε με επινοήσεις μυθοπλασίας τόσο ωραία, που είναι σαν να βλέπεις  κινηματογραφική ταινία.  
Η Άγκνες Μάγκνουσντότιρ είναι καταδικασμένη μαζί με δυο συναυτουργούς έναν άντρα και μια γυναίκα, γιατί σκότωσαν το αφεντικό της. Την φυλάκισαν μόνη σ’ ένα μπουντρούμι,  την βασάνιζαν αλυσοδεμένη, νηστική και διψασμένη∙  ακούμε τη φωνή της  χωμένη στα σπλάχνα της : μ’ άφησαν δίχως φως και δεν έχω τρόπο να ξεχωρίζω τη μέρα από τη νύχτα. Έχω ξεχάσει τη μυρωδιά του καθαρού αέρα. Το καθίκι κοντεύει να ξεχειλίσει από τις ακαθαρσίες μου... σύντομα θ’ αρχίσει να χύνεται κατάχαμα.
Μέχρι να την αποκεφαλίσουν, αποφασίζουν να την πάνε βόρεια σε ένα υποστατικό μιας οικογένειας, ως παραδουλεύτρα. Τα μέλη της οικογένειας τρομοκρατούνται, μια στυγερή φόνισσα στο σπίτι τους. Η Μαργκρέτ Γιονστότιρ, ιδιοκτήτρια του υποστατικού,  που την έκοβε η ανησυχία και σκεφτόταν ότι δεν άξιζε συμπόνια σ’ αυτή τη γυναίκα, ανατρίχιασε μόλις οι χωροφύλακες την έστησαν μπροστά της. Η Μαργκρέτ δεν είχε ματαδεί και μυρίσει τόση βρόμα. Η γυναίκα μες την ψείρα,  τα μαλλιά τζίβα από τη λέρα που έφτανε μέχρι τα σκισμένα της παπούτσια. Και όταν διέταξε την κρατούμενη να σηκώσει κεφάλι, βόγκηξε σαν είδε  το λασπωμένο, μελανιασμένο πρόσωπό της, και τα ξεραμένα αίματα γύρω από το στόμα της. Την τράβηξε μέσα στο σπίτι και με θυμό να την πνίγει είπε στους χωροφύλακες να της βγάλουν τις χειροπέδες..
Στο σπιτικό τής Μαργκρέτ, η Άγκνες  χόρτασε νερό, φαϊ και καθαριότητα, δούλεψε και βοήθησε στο υποστατικό όπως όλοι και μέρα τη μέρα ο φόβος, η σιωπή, παραμερίστηκαν∙  η συμπόνια έγινε στοργή, συμπάθεια, φιλία, ενδιαφέρον και τέλος αγάπη, όταν η Άγκνες άρχισε δειλά δειλά να διηγείται στον ιεροδιάκονο Τότι,  και μετά στην Μαργκρέτ, τη ζωή της από παιδούλα πέντε χρονών πεταμένη από τη μητέρα της, μέχρι το πώς έγινε ο φόνος του αφεντικού και ερωμένου της. 
Ο Νάταν, ο αγαπημένος της, τ’ αφεντικό της, που έπιανε τις αλεπούδες και τις έγδερνε για την πολύτιμη γούνα τους κι όταν τον ρώτησε η Άγκνες  πώς τις έπιανε στα βουνά, εκείνος απάντησε ότι το κόλπο ήταν νά πιάσει ένα αλεπουδάκι, του σπαγε τα πόδια, εκείνο ούρλιαζε κι έρχονταν η μάνα του.... «Και το αλεπουδάκι;»  Ξαναρώτησε η Άγκνες.  Κι ο Νάταν είπε: Πολλοί κυνηγοί τ’ αφήνουν εκεί να πεθάνει.  Εγώ του λιώνω το κεφάλι με μια πέτρα».  «Αυτό είναι το σωστό», είπε η Άγκνες.
Κι εγώ ως αναγνώστρια βλέπω σ’ αυτή τη φράση της, καθολικά τη σκέψη της ηρωίδας για τον μαρτυρικό και θανατηφόρο πόνο,  μέχρι τη λύτρωση με θάνατο.
Και τώρα απανθίσματα που σημείωσα:
1) Για τον έρωτα:
Σταμάτησα με φιλιά τα γέλια του κι ένιωσα τη γλώσσα του να πιέζει μαλακά τη δική μου... με φίλησε στο λαιμό και οι σκέψεις μου χάθηκαν στον στρόβιλο του πόθου που ξύπνησε μέσα μου. Με ανασήκωσε στο τραπέζι, παλέψαμε με τα ρούχα μας και πριν καταλάβω τι κάναμε, μπήκε μέσα μου. Δεν ήμουν έτοιμη. Μου κόπηκε η ανάσα. Ένιωθα τα χαρτιά του κάτω από το κορμί μου, φαντάστηκα τις λέξεις να ξεκολλάνε από τις σελίδες και να χώνονται στο δέρμα μου. Τα πόδια μου ήταν τυλιγμένα σφιχτά γύρω του. και ο κρύος θαλασσινός αέρας με είχε αρπάξει από τον λαιμό.
2) Για τον θάνατο:
Μ’ έχουν δέσει στη σέλα, σαν κουφάρι που το πάνε να το θάψουν. Γι αυτούς είμαι μια γυναίκα κιόλας πεθαμένη... τα χέρια μου είναι δεμένα μπροστά μου. Και καθώς προχωράμε, φριχτή πομπή, τα σίδερα χώνονται στη σάρκα μου που ματώνει.... με αλυσοδένουν και με τραβολογάνε... κι εγώ σαν το ζώο πηγαίνω όπου με πάνε, δεν αντιστέκομαι. Γιατί αλλιώς με περιμένει το μαχαίρι. Με περιμένει το σκοινί. Είμαι το άψυχο πουλί στην ακτή. Είμαι στεγνή, φοβάμαι πως δεν θ’ χω ούτε αίμα να τρέξει, όταν θα με σύρουν και θα μου κόψουν με πελέκι το κεφάλι. Όχι, ακόμα ζεστή είμαι το αίμα σφυρίζει στις φλέβες ακόμα, δυνατά σαν τον άνεμο. Αυτοί, που κανείς δεν τους σέρνει με το ζόρι στο θάνατο, δεν καταλαβαίνουν πόσο σκληρά και κοφτερή γίνεται η καρδιά...
Η γυναίκα κοίταξε ψηλά τον άδειο ουρανό. Ο ξαφνικός γδούπος της πρώτης τσεκουριάς αντήχησε σ’ όλη την κοιλάδα.
 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

"Μητέρες και Γιοι" του Θοδωρή Καλλιφατίδη, εκδόσεις Γαβριηλιδη




Επόμενη συνάντηση της Ομάδας μας είναι στις 2/6/215 και ώρα 17.00 ημέρα Τρίτη.





Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για αυτό το βιβλίο:
Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που με κάνει να διαβάζω ξανά και ξανά ένα λιτό βιβλίο, (όπως τα περισσότερα του Καλλιφατίδη), που φαντάζει τόσο μεγάλο, τόσο σπουδαίο στα μάτια μου. Τα θέματά του: αυτοβιογραφικά,  η μετανάστευση, η ξενιτιά, η νοσταλγία για την πατρίδα, η καθημερινότητα, και σε πολλά να επαναλαμβάνει τις οικογενειακές-φιλικές του σχέσεις με ευαισθησία και χιούμορ... 
Θα πω με σιγουριά ότι είναι η τέχνη της γραφής, η τέχνη να παρατηρεί, με την ευαισθησία που διακρίνει τον συγγραφέα, να συγκινείται, να συγκινεί. Θα πω ότι είναι η μανία του βιβλιοσκώληκα να υποτάσσεται στα βιβλία, να αφουγκράζεται – αποτυπώνει, τις εκφράσεις του άλλου και να μπαίνει στα άδυτα της ψυχής του, έτσι που με μια λέξη, έναν μορφασμό να γράφει μυθιστόρημα.. Γράφοντας  μου ‘ρχεται στο νου μια λέξη, μια λέξη που αόρατα περιτυλίγει τις ιστορίες του. είναι η λέξη τρυφερότητα. Η τρυφερότητα που σου απλώνει το χέρι και χαϊδεύει το κεφάλι σου. Μπορεί να είναι το χέρι της μάνας που έχεις χάσει, του πατέρα, του αγαπημένου. Η τρυφερότητα λοιπόν που διατρέχει τα κείμενά του και χωρίς  τραγικότητα των γεγονότων να δακρύζεις από μια λέξη, μια κίνηση. Ακόμα ακόμα να υπογραμμίζεις στοχαστικές φράσεις με φιλοσοφικό βάθος.
Ο ξενιτεμένος στη Σουηδία γιος, που τηλεφωνεί στην Αθήνα κάθε Σάββατο να μιλήσει με τη μάνα του την ίδια ώρα που πίνουν και οι δυο τον πρωινό καφέ τους. Ο ηλικιωμένος γιος που επισκέπτεται την υπερήλικη μάνα μια φορά το χρόνο για εφτά μέρες. Η κάθε μέρα μια ιστορία παράλληλη με ένα γράμμα-κληροδότημα αυτοβιογραφίας, του μακαρίτη πατέρα του- διωγμένου το ’22 από τον Πόντο. Μια διαδρομή της οικογένειάς του μέσα από την κάπνα της πολεμικής απόγνωσης των διωγμών, τους σκληρούς κόπους για επιβίωση και προκοπή, μετά ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ο τρομακτικότερος στη συνέχεια εμφύλιος..  Στα κενά της γραφής του μακαρίτη πατέρα, η ζωντανή μνήμη της ενενήντα δυο χρονών μητέρας του.
Σελ. 7: όταν ήμουν παιδί πίστευα ότι θα πέθαινα πριν από τη μητέρα μου, σύμφωνα με την αρχή ότι το δέντρο επιβιώνει του καρπού του. Με τον καιρό κατάλαβα την ορθή ή τουλάχιστον τη φυσική σειρά των πραγμάτων, οπότε απέκτησα ένα νέο πρόβλημα: πώς θα μπορούσα να της δώσω μια τέτοια λύπη σαν το θάνατό μου;
Σελ. 9: έχουμε γεράσει κι οι δυο κι είναι ώρα να κάνω αυτό που πάντα ήθελα: να γράψω κάτι για κείνη. Δεν ήθελα να το κάνω όσο ζούσε. Τώρα όμως μου φαίνεται πως δεν έχω άλλη επιλογή. Ο θάνατος μας πλησιάζει και τους δυο.
Σελ. 19 & 20: Τα περασμένα είναι το μόνο που έχουμε. Πώς μπορεί κανείς να ζήσει μια αυθεντική ζωή χωρίς να έχει τη σκιά της ανθρωπότητας πίσω του;
Σελ. 70. Καμιά φορά έχω την εντύπωση ότι δε διαλέγουμε τις μνήμες μας αλλά μας διαλέγουν.
Σελ. 195: Με ένα αίσθημα ότι είχα αγγίξει μια λύπη που παραήταν μεγάλη και απομακρυσμένη για να χωρέσει στην ψυχή μου συνέχισα το διάβασμα..
Σελ. 214: -εσύ μαμά, θα γίνεις εκατό, της φώναξα. – Γιατί μόνο εκατό, παρακαλώ; Πες μου πως θα ‘ρχεσαι να με βλέπεις και δε θα πεθάνω ποτέ.
Σελ. 259: οι γονείς μου πέρασαν πολλές δύσκολες στιγμές. Ίσως να έκαναν πράγματα για τα οποία δεν ήταν περήφανοι. Ίσως να είχαν μυστικά. Δε μ’ ενδιαφέρουν τα μυστικά, δεν είμαι της Ασφάλειας. Ένα μοναδικό φως στο σκοτάδι μου αρκεί. Ο πατέρας ήταν ένα τέτοιο φως κι η μαμά είναι ακόμα.
                        
 
Η Αρετή Καράμπελα έγραψε μετά την συνάντησή μας:
Η ομάδα, διαβάζοντας το βιβλίο του Θ. Καλλιφατίδη "Μητέρες και γιοι", αναφώνησε "ναι" γιατί "όλοι θέλουμε όχι μόνο να θυμόμαστε αλλά και να είμαστε οι μνήμες μας".
Το βίωμα και η φιλοσοφική διερώτηση, ο χρόνος προς τα πίσω, οι ρίζες, η καταγωγή, η γλώσσα, το έθος, η παιδική ηλικία συνυφαίνουν το βάρος και το βάθος του εαυτού.
Ανέστιοι και ανερμάτιστοι τυχοδιώκτες, οι μετανάστες, κουβαλάνε το κέλυφος της ψυχής αλώβητο, κολοσσοί μετά τη δοκιμασία της ενσωμάτωσης, με το ένα πόδι στη γενέτειρα και το άλλο στη νέα πατρίδα.
Ισχυρότεροι από πολλούς άλλους, ενώνοντας τις ατομικότητές τους, διαμορφώνουντην εθνική και την υπερεθνική τους ιστορία με υλικά μεγάλης αντοχής και διάρκειας, παραμένοντας ανοιχτοί σε ερωτήματα που έχουν να κάνουν με τις ποιότητες της ζωής και της ύπαρξης.
 

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Ο Ιλιγγος΄ του Πωλ Οστερ , από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος



Το καινούριο βιβλίο είναι  Ο Ιλιγγος΄ του Πωλ Οστερ , από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.  Στις 5 Μαιου , ημέρα Τρίτη , στις 5 μ.μ.


 
 η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλίο αυτό :
«Λέγεται πως αν κάποιος δεν μπορεί να ονειρευτεί τη νύχτα θα τρελαθεί. Με τον ίδιο τρόπο, αν σε ένα παιδί δεν επιτραπεί να επισκεφτεί το χώρο της φαντασίας αυτό το παιδί δεν θα συμφιλιωθεί ποτέ με την πραγματικότητα».  Αυτά είναι λόγια του μεγάλου –παραμυθά- της εποχής μας Πολ Όστερ.
Το κείμενο της μυθιστορίας είναι γοητευτικό και πολυδιάστατο.  ο Όστερ το ‘γραψε από καρδιάς  και μας κατευθύνει εκεί που οι άνθρωποι αναζητούν το μάταιο και τι άλλο είναι η ζωή από την αναζήτηση νοήματος, από την αναζήτηση ταυτότητας. Δομεί και αποδομεί τους ήρωές του, συμβολίζοντας το φως που διαπερνά το σκοτάδι, την ελπίδα έναντι της δυστυχίας, την συντροφιά έναντι της μοναξιάς.  Σκηνές της δεκαετίας του ’20, ο απόηχος των συνεπειών του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι τόποι που χτίζονται, που γκρεμίζονται, που αλλάζουν ως χαρακτήρες.  Ένα σπίτι σε αγρόκτημα, σαν μια μεγάλη σκηνή θεάτρου, όπου ζουν οι πρωταγωνιστές:  ένας δάσκαλος ονόματι Γιεχούντι, ο 9χρονος αλητάκος,  ο πιο βρώμικος και πιο απορριγμένος  απ’ όλους, όπως ο ίδιος λεει, μια ωραία γυναίκα και πλούσια η Γουίδερσπουν, μεγάλος έρωτας του Γιεχούντι, μια ευτραφής Ινδιάνα η Μάμα Σιου, που μαγειρεύει, συγυρίζει, αγαπά, χαμογελά και με το φαφούτικο στόμα της  δίνει το πρώτο μητρικό φιλί στον αλητάκο Γουόλτ. Μαζί τους επίσης ο Αίσωπος, δεκαπέντε χρόνων,  από την Αιθιοπία, τόσο άσκημος και μαύρος, που το χαμίνι, ο Γουόλτ του δείχνει τα ρατσιστικά του δόντια, μέχρι που ο Αίσωπος με τη μόρφωσή του (εκπαιδευμένος από τον δάσκαλο Γιεχούντι, που έχει όνειρα να τον στείλει στο Πανεπιστήμιο Γέιλ και να γίνει κάποτε, αρχηγός της φυλής του) και  την ανώτερη σκέψη του γίνεται ο καλύτερος φίλος του αθυρόστομου Γουόλτ.  Συνταξιδεύουν στη ζωή και βοηθούν όλοι μαζί το δάσκαλο να καταφέρει τον ατίθασο μικρό, που κατά τον δάσκαλο έχει το «χάρισμα», να φτάσει το στόχο και να μπορέσει να πετάξει ψηλά στον ουρανό. Η αμορφωσιά του μικρού, δεν πτοεί το δάσκαλο που του λεει «δεν θα χρειαστεί να χασομερήσουμε για να ξεμάθεις αυτά που ξέρεις, όσο πιο τούβλο είσαι, τόσο πιο εύκολη θα ‘ναι η εκπαίδευσή σου. Εσύ κι εγώ, γιε μου, ξεκινάμε ένα πολύ μακρύ ταξίδι..»
Μια Οδύσσεια με  Λαιστρυγόνους και Κύκλωπες, όπως ο Αλεξανδρινός ποιητής μας λεει. Ταξίδι πηγαιμού, ταξίδι με ανυπέρβλητες δυσκολίες∙  άραγε θα πετύχει το στόχο ο Δάσκαλος;. θα τα καταφέρει ο μαθητής να πετάξει; Θα αντέξει της εκπαίδευσης τα βασανιστήρια, τις τυραννίες, τους εικονικούς θανάτους, όπως  να τον θάβουν και ξεθάβουν; (σελ. 55: ο θάνατος ζει πια μέσα σου, κατατρώει την αθωότητα και τις ελπίδες σου και στο τέλος το μόνο που σου μένει είναι το χώμα, η σταθερότητα, η ανώτερη δύναμη και ο θρίαμβός του).   Η πάλη του πνεύματος και της ύλης. Αρχικά η νίκη του πνεύματος μέχρι που η ύλη κατρακυλώντας παίρνει τη ρεβάνς.
Σελ. 9:  .. αφού από τη στιγμή που δε σε νοιάζει η ίδια η ζωή σου, δε σε νοιάζει και τι θα σου συμβεί κι είσαι έτοιμος να κάνεις τα πιο παλαβά πράγματα, όπως για παράδειγμα να φύγεις μες στη νύχτα με κάποιον που δεν έχεις ξαναδεί.
Σελ. 50/51: -Όσα νομίζεις πως υπόφερες μέχρι σήμερα, δεν τίποτα μπρος σ’ αυτά που σε περιμένουν.  –Μα τα πουλιά δεν υποφέρουν. Απλώνουν απλώς τα φτερά τους κι αφήνονται στον άνεμο. Αν λοιπόν έχω, όπως λες, το χάρισμα, δε βλέπω που είναι η δυσκολία. –Μα εσύ δεν είσαι πουλί, μπουμπουνοκέφαλε. Να που είναι η δυσκολία! Είσαι άνθρωπος και για να ξεκολλήσεις απ’ το χώμα θα χρειαστεί να σκίσουμε στα δυο τον ουρανό να γυρίσουμε το σύμπαν τα μέσα έξω..
Σελ. 95: Συνέχιζε να προσπαθείς κι ας αποτυχαίνεις. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να φτάσεις στο τέλος κάπου. Βρίσκεσαι στο τέλος της εκπαίδευσής σου και θα ήταν κουτό να περιμένεις να γίνουν όλα στα άψε σβήσε.
Σελ. 278:   Ο θάνατος δεν είναι τόσο τρομερός Γουόλτ. Όταν ένας άνθρωπος φτάσει στα έσχατα όριά του, ο θάνατος είναι το μόνο πράγμα που όντως θέλει.
 
 Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλίο αυτό:
Ο "Ίλιγγος" του Πωλ Ώστερ, συγγραφέα που ξέρει να αφηγείται ιστορίες απολαυστικές, μας θύμισε ταινίες της Αμερικής του '20 με ήρωες θαυματοποιούς που περιοδεύουν τη χώρα και πουλάνε όνειρα.
Αναγνωρίσαμε στην ιστορία την αλληγορία για τη δύναμη του ανθρώπου μέσα από την αθωότητα.
Τις συνεχείς πτώσεις και ανυψώσεις ως κύριο συστατικό ζωής.
Τη σημασία του Δασκάλου και της μύησης σε σοβαρά εγχειρήματα.
Τη δυνατότητα να είμαστε Δαίμονες και Άγγελοι μαζί.
Το αδυσώπητο πρόσωπο της Αμερικής με την όψη της επιτυχίας και τη ζοφερή πτώση.
Ένα ταραχώδες και απολαυστικό οδοιπορικό ζωής, που όντως προκαλεί ίλιγγο με τον καταιγισμό των εμπειριών του. 

το Συγκεκριμένο βιβλίο άρεσε σε όλα τα μέλη της Ομάδας μας!
 

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Η αριστερόχειρη γυναίκα του Πέτερ Χάνκε



Το βιβλίο που θα διαβάσουμε τώρα είναι, ‘’Η αριστερόχειρη γυναίκα’’,του Πέτερ Χάνκε,
Από τις εκδόσεις Μελάνι. Η συνάντηση στις 31 Μαρτίου.




Η Ευγενία Μακαριάδη , έκανε την παρα κάτω εισήγηση.
Άραγε είναι το θέμα του βιβλίου «φεμινιστικό;» όρος ξεπερασμένος,  θα μου πείτε, όμως  διαβάζοντας το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς γιατί μια γυναίκα όπως η ηρωίδα του βιβλίου,
η Μαριάννε, διώχνει τον Μπρούνο, τον άντρα της από το σπίτι, λέγοντας ότι θέλει να μείνει μόνη;. Γιατί διώχνει έναν υποδειγματικό σύζυγο και πατέρα του οκτάχρονου  γιου της, που, κατ’ επίφαση,  δεν έχει εδώ και δέκα χρόνια έγγαμης ζωής κανένα πρόβλημα;. Τι είναι αυτό που ζητάει η «γυναίκα» μέσα στην οικογένεια και μέσα στην κοινωνία;
 Είναι  φανερό ότι στις κοινωνίες ο άντρας έχει πετύχει  να επιβληθεί στη γυναίκα.
Η ηρωίδα του βιβλίου θέλει να ξεφύγει από την αδεξιότητά της, θέλει να ξεφύγει από τον δεύτερο ρόλο, τον μη παραγωγικό στο σπίτι, στην κοινωνία, και  αποζητάει την αυτεξουσιότητά της, όπως σε κάθε άτομο πρέπει.
Πετυχημένα ο συγγραφέας μας περιγράφει τον μέσα κόσμο της Μαριάννε, μιας αστής, παραδοσιακής συζύγου, που την πνίγει η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα.
Η «γυναίκα» μόνη τώρα, ξεκινάει από το μηδέν, έχοντας τη φροντίδα ενός παιδιού, και παλεύει για μια νέα ζωή χωρίς εξαρτήσεις.
Όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «Η αριστερόχειρη γυναίκα μπορεί να διαβαστεί και από την πλευρά του εγκαταλειμμένου άντρα. Ο Χάντκε αποφεύγει να χωρίσει τα φύλα σε καλούς και κακούς, σε θύτες και θύματα».
Σελ. 44, ... ο Μπρούνο τής φώναξε στρίβοντας λίγο το κεφάλι  «Προσπάθησε να μη μένεις διαρκώς μόνη. Αλλιώς, μια των ημερών, θα πεθάνεις».
Όταν μπήκε στο σπίτι, η γυναίκα στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε. Κοιτούσε τον εαυτό της κατάματα, όχι για να δει πώς είναι, αλλά επειδή νόμιζε πως έτσι μπορούσε να σκέφτεται νηφάλια για κείνη την ίδια. Άρχισε να μονολογεί μεγαλόφωνα: «Μπορείτε να σκέφτεστε ό,τι θέλετε. Όσο περισσότερο πιστεύετε ότι μπορείτε να μιλάτε για μένα, τόσο πιο ελεύθερη θα είμαι απέναντι σας. Καμιά φορά, μου φαίνεται πως τα καινούργια πράγματα που μαθαίνουμε για τους άλλους δεν έχουν καμιά αξία. Στο μέλλον, αν κάποιος θελήσει να μου εξηγήσει πώς είμαι –είτε για να με κολακέψει, είτε για να με κάνει δυνατότερη, δεν το επιτρέπω. Δεν θα επιτρέψω τέτοια αναίδεια»..
Σελ. 75.  Ο Μπρούνο: όμως, πόσων χρονών είσαι , Μαριάννε; Σε λίγο καιρό, ο λαιμός σου θα ‘χει ζαρώσει και στις φακίδες σου θα ‘χουν φυτρώσει τρίχες. Θα ‘χεις αδύνατα ποδαράκια σαν του βατράχου κι από πάνω ένα χοντρό σώμα, σαν βαρέλι. Θα γερνάς όλο και περισσότερο και θα λες πως δεν σε πειράζει, ώσπου μια μέρα θα κρεμαστείς. Θα σαπίσεις στον τάφο σου τόσο ανίδεη, όπως έζησες! Πώς θα περάσεις τον καιρό μέχρι τότε; Θα περιφέρεσαι σαν την άδικη κατάρα τρώγοντας τα νύχια σου;
... εσείς οι γυναίκες με την αξιοθρήνητη λογική σας! Με την πρωτόγονη κατανόησή σας για όλους και όλα. Και δεν βαριέστε ποτέ! Ξέρεις γιατί; Γιατί είστε ανίκανες για οτιδήποτε. Ούτε να βαρεθείτε δεν μπορείτε.....
Πάτε κι έρχεστε άνευ λόγου και αιτίας στα τακτοποιημένα σας διαμερίσματα, λες κι είστε φωτογραφίες του εαυτού σας...... δεν λετε τίποτα σημαντικό: είστε προϊόντα που μας συντροφεύουν∙ μας πνίγετε με τον στενοκέφαλο ανθρωπισμό σας, είστε μηχανές που κολλάνε σε ό,τι είναι ζωντανό και που δεν έχουν καμιά υπόσταση χωρίς αυτό. Μυρίζοντας το χώμα, σέρνεστε και πνίγετε τα άλλα φυτά μέχρι που ο θάνατος θ’ ανοίξει το στόμα του διάπλατα».
Έφτυσε, γυρίζοντας στο πλάι, «εσύ και η καινούργια σου ζωή! Ας γελάσω....»


Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το συγκεκριμένο βιβλίο:
Η ομάδα, διαβάζοντας την "Αριστερόχειρη γυναίκα', του Π. Χάντκε, είχε πολλές διερωτήσεις:
-  Διαβάζει ένα βιβλίο η βλέπει κινηματογράφο, με πλάνα ευκρινή που διαδέχονται το ένα το άλλο;
- Η σιγουριά της οικογενειακής ασφάλειας, διασαλεύεται τόσο εύκολα;
- Είναι τόσο ισχυρή η ατομική μοναξιά, ώστε να μας ωθήσει στη ρήξη με τη ζωή και τους άλλους;
- Ο φόβος για την ευτυχία, έχει φύλο;
- Η αυτονομία διέρχεται από οδυνηρές στενωπούς;
- Η ροπή στη θλίψη και τη μόνωση, είναι άραγε κληρονομική;
- Πόσο μας καθορίζει ως άτομα,η ηθική της κοινωνίας μας;
Ο αυστριακός Π. Χάντκε, πάντως, ιχνηλατεί ένα οδοιπορικό υπαρξιακής αναζήτησης, καταγγελτικό για το σύστημα, με χαρακτήρες αβέβαιους που φοβούνται την ευτυχία, ανάγοντάς την σε ουτοπικό ιδανικό.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Σε ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά", από τις εκδόσεις Κεδρος



Το επόμενο βιβλίο είναι του Μένη  Κουμανταρέα, που πρόσφατα είχαμε την τραγική απώλειά του. 
"Σε ένα στρατόπεδο  άκρη στην ερημιά", από τις εκδόσεις  Κεδρος.
Ημέρα συνάντησης  Τρίτη  3  Μαρτίου στις 5 μ.μ.



Το βιβλίο του Μ. Κουμανταρέα, δεν είμαστε βέβαιοι αν άρεσε πραγματικά ή το φανταστήκαμε.
Σε κάποιους αρέσει να παίζουν με μολυβένια στρατιωτάκια, σε κάποιους όχι.
Κάποιοι αφήνουν στο αριστερό τους μάτι να αχνοφαίνεται το φωτεινό σημάδι που μαγεύει, κάποιοι όχι.
Όλοι όμως, έχουμε συναντήσει τον γυμνό, που ντύνεται Στρατηγός για να υπάρξει. 
Το ζωγράφο που απεικονίζει στα έργα του,τους κρυφούς καημούς των ανθρώπων.
Τη Γυναίκα που προσπαθεί να μεταμορφώσει τον εαυτό της και τους γύρω της.
Την ομίχλη από χώμα που σηκώνει ο αέρας του χρόνου και εξαφανίζει υποστάσεις και ονόματα.
Πόλεις που καίγονται και ανθρώπους που θαυματουργά σώζονται ακόμη και μέσα από τα όνειρά τους.
Διχασμένα συναισθήματα που ταξιδεύουν.
Κλειδιά ζωγραφισμένα που ανοίγουν μαγικά τις πόρτες των φυλακών.
Μαύρα πουλιά που κουβαλούν στα φτερά τους, τον αρχάγγελο Μιχαήλ ή τον Διάβολο.
 AΡΕΤΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ


Κόσμος συνωστίζεται στην πινακοθήκη μιας άγνωστης πόλης, να δει  έναν παλαιό πίνακα ενός άγνωστου ζωγράφου, όπου απεικονίζεται ένας άγνωστος Στρατηγός.  
Άραγε είναι φιλότεχνοι οι επισκέπτες; Ή πηγαίνουν εκεί για να δουν να παίζεται θεατρικά (δρώμενο που έχουν στήσει οι ιθύνοντες της πινακοθήκης) η ιστορία του Στρατηγού, της γυναίκας του και του νεαρού ζωγράφου-φαντάρου προστατευόμενού της. Μάλιστα λέγεται ότι η όμορφη ηλικιωμένη κυρία που καθημερινά πηγαίνει στην πινακοθήκη και παρατηρεί επιδοκιμαστικά τον πίνακα, δεν είναι άλλη από την ίδια τη σύζυγο του Στρατηγού∙  βεβαίως εκείνο που με την εξέλιξη της ιστορίας πιθανόν να μάθουμε είναι, εάν η επιδοκιμασία είναι για την προσωπογραφία του συζύγου ή για την σπουδαιότητα του καλλιτέχνη, και όχι μόνο.
Τώρα, σειρά του αναγνώστη είναι να μαντέψει τις φιλότεχνες ή μη τάσεις των επισκεπτών.
Μια αλληγορική νουβέλα σαν παραμύθι∙  μια χιουμοριστική, ερωτική ιστορία (θα ‘λεγα), όταν ανάμεσα σε στρατιώτες ενός λόχου, σ’ ένα στρατόπεδο «στο πουθενά», δεσπόζει μια μόνο γυναίκα, νέα, ωραία, ερεθισμένη καθημερινά από τη μυρουδιά τόσων αντρών που βρίσκονται στη διάθεσή της, όμως δεν μπορεί να πάρει, μια και είναι σύζυγος του Στρατηγού-διοικητή, πού όχι μόνο είναι πολύ μεγαλύτερός της, αλλά και ερωτικά τζούφιος.
Ενέχει χιούμορ, επίσης, ο χαρακτήρας του στρατηγού, που (σαν καρτούν) ανοηταίνει φορώντας-προβάροντας κάθε βράδυ την επίσημη στολή του, με τα γυαλιστερά αστέρια στις επωμίδες και παράσημα και ποζάρει σκερτσόζικα μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς του.
Είναι φοβερός όπου τον παίρνει, όμως ένας πυροβολισμός που σκίζει την ησυχία της νύχτας τον κάνει να βγαίνει έξω τρεμάμενος και ξεκούμπωτος στον καβάλο.
Είναι τρομακτικός όπου τον παίρνει, όμως τον τραβάει από τη μύτη η γαλίφα γυναίκα του, που εδώ που τα λέμε, με τις γαλιφιές της στους ανωτέρους της ιεραρχίας, έφτασε να φοράει εκείνος τα γαλόνια του Στρατηγού.
Είναι άγριος όπου τον παίρνει, όμως  τρόμος  στα φυλλοκάρδια του για τους αναρχικούς που απλώνουν σ’ όλη την πόλη τις ολόμαυρες αφίσες τους με κόκκινες κηλίδες αίματος και ενώ τις σχίζουν οι αστυφύλακες, αμέσως την επομένη τις βρίσκουν απλωμένες παντού.
Παρατηρεί στην κρεμάστρα την επίσημη στολή του και ταράζεται ότι θα κρεμάσουν μια μέρα και ‘κείνον, ίσως για τις λαμογιές του από τις προμήθειες στρατιωτικού υλικού, ίσως για τα βασανιστήρια και τις φυλακές των μη συμμορφωμένων-υποταγμένων νέων.
Κι έρχεται η σειρά της ωραίας Στρατηγίνας  που πείθει τον υπερφίαλο σύζυγό της ότι πρέπει να μείνει αιώνια τέτοια μορφή, όπως η δική του, και μόνο ένα πορτρέτο του μπορεί να το επιτύχει. Έτσι ξεχωρίζει, ανάμεσα σε πολλούς (που διατείνονται ότι είναι ζωγράφοι)  και  δέχονται να ζωγραφίσουν τον στρατηγό, με την προϋπόθεση ότι θα τους δοθεί εικοσαήμερη άδεια, έναν  αγγελόμορφο φαντάρο,  που όχι μόνο η ομορφιά του συμφωνεί με την πίστη της, είδε όνειρο ένα  στρατιώτη με φυτρωμένα φτερά στην πλάτη κάτι ανάμεσα σε άγγελο και εξολοθρευτή, αλλά και με τις αισθησιακές της παρορμήσεις.  
Έτσι, η κυρία Στρατηγού κατελήφθη ερωτικής έλξεως για τον  εικοσάχρονο στρατιώτη-ζωγράφο και αναρχικό επαναστάτη, έναντι του χουντικού αξιωματικού συζύγου της.
 Ο καλλιτέχνης ζωγράφος, ως άγγελος με φωτοστέφανο, τον φωνάζουν Ρώσο, όπως άρεσε στην Στρατηγίνα να τον ονομάσει,  αρχίζει και φιλοτεχνεί το πορτρέτο του Στρατηγού∙ όμως το πορτρέτο κάθε νύχτα συμπληρώνεται ως δια μαγείας και αποτυπώνει επικείμενες αλλαγές στο πρόσωπο του Στρατηγού, μέχρις ότου στα αποκαλυπτήρια να φαίνεται ένα τερατώδες πρόσωπο, όσο και οι τερατώδεις- ανήθικες πράξεις του.
Εδώ μας θυμίζει ο συγγραφέας «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ, όπου το πορτρέτο τελικά δείχνει την ανηθικότητα, τον εγωκεντρισμό, που κρύβεται πίσω από μια ψεύτικη εμφάνιση κάποιου, όμως καταγράφεται στην ψυχή του,  και τον καταμαρτυρεί η  μαγεία της τέχνης.
Σελ. 17. «κρυφά είπες;»  έκανε εκνευρισμένος. «Υπάρχουν πράγματα που γίνονται κρυφά στο στρατόπεδο και που εγώ δεν γνωρίζω;» Τα πιο ενδιαφέρονται πράγματα είναι όσα γίνονται κρυφά, σκέφτηκε η Στρατηγίνα. «Ένας λόγος παραπάνω» του είπε. «Να γίνουν φανερά». «Μα είναι αυτή αντρική δουλειά, ζωγραφικές και αηδίες; Και μάλιστα για φαντάρους!» «Το τι είναι αντρίκειο φαίνεται από άλλα πράγματα χρυσέ μου», τον κεραυνοβόλησε και με το βαμμένο νύχι της τίναξε ένα σκουπιδάκι από το πέτο του.
Σελ. 77. « Έχεις μυωπία; Υποφέρεις από κάτι;» τον ρώτησε. «Θα ήθελες μήπως να μην υπηρετούσες;» «Υπηρετούν τα πουλιά, κυρία;» της είπε.
Σελ. 78. «Θα ήθελες κάποτε να μου δείξεις πώς ζωγραφίζεις;» τον ρώτησε εκείνη. Γύρισε και την κοίταξε: «Κανείς δεν μπορεί να δείξει στον άλλο πώς ν’ αγαπά».
Σελ. 142. Ήταν κάτι που δεν μπορούσες να το εξηγήσεις λογικά. Μα ένας πίνακας, σκέφτηκε πάλι, όπως κάθε έργο τέχνης, δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη λογική μόνο.
 ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΑΚΑΡΙΑΔΗ
 

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

"Η πείνα '' του Κνουτ Χάμσουν

Το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε είναι ''Η πείνα '' του Κνουτ Χάμσουν.
 Η συνάντηση της Ομάδας μας ορίζεται για την πρώτη Τρίτη του Φλεβάρη στις 3 του μήνα 5 μμ.


 H Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για αυτό το βιβλίο:

Ο Κνουτ Χάμσουν είναι πρωτίστως γνωστός για το αριστούργημα του «Η ευλογία της γης», για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1920. Έχει χαρακτηριστεί ως ηγετική φυσιογνωμία της νεορομαντικής εξέγερσης και θεμελιωτής της σύγχρονης λογοτεχνίας.
Σε ελκύει η ανάγνωση του βιβλίου, διαβάζεται με άνεση και οφείλεται στην πολύ καλή  μετάφραση του Δημήτρη Χορόσκελη.
Μια μυθιστορία διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα βιβλίο απτό, διανθισμένο με χιούμορ, ένα βιβλίο αλληγορικό, ένα βιβλίο διαχρονικό, όπου η θλίψη δεσπόζει,  χωρίς οδό διαφυγής από μια μεγαλούπολη κλειδωμένη στην απληστία και τον εγωισμό. Μια επώδυνη ζωή ως του ήρωα διανοούμενου συγγραφέα, έρμαιο ζωής, να πορεύεται με τη δική του ιδεολογία-λογική, με  διαταραγμένη σκέψη πολλές φορές και άλλες τόσες με ματιές στο θάνατο σαν λύτρωση.
Μια αξιοθαύμαστη, ερμηνευτική -με τη φιλολογική έννοια- και ανατομική γραφή της λέξης «πείνα». Συγκλονιστικές αφηγηματικές περιγραφές. Ένας αξιοσημείωτος (αξιοπαρατήρητος) τρόπος γραφής.
Μια αλληγορία της κατάπτωσης του ανθρώπου, του εξευτελισμού του (αν θέλετε) από τη στέρηση, από την πείνα.  Ένας άνισος πόλεμος των πόνων της υλικής υπόστασης του ανθρώπου εναντίον  του πνεύματός, της λογικής  και της αξιοπρέπειάς του.
Ο καταγγελτικός μονόλογος του ήρωα (έναντι της παγκόσμιας απανθρωπιάς και της θεϊκής πρόνοιας) που ντρέπεται να ψελλίσει τη λέξη «πεινάω», αλλά σαν βρεθεί στο χείλος της αβύσσου και την πει, τότε θεωρείται κατώτερος, πολλάκις επιπόλαιος και τρελός. Είναι άστεγος  και πεινασμένος ο ήρωάς μας, τον βλέπουμε να περιφέρεται σε μια πόλη  τη Χριστιανία (σημερινό Όσλο), να ψάχνει μια ήσυχη γωνιά να γράψει στο γόνατο ένα άρθρο, (με μόνη περιουσία, ένα μολυβάκι, λίγες σελίδες χαρτιού, μια κουβέρτα υπό μάλης) ένα διήγημα, ένα θεατρικό, που τις πιο πολλές φορές απορρίπτονται, ώστε να κερδίσει λίγα χρήματα για να φαει. Ακόμα και ο έρωτας για μια γυναίκα που ο ίδιος την ονόμασε Υλαζάλι, (διαβάζεται και από την αρχή και από το τέλος) στην αρχή αχνοφέγγει λυτρώσιμος, όμως γρήγορα τελειώνει γιατί δεν έχει τη δύναμη να πει ψέματα, ούτε για να υποστηρίξει τον εαυτό του. Λέξη, λέξη, γραμμή, γραμμή, ο αναγνώστης αγωνίζεται μαζί με τον ήρωα να επιβιώσει∙  κρυώνει μαζί του, πεινάει, πονάει μαζί του∙  κάπου κάπου παίρνει ανάσες λιόφωτου, όμως πολλές φορές αφήνεται εξαντλημένος σε σιγή θανάτου,  μπας και αμβλύνει τους πόνους της ζωής.
Ας δούμε τι λεει ο ήρωας για τον θάνατο:     Στο αποκορύφωμα των βασανιστηρίων μου, έμενα εντελώς αδρανής, ακίνητος και πεινασμένος. Το στήθος μου έκαιγε, ένοιωθα ένα ιδιαίτερα ενοχλητικό κάψιμο. Το μασούλημα των ροκανιδιών δεν ωφελούσε πλέον∙ τα σαγόνια μου είχαν κουραστεί από αυτήν την ανώφελη δραστηριότητα, και τ’ άφησα να ξεκουραστούν. Παραδινόμουν ευχαρίστως. Επιπλέον, μια μισοσαπισμένη, φλούδα πορτοκαλιού, που είχα βρει καταγής και την είχα φαει, μου προκαλούσε ναυτία. Ήμουν άρρωστος. Οι φλέβες των καρπών μου είχαν φουσκώσει  και ήταν μελανιασμένες.  Όμως για να πούμε την αλήθεια, γιατί είχα χάσει τόσο χρόνο; Γιατί έτρεχα δεξιά κι αριστερά, όλη τη μέρα, για μια κορώνα που θα με κρατούσε στη ζωή μερικές ώρες παραπάνω; Κατά βάθος, δεν ήταν εξ ίσου αδιάφορο αν το μοιραίο ερχόταν μια μέρα νωρίτερα ή μια μέρα αργότερα;.................................θα πέθαινα∙  ήταν φθινόπωρο, και όλα τα πράγματα έπεφταν σε λήθαργο. Χάιδευα ήδη συναισθηματικά αυτή τη σκέψη, και κάθε φορά που εμφανιζόταν η ελπίδα μια πιθανής σωτηρίας, την απέρριπτα λέγοντας «τι τρελός που είσαι! Έχεις αρχίσει ήδη να πεθαίνεις!»
 
Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για τον αντίκτυπο που είχε το βιβλίο αυτό στα μέλη της Ομάδας Ανάγνωσης Διονύσου τα εξής:
 
Η ομάδα, ομόφωνα "πείνασε", συγκατανεύοντας στο ηθελημένο παιχνίδι του συγγραφέα με τις ακραίες εμπειρίες της στέρησης.
Οι μεταπτώσεις ενός δημιουργού με πυρέσσον ταλέντο και βασανισμένο σώμα(ψυχικά άρρωστος και υγιής συγχρόνως), οδηγούν στο απόγειο της έμπνευσης.
Με τα μάτια ανοιχτά στον κόσμο,όταν πεινάει ο ήρωας συγγραφέας, παρατηρεί τα πάντα, όμοιος με το Νίτσε και την υπέρβαση των ορίων του.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Μπλέ βαθύ σχεδόν μαύρο του Θανάση Βαλτινού

Το βιβλίο του Θανάση Βαλτινού '' Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο'',
άρεσε στα περισσότερα μέλη της Ομάδας μας. Ο μονόλογος της μοναδικής  μεσήλικης ηρωίδας του, που μιλάει από μνήμης [ εδώ  έχουμε τυραννία της μνήμης ]
είναι γνωστό ότι αποτελεί ενα προνομιούχο τόπο για τον συγγραφέα. Μέσα σ'αυτόν τον μονόλογο υπάρχουν πολλές αφορμές για αναλύσεις
ψυχολογικής προσέγγισης.Έχει πολλά θεματικά εναύσματα που από μόνα τους μπορεί να αποτελέσουν τίτλους άλλων βιβλίων.
 Το επόμενο βιβλίο που καλούμεθα να διαβάσουμε είναι, ''Η πείνα '' του Κνουτ Χάμσουν. Η συνάντηση της Ομάδας μας ορίζεται
για την πρώτη Τρίτη του Φλεβάρη 3 του μήνα στις 5 μμ.


Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε:
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, λόγος πυκνός (χειμαρρώδης), απλός, διανθισμένος με χιούμορ, γλώσσα καθομιλουμένη.
Ένα βιβλίο που αντέχει (και θα αντέχει) στο χρόνο. Το μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, όπως ο ύπνος, όπως ο θάνατος. Ένας μονόλογος μια γυναίκας, που συνομιλεί με τη μοναξιά της, που θυμάται-ξεχνά αυτούς που πέρασαν στη ζωή της, άλλοι σα σκιές, άλλοι από το αίμα της, άλλοι μες στο σπίτι της, τώρα ούτε η σκόνη τους. 
Φαντάζεσαι μια σκηνή θεάτρου, μια καρέκλα, ένα κρεβάτι, μια ηλικιωμένη γυναίκα με τη νυχτικιά της, με το πορτατίφ στο κομοδίνο, τα χάπια της, τα ηρεμιστικά της  να πηγαίνει για έναν ύπνο στο κρεβάτι ή να κατέρχεται στο βαθύ σκοτάδι, παραμερίζοντας τη μνήμη.  (σελ.91) Αλλά η μνήμη δεν παραμερίζεται. Η μνήμη είναι.
Η μνήμη τής ανήκει∙  με ‘κεινη συνομιλεί∙  εκείνη φέρνει εικόνες, αλήθειες, υποκρισίες, ψέματα.. εκείνη φέρνει τον εαυτό της απέναντι της από τότε που άρχισε η μνήμη όχι μόνο να εικονοποιεί, αλλά να αντιλαμβάνεται ως παιδί.. ως έφηβη, ως ενήλικη, και το «τότε» γίνεται «τώρα». Τώρα. Το στερημένο χάδι-στοργή της μάνας, η ζεστή αγκαλιά της γιαγιάς, το πρώτο φιλί, ο πρώτος έρωτας, η φιλία, γάμοι που δε στέριωσαν, σύζυγος σε διαρκή ερωτική αναζήτηση εκτός συζυγικής κλίνης, τα παράξενα της ζωής που συσσωρεύονται και σε κουράζουν, οι κοινωνικά παραδεκτές δεσμεύσεις, απαράδεκτες της αλήθειας του εαυτού σου.. Η οργή μνήμης. Το ξεγύμνωμα χαρούμενων ή θλιβερών γεγονότων.  Οι φρούδες ελπίδες για το αύριο. Ένα βάρος η ζωή όσο την ανεβαίνεις... και κατεσπευσμένα κατέρχεσαι να την ελαφρύνεις, βυθισμένος στα σκότη του ύπνου..
*σελ. 16: Δεν ξέρω. Θα ήταν καλά να έχεις έναν άντρα ο ποίος λείπει κάπου και τον περιμένεις, λες θα γυρίσει. Το ζήτημα είναι αν μπορείς να δεχτείς την αλήθεια. Είμαι πολύ στενοχωρημένη, έλεγε η Νικόλ, δεν μπορώ να καταλάβω, έρχεται ο Μιχάλης. Έρχεται αύριο και είμαι στενοχωρημένη. Οπότε της λεω, είναι γιατί ένα χρόνο ήσουνα ελεύθερη να βγαίνεις ενώ τώρα θα μπει ο Μιχάλης στη μέση και θα πηγαίνετε πάλι δυο-δυο, σαν τους Χιώτες.
Μίλαγε για μένα. Είναι φοβερό να γίνεσαι ράκος, όπως δηλαδή με έχει δει αυτή να γίνομαι τόσο συχνά. Πρέπει να πιάσεις φίλο, μου λεει. Να το ρίξεις έξω. Όλα αυτά ξεκαρδισμένη στα γέλια. Να ρίξω τι; Έξω και πού; Σα να σου λένε ρίξε έξω το στήθος σου. Είναι γελοίο. Μου λεει, οι εννιά στις δέκα γυναίκες έχουν φίλο – και στην ηλικία μας. Οπότε λεω, και τι νόημα έχει αυτό..
*σελ.26-27. Θα ήθελα να είμαι διαφορετική, ένας άνθρωπος με πολλή κατανόηση. Και φυσικά την έχω την κατανόηση, αλλά άμα με πληγώνει εμένα δεν μπορώ. Δεν γεννήθηκα μεγαλομάρτυρας. Το λάθος των ανθρώπων είναι που δεν κρατάνε πτυχές. Πτυχές μέσα τους για του ίδιους. Με τη συμβίωση αφήνεσαι και σε μαθαίνει ο άλλος τελείως. Και είναι ολέθριο αυτό, χάνεσαι. Αυτό που σε τραβάει σε κάποιον είναι το άγνωστο.
*σελ.58. Ίσως θα έπρεπε κανείς να δεχτεί τον εαυτόν του, να φιλιώσει μαζί του. Ίσως. Αλλά πώς να φιλιώσεις με όλα αυτά που σε κάνουν κομμάτια. Δεν θέλω να γενικεύω γιατί μπορεί να νιώθω εγώ μόνον έτσι, επειδή η ζωή μου είναι κάπως στραβή. Αν ήμουν ευχαριστημένη, ίσως. Και ξέρω πόσο εύκολο θα ήταν να είμαι ευχαριστημένη. Όταν όμως συλλογιέσαι ότι όλα αυτά που θέλησες δεν μπορούν να γίνουν, τότε, τότε. Πάντα λες είμαι νέος, έχω καιρό. Αύριο μεθαύριο, αύριο μεθαύριο, υπάρχει όλος ο χρόνος. Και τελικά κάπου φτάνεις και διαπιστώνεις ότι δεν υπάρχει πια χρόνος.
*σελ. 84. Ήταν τόσο ζωντανή και ήθελε τόσα πράγματα και μου διηγιόταν συχνά τις ερωτικές ιστορίες της. Μου έλεγε, αυτός ο γιατρός Μαράκι είναι τσιμπημένος μαζί μου. Μου ρίχτηκε. Και ήταν πόσο χρόνων η Αίγλη, εβδομήντα σχεδόν. Και έτρεχε, ξέρεις, με όλη αυτήν την ανησυχία, δεν μπορούσε να τη δαμάσει. Δεν μπορούσε. Είχε τόση δίψα για τη ζωή και ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιψάσει.
*σελ.88. Γιατί τελικά η γλώσσα τι είναι; Μια σκλαβιά είναι και δεν σε λυτρώνει, ό,τι και να λένε, και τυραννιέσαι απλώς. Σαν τη θάλασσα που την έχουν κάνει σύμβολο. Χτυπιέται που είναι κλεισμένη στις κοίτες της, και δεν μπορεί να τις ξεπεράσει, γιατί αν τις ξεπεράσει θα πλημμυρίσει τον κόσμο και θα χαθεί.


 ''Μπλέ βαθύ σχεδόν μαύρο'' , του Θανάση Βαλτινού, εκδόσεων ΑΓΡΑ. Η συνάντησή μας θα γίνει στις 13 Ιανουαρίου , ημέρα Τρίτη , στις 5μ.μ. στην βιβλιοθήκη Διονύσου.
Χαρουμενα Χριστούγεννα και Ευτυχισμένος ο Καινούργιος Χρόνος 2015 !