Σάββατο 16 Απριλίου 2016

"Mπονσάι" του Αλεχάντρο Σάμπρα, εκδόσεις Πατάκη 2008



Η επόμενη  συνάντησή μας  θα γίνει στις 11 Μαίου με το βιβλίο του Αλεχάντρο Σάμπρα ’Μπονσάι’’ από τις εκδόσεις Πατάκη.Τεάρτη στις 11.30 π.μ. στην Βιβλιοθήκη. 

  

Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το συγκεκριμένο βιβλίο
Το "Μπονσάι" του χιλιανού Αλ. Σάμπρα, άφησε στην ομάδα τη γεύση του ημιτελούς. Η ελλειπτική αφήγηση με τα μικρά κεφάλαια και τις βιβλιοφιλικές αναφορές, μας θύμισε πώς γράφεται ένα βιβλίο. Να έτσι εμπνέομαι, αυτό είναι το υλικό μου, μας λέει ο Σάμπρα, υιοθετώντας μια γραφή με μαθηματικές αναλογίες και κανόνες της Λογικής. Μια ερωτική ιστορία με παύσεις και ματαιώσεις, αλήθειες και ψέματα, σοβαρά και αστεία, που καθρεφτίζει το απρόοπτο και το ηθελημένο της ύπαρξης.

Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλίο αυτό:

Ένα μυθιστόρημα μικρής φόρμας, ένα διήγημα μινιατούρα σε πέντε κεφάλαια, ένα βιβλιαράκι 100 σελίδων περίπου, που έχει μέσα του μια μυθιστορία συμπυκνωμένη σαν ένα ποίημα Χάικου, ή αν θέλετε ένα πελώριο δέντρο που το σμικρύνεις ίσα να χωράει στην παλάμη σου, μια τεχνική που θέλει γνώσεις, υπομονή, επιμονή, αγάπη, φαντασία και έρωτα, θα έλεγα, αφού μεγαλώνοντάς το  παραμερίζεις τα βάσανα της ζωής, τον ψυχικό πόνο του χωρισμού σου, μένεις με τον εαυτό σου και με σκοπό να μεταμορφώσεις, ως δια μαγείας, το προορισμένο σε μεγάλες διαστάσεις, μικρό μεν αλλά με την ίδια αξία και σπουδαιότητα έργο.
Ο Συγγραφέας με την πρώτη παράγραφο, μέσα σε οχτώ σειρές μας λεει την ιστορία: αρχίζοντας από το τέλος,  το κορίτσι πεθαίνει, το αγόρι μένει μόνο, αν και ήταν μόνο από τότε που χώρισαν και μαθαίνει το θάνατό της ένα ή ενάμιση χρόνο αργότερα.
«Στο τέλος εκείνη πεθαίνει κι εκείνος μένει μόνος, αν και στην πραγματικότητα είχε μείνει μόνος πολλά χρόνια πριν πεθάνει εκείνη, η Εμίλια. Ας πούμε πως εκείνη λέγεται ή λεγόταν Εμίλια και πως εκείνος λέγεται λεγόταν και εξακολουθεί να λέγεται Χούλιο. Χούλιο και Εμίλια. Στο τέλος η Εμίλια πεθαίνει και ο Χούλιο δεν πεθαίνει. Τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία».
Ο Σάμπρα γράφει την περίληψη μιας μυθιστορίας με αποδοχή στον αναγνώστη, να διαβάζει, να κρίνει ή να συγγράφει το έργο.
Ένας έρωτας δυο νέων, συμφοιτητών, που διεγείρονται σεξουαλικά διαβάζοντας λογοτεχνία∙ που διεγείρονται μιλώντας «γυμνά» για περασμένα, λυπημένα και αποκαρδιωμένα, που ταυτίζονται με την αλήθεια της ψυχής τους, μέχρι που διαμορφώνονται  σε «μάζα». Όμως ένα ψέμα χαλάει τη «συνταγή της αλήθειας τους», είπαν ότι έχουν διαβάσει το «αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ∙ διάβασαν μέχρι τη σελίδα 373, που λεει: «η γνώση δεν σου επιτρέπει πάντα να εμποδίζεις κάτι, αλλά τουλάχιστον όσα γνωρίζουμε τα κρατούμε, αν όχι στα χέρια μας, τουλάχιστον στη σκέψη μας, όπου τα τακτοποιούμε όπως θέλουμε, και μας δίνεται έτσι η αυταπάτη πως με κάποιο τρόπο τα ελέγχουμε». Και όπως λεει ο συγγραφέας  «Η γνώση δεν σου επιτρέπει πάντα να μποδίζεις κάτι, αλλά υπάρχουν αυταπάτες, κι αυτή η ιστορία που γίνεται σιγά σιγά μια ιστορία από αυταπάτες...» Έτσι ενδόμυχα ξέρουν ότι χωρίζουν, η φαντασίωσή τους ήταν  να τελειώσουν τον Προυστ. Χώρισαν και το βιβλίο έμεινε ανοιχτό στη σελίδα 373.
            Σελ: 18. Ο Χούλιο απέφευγε τις σοβαρές σχέσεις, κρυβόταν, όχι από τις γυναίκες, αλλά από τη σοβαρότητα, μια και ήξερε πως η σοβαρότητα είναι εξίσου αν όχι και πιο επικίνδυνη από τις γυναίκες.
            Σελ: 25. όταν ο Χούλιο ερωτεύτηκε την Εμίλια, κάθε χαρά και κάθε πόνος που είχαν προηγηθεί της χαράς και του πόνου που του πρόσφερε η Εμίλια μετατράπηκαν σε απλές απομιμήσεις της αληθινής χαράς και του αληθινού πόνου.
            Σελ: 28. ... στην ιστορία της Εμίλιας και του Χούλιο υπάρχουν περισσότερες αποσιωπήσεις παρά ψέματα, και λιγότερες αποσιωπήσεις παρά αλήθειες, αλήθειες απ’ αυτές που αποκαλούνται απόλυτες και συνήθως προξενούν αμηχανία.
            Σελ. 70. Υπάρχει ένας παλμός όταν γράφεις στο χαρτί, ο θόρυβος του μολυβιού. Μια παράξενη ισορροπία μεταξύ αγκώνα, παλάμης και μολυβιού.
            Σελ. 71. Και το να είσαι γέρος είναι μειονέκτημα. Γιατί οι γέροι είμαστε αδύναμοι κι έχουμε ανάγκη όχι μόνο τα εγκώμια των νέων, κατά βάθος έχουμε ανάγκη το αίμα τους.
            Σελ. 93. Το να φροντίζεις ένα μπονσάι είναι σαν να γράφεις, σκέφτεται ο Χούλιο. Το να γράφεις είναι σαν να φροντίζεις ένα μπονσάι, σκέφτεται ο Χούλιο.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

"360" του Αχχιλέα Κυριακίδη, εκδόσεις Πατάκη



 Η επόμενη συνάντησή μας θα γίνει στις 6 Απριλίου για το βιβλίο ’’360 ’’ του Αχιλλέα Κυριακίδη
Εκδόσεων Πατάκη, στη Βιβλιοθήκη στις 11.30 π.μ.



 H Aρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλιο αυτό:
Το αφήγημα 360, παρ' ότι μικρό, άφησε στην ομάδα τη γεύση ενός δυνατού καφέ σε μικρή ποσότητα. Με ματιά οξεία και ευαίσθητη, ο Κυριακίδης αφηγείται παράλληλες ιστορίες, που όμως κάποτε τέμνονται. Όλοι παρατήρησαν την κυκλική αφήγηση, τη μουσικότητα στη φράση, τα επαναλαμβανόμενα θέματα, τη ροπή στο φιλοσοφικό στοχασμό και την ποίηση. Η σημασία στη λεπτομέρεια ενορχηστρώνει το χάος του τυχαίου και η σπονδυλωτή αφήγηση, σχεδιάζει τις ψηφίδες από το μωσαικό των χαρακτήρων, καθημερινών και οικείων μαζί. Οι ήρωες,αντικείμενα της Ιστορίας, ξιφουλκούν με το θάνατο, αφήνοντας παντού διάχυτη τη μελαγχολία της Μοίρας. Η αστραπή της στιγμής, που μπορεί να είναι μοιραία, μνημειώνει το παρόν και καθιστά σημαντικό και το τελευταίο δευτερόλεπτο της ύπαρξης. Το παιχνίδι όμως με το χρόνο, υπακούει συγχρόνως στη ματαιότητα του σπουδαίου και του σοβαρού. Στην ιστορία, οι συμπτώσεις, κάθε άλλο παρά τυχαίες, μπορεί όμως και τέτοιες, εξυφαίνουν έναν καμβά ζωης πιθανό και συγχρόνως απίθανο, πείθοντας ότι όλα ή τίποτα δεν είναι τελικά τόσο σοβαρό, στο σύντομο πλην συναρπαστικό βίο μας.  


H Eυγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλιο αυτό:

Ο πολυβραβευμένος, πολυσχιδής, Αχιλλέας Κυριακίδης, μεταφραστής, κινηματογραφιστής, λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, πολύγλωσσος, μουσικός  (θα ‘λεγα), ή καλύτερα ειδήμων της μουσικής, έτσι τουλάχιστον «φωνάζουν» τα βιβλία του και πολύγνωρος θα πρόσθετα, διαβάζοντας τα πονήματά του, έχει μεταφράσει πάνω από 85 έργα γαλλόφωνης, ισπανόφωνης, αγγλόφωνης και ιταλόφωνης λογοτεχνίας - μεγάλων συγγραφέων (όπως τα άπαντα πεζά του Μπόρχες).   

Η νουβέλα του με τίτλο 360, είναι ένα συμπυκνωμένο, μεστό μυθιστόρημα 62 σελίδων,  όπου χωράει ένας κόσμος ολόκληρος, όπου τρέχει η μια σκηνή μετά την άλλη σαν έργο κινηματογραφικό.  Ο συγγραφέας-αφηγητής αφήνει τους ήρωές του στη μοίρα τους, να μας μιλούν, να στριφογυρίζουν ιλιγγιωδώς κατατρέχοντας ο ένας τον άλλον αέναα  μελοδραματοποιώντας την καθημερινότητά τους, μοιραίοι στις «360ο του  κύκλου ζωής», όπου κάπου ενώνονται, κάπου χωρίζουν, κάπου χάνονται αναπόφευκτα, κάπου υψώνουν τη φωνή σε δυνατό τέμπο -Allegro, σε σιγανό -Largo, κάπου σβήνουν – σιωπούν για πάντα με ένα -Lento.  
Δεξιοτέχνες παράταιροι μιας ορχήστρας, όπου όλα ξεκινούν όπως στον «κανόνα» του Πάχελμπελ και εκεί καταλήγουν έντρομα... όπως ο χρόνος που επαναλαμβάνεται αιώνια. 
Ένα μελαγχολικό έργο μνήμης, ζωής αστείας, ζωής τραγικής, θανάτου, επενδυμένο με μουσική υπόκρουση. 

Η μυθιστορία αρχίζει όταν ένας κακός-απρόσεκτος οδηγός σκοτώνει ένα άτομο στη διάβαση πεζών.  Στην ολοκλήρωση του έργου ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται αναγνωρίζοντας την ταυτότητα του νεκρού.  

Ένας από τους ήρωες του βιβλίου, μουσικοσυνθέτης και συγγραφέας, αναρωτιέται αν τα όνειρα έχουν μουσική. Ο ίδιος σε ένα «καφέ» της γειτονιάς του, εντυπωσιάζεται όταν τον πλησιάζει μια γυναίκα, ίδια η μητέρα του, και δεν αργεί να υποδυθεί τον ντέτεκτιβ που εκείνη θα συναντούσε.   

Η Άννα που αναθέτει σε ντέτεκτιβ  να παρακολουθεί τον άντρα της, Γιάννη,  που την απατά με μια ψυχίατρο. Ο πατέρας της Άννας  που αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον έκτο όροφο. 
Ο γιος της Ιάσονας, φοιτητής ιστορίας.  

Η ψυχίατρος – ομιλήτρια, με θέμα τη μελαγχολία. Η μελαγχολία της Άννας, οι χαριεντισμοί του άντρα της και της ψυχιάτρου, μετά τη διάλεξη.  

Η Μάρτα που έχει το καφενεδάκι  στη γειτονιά, όπου συνηθίζει να σερβίρει τον μουσικοσυνθέτη-συγγραφέα.  
Το στρίγκλισμα των φρένων του ταξί, τρομάζει τη Μάρτα, που νομίζει ότι  είναι ο άντρας της, ο ταξιτζής, που πάτησε και σκότωσε άνθρωπο.  

Η ηλικιωμένη ανοϊκή μητέρα της Μάρτας στον κόσμο του παρελθόντος της. 

Ο ταξιτζής, άντρας της Μάρτας, μπλεγμένος σε συμμορίες ρατσιστών, αυτών με τα ξυρισμένα κεφάλια,  ξυλοκοπούν, μαύρους, πακιστανούς και πούστηδες.  Όμως σαν βαριέται τη νύχτα να γυρίσει σπίτι πηγαίνει σε ένα ερειπωμένο μισοσκότεινο μέρος και βρίσκει κάποιον,  αυτή τη φορά  τον νεαρό  Ιάσονα, φοιτητή ιστορίας,  να συνευρεθεί.  

Ο μουσικοσυνθέτης Άαβικ που βρέθηκε νεκρός έξω από το ξενοδοχείο του, όταν τον έσπρωξε από το μπαλκόνι στο οκταώροφο κενό, κάποιος που πίστευε ότι ήταν εραστής της γυναίκας του. 

Ο τραγικός ήρωας του έργου Σεμπάστιαν, που ξέφυγε από το «ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσί Ουίλιαμς. 

Απανθίσματα: (τι να πρωτοδιαλέξω, όλες οι σελίδες απανθίσματα). 

«Η μητέρα μας μάς είχε αφήσει χρόνια πριν. Εκείνος έφυγε όπως του ‘πρεπε μ’ ένα lento που έσβησε σε μια σιωπή μονότονη, οριστική και άηχη, κάπως σαν την αγαπημένη μου 15η Συμφωνία του Σοστακόβιτς. « Ο άνθρωπος μελώδησε το θάνατό του» του έλεγα όταν του την έβαζα να την ακούσει, κι εκείνη απόσωνε κι άφηνε μέσα μας τ’ αβγά της. Θυμάμαι, πήγαινα στο κώμα του και του μιλούσα. Τότε συνέθεσα το τελευταίο μου έργο, ένα κουαρτέτο για Πιάνο, Βιολί, Βιολοντσέλο και Βιόλα σε τέσσερα μέρη, καθένα απ’ τα οποία είχε τίτλο μιαν από τις φράσεις που του είχα απευθύνει: Allegro- «Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου μας είναι η μουσική», Andante- «Έχουν τα όνειρα μουσική;», Largto- «Σωλήνες που σταλάζουν χρόνο μα δεν φτάνει. Το τέταρτο μέρος ήταν ένα αναστάσιμο rondo: «Όλα ξεκίνησαν με τον Κανόνα του Πάχεμπελ, κι εκεί θα επιστρέψουν έντρομα». 


   


Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Η Διαθηκη της Μαριας του Κολμ Τομπίν εκδ.ΙΚΑΡΟΣ



 Η επόμενη συνάντησή μας θα γίνει 2-3-16  με το βιβλίο ’’Η διαθήκη  της Μαρίας’’του

Κολμ Τομπίν από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, στην βιβλιοθήκη στις 11,30 π.μ.
Είναι η πρώτη Τετάρτη του μήνα





 H Αρετή Καράμπελα έγραψε:
Πώς μπορείς να απομονώσεις το θείο δράμα και να το δείς ανθρώπινα;
 Ο Τομπίν, στη διαθήκη της Μαρίας, το κατορθώνει, έστω κι αν μέσα από τη μητέρα του θεανθρώπου, βλέπει τη βασανισμένη, πλην δυνατή μάνα των πολεμιστών του IRA.
 Η δική του Παναγία, φοβάται για τη ζωή της και αφήνει το γιο της να ξεψυχήσει μόνος. Δεν πιστεύει στα θαύματα, απομυθοποιεί τους Αποστόλους και δραπετεύει από το κλασικό σκηνικό των Γραφών, κρατώντας παραμάσχαλα μέχρι το θάνατο, τα όνειρα και τον άφατο πόνο της.
 Η υπνωτιστική, μακροπερίοδη γραφή του Τομπίν, συγκινητική και σάρκινη, αιχμαλώτισε την ομάδα ανάγνωσης, έστω κι αν κάποιοι διαφώνησαν με την ασυνήθιστη στάση της Μαρίας.
 Η γλώσσα της ψυχής  δεν έχει φύλο,  για τα όρια του κακού, της εξουσίας, της εξέγερσης, της σκληρότητας και του φόβου στη ζωή μας.  

  H Ευγενία Μακαριάδη έγραψε:
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, γλαφυρή γλώσσα, με θέμα την αποξένωση της μάνας από τον ενήλικα γιο της.
Αβάσταχτη η μοναξιά της μάνας, ηρωίδας του βιβλίου, από το δούναι και λαβείν  της τρυφερότητας κατά τη νηπιακή και παιδική ηλικία του παιδιού της –ως και των περισσοτέρων μανάδων- θα έλεγα.
Στα γεράματα κλεισμένη στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού της, πενθεί τη φρικαλέα θανάτωσή του γιου της.  Στο δωμάτιό του υπάρχει η καρέκλα του που όχι μόνο δεν επιτρέπει σε κανέναν να την αγγίξει, αλλά απειλεί με μαχαίρι όποιον την παρακούσει, γιατί «ανήκει στη μνήμη, ανήκει σ’ έναν άνθρωπο που δεν θα γυρίσει, που το σώμα του είναι πια χώμα, αλλά που  κάποτε διαφέντευε το σύμπαν».  Δεν θα γυρίσει.
Ο Τομπίν έγραψε μια φανταστική ιστορία με πρόσωπα από την καινή διαθήκη και συγκεκριμένα του Ιησού και της μητέρας του Μαρίας∙  οπωσδήποτε δεν έχει να κάνει με την αγιότητα των δυο αυτών προσώπων όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, στις αποστολικές επιστολές, καθώς και σε χριστιανικές πηγές, αλλά σε ένα μονόλογο μιας γερασμένης και πονεμένης μάνας, που αναθυμάται τον βασανισμό και τον μαρτυρικό θάνατο του γιου της πάνω στο σταυρό. Έτσι, έχουμε εικόνες της Ιερουσαλήμ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, όπου οι παραβάτες του νόμου, όπως ληστές, στασιαστές, ανατρεπτικοί και άλλοι,  τιμωρούνται με σταύρωση. Ο Ιησούς καταδικάστηκε να σταυρωθεί, διότι ασέβησε στα θεία, σύμφωνα με τις ιουδαïκές αρχές, διακηρύττοντας ότι είναι υιός του Θεού καθώς και ως ανατρεπτικός εφ’ όσον ισχυριζόταν ότι είναι ο βασιλιάς των ιουδαίων.
Ο συγγραφέας σε πολλά του έργα έχει αναφερθεί στις σχέσεις μάνας-γιου. Στην περίπτωση της «Διαθήκης της Μαρίας», όπως αναφέρει και η μεταφράστρια του έργου Αθηνά Δημητριάδου στο εξαίρετο επίμετρό της, δείχνει τη στενοχώρια τής μάνας για την αποκοτιά του παιδιού της να αυτοαποκαλείται «υιός του Θεού» και να το πληρώνει με το θάνατό του. Όλα αυτά παραπέμπουν να δούμε τον ήρωα σα μαχητή του IRA, μια και (όπως γράφει στο εσώφυλλο του βιβλίου) η οικογένειά του συγγραφέα ήταν ιδιαιτέρως πολιτικοποιημένη, δεδομένου ότι ο παππούς του και ένας θείος του ήταν μέλη του IRA.
Ας ακούσουμε τώρα το μονόλογο της γερασμένης μάνας, που μας αφηγείται με λεπτομέρειες τον κόσμο που βρίσκεται σε αναταραχή, εκείνη την εποχή, «το τέλος μιας  εποχής», μια και τίποτα δε μένει αμετάβατο.
Η Μαρία, μάνα του εσταυρωμένου, νιώθει αβάσταχτο πόνο όχι μόνο για το χαμό του παιδιού της, αλλά για τις ερινύες  που την καταδιώκουν, γιατί λάκισε λίγο πριν εκείνος εκπνεύσει και δεν τον πήρε αγκαλιά και μετά να τον θάψει όπως  οι κανόνες της πίστης της υπαγορεύουν και όλα αυτά γιατί φοβήθηκε τη σύλληψή της από τους σπιούνους της χώρας, που καραδοκούσαν.
Στην αρχή του έργου, μας λεει το πόσο ενοχλείται από τους γραφιάδες, που έρχονται καθημερινά στο σπιτικό της και της ζητάνε επίμονα να πει λεπτομέρειες, όπως εκείνοι απαιτούν και ευαγγελίζονται, για να αλλάξουν τον κόσμο, όπως λένε,  και όχι όπως η ίδια θυμάται πολλά από τα γεγονότα και συγκεκριμένα της ανάστασης του Λάζαρου, το γάμο στην Κανά της Γαλιλαίας, και της σταύρωσης του γιου της στην Ιερουσαλήμ. Εκνευρίζονται με τα λόγια της αν και απαλαίνουν τη φωνή τους στις ερωτήσεις τους, όμως έχουν κάτι τραχύ, κάτι βάρβαρο  και αδηφάγο, που το γνωρίζει καλά, το οσμίζεται στον αέρα, όπως οσμίζεται το ζώο που το κυνηγούν. Όμως εκείνη δεν φοβάται πια, αν και της αρέσει που φροντίζουν για την προστασία της, τη διατροφή και το ντύσιμό της. Όσα δε θέλει να ειπωθούν μένουν καλά φυλαγμένα μέσα της και κείνα που οι ακόρεστες ανάγκες τους επιζητούν δεν τα εισπράττουν, γιατί είναι ασύστολα ψέματα, όπως ότι ο γιος της, ως γιος Θεού ενανθρωπίστηκε και μια νέα εποχή μια νέα θρησκεία ανατέλλει..
Σελ. 11:  υπήρξε μια εποχή που νόμιζα ότι στ’ αλήθεια δεν είχα πια άλλα δάκρυα μέσα μου, ότι το απόθεμά μου είχε ξοδευτεί, ευτυχώς όμως κάτι τέτοιες ανόητες σκέψεις δεν μένουν για πολύ, η αλήθεια δεν αργεί να βγει στην επιφάνεια. Δάκρυα υπάρχουν πάντα, αν τα έχεις πραγματική ανάγκη.
Σελ. 23: όλη μου τη ζωή την λάτρευα την ημέρα του Σαββάτου. Η καλύτερη περίοδος ήταν τότε που ο γιος μου ήταν οκτώ εννέα ετών...  Ήταν γαλήνια τα πρωινά...  Ήταν οι ώρες που επικρατούσε η σιγαλιά και η ηρεμία, οι ώρες που κοιτάζαμε μέσα μας και σχεδόν αδιαφορούσαμε για το θόρυβο του έξω κόσμου ή για τα σημάδια που είχαν αφήσει πάνω μας οι προηγούμενες μέρες.          
Σελ. 73: ο Πιλάτος μπήκε στο κτίριο, και στον κόσμο γύρω μας σαν κάτι να άλλαξε, οι κουβέντες και οι ψίθυροι κόπασαν...... Έπιανα στον αέρα μια δίψα για αίμα....... από πλήθος που έκανε ό,τι του έλεγαν είχαν γίνει όχλος σε αναζήτηση της απροσμέτρητης ικανοποίησης που γεννούν μονάχα οι σκληριές του πόνου, η κατασπαραγμένη σάρκα, τα τσακισμένα κόκαλα.
Σελ. 105: «ήμουν εκεί», είπα. «Το έβαλα στα πόδια προτού τελειώσει, αλλά αν χρειάζεστε μάρτυρες, τότε βάλτε με κι εμένα. Όμως ένα πράγμα έχω να σας πω τώρα που μου λέτε ότι ο γιος μου έσωσε τον κόσμο. Λέω λοιπόν ότι δεν άξιζε τον κόπο. Δεν άξιζε τον κόπο».

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

‘Αντί Στεφάνου ‘ του Γιάννη Μακριδάκη Εκδόσεις: Εστία

Το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε είναι το "ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ"του Γ. Μακριδάκη εκδόσεις ΕΣΤΙΑ 
Οι συνάντησή μας θα γίνει την πρώτη Τετάρτη του Φεβρουαρίου το πρωί στις 11.30 π.μ. στις 03/02/2016 στο χώρο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Διονύσου
 Πληροφορίες Κα Βαλσαμάκη τηλ. 2108150606  blog; vivliofiloidionysou.blogspot.gr


H Eυγενία Μακαριάδη εγραψε:
Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά.
Βιβλία του:
"Aνάμισης ντενεκές",
"Η δεξιά τσέπη του ράσου",
"Ήλιος με δόντια",
‘’Λαγού μαλλί",
"Η άλωση της Κωσταντίας",
"Το ζουμί του πετεινού",  
΄΄Του Θεού το μάτι΄΄,
           κ. α.
Έχω  διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία, του καλλιεργητή-συγγραφέα όπως ο ίδιος υπογράφει. Βιβλία μεστά, συμπυκνωμένα, γραμμένα με χιούμορ, όπως το «Αντί Στεφάνου» που σαν παραμύθι ξετυλίγει την ιστορία του νεκροθάφτη Στέφανου.
Εύστοχος ο τίτλος του βιβλίου, με διττή απόδοση, ή στέφανος από λουλούδια, ή Στέφανος το όνομα του νεκροθάφτη, η λέξη «αντί» βάζει τα πράγματα στη θέση τους.
Το κείμενο χωρισμένο σε δυο μέρη∙  στο πρώτο μέρος τριτοπρόσωπη αφήγηση και στο δεύτερο μέρος, όπου μας συστήνεται ο αφηγητής, πρωτοπρόσωπη. Η γλώσσα τρέχει σωστά, σε μεγάλες παραγράφους, γραμμένη σε απλή καθαρεύουσα (μικτή) υποδηλώνει τον μικροαστισμό των εκδηλώσεων μιας χωριάτικης κοινωνίας, που έχει υπόδειγμα τον μεγαλοαστισμό.
Ο συγγραφέας περιγράφει την μικρο-κοινωνία ενός ελληνικού νησιού, τα κληρονομημένα ήθη και έθιμά τους, που απλώνονται όχι μόνο στον τόπο τους (που στο κάτω-κάτω δικαιολογούνται), αλλά (σχεδόν) σ’ όλη την επικράτεια. Η φωνή του αφηγητή είναι του ίδιου φυσιολάτρη  συγγραφέα, που εμφαντικά, με τις μυθιστορίες και την αρθρογραφία του παρακινεί τον αναγνώστη μακριά από τον καταναλωτισμό που τον φθείρει, και πίσω στη φυσική, λιτή  ζωή και στις πατροπαράδοτες συνήθειες. Τονίζει την νοσογόνο κατανάλωση προϊόντων, παρασκευασμένων από τοξικά είδη, που πωλούνται σε φανταχτερές, ακριβές συσκευασίες, «καμακώνουν» τον καταναλωτή-πελάτη και πλουτίζουν εισαγωγείς, προμηθευτές και τραστ μεγαλομπακάληδων.  Κλείνει το μάτι με χιούμορ στην μικροαστική εμμονή, αλλά όχι αστεία,  και τραβάει στα άκρα το θέμα του τόσο, που ξεφεύγει του περιθωρίου. Η κάθε του φράση είναι μια ιδέα-ιδεολογία, που αποστομώνει τον αναγνώστη με επιχειρήματα και τον ταρακουνάει να ξαναφάει, όπως παλιά,  την μυρωδάτη και «ζαχαρένια» ντομάτα, τα ζαρζαβατικά και φρούτα, που δεν ψεκάζονται με δηλητήρια, ώστε να μην μολύνει το χώμα που θα θρέψει τους απογόνους του. Διακωμωδεί τον θαυμασμό μας στα νεκροταφεία που διαγκωνίζονται σε έκταση,  σε ποιότητα μαρμάρων των νεκρόσπιτων που σκεπάζουν άλειωτα  φαρμακωμένα σώματα, τσακισμένα αγρίως στα χέρια χημειοθεραπευτών.
Ας δούμε την ιστορία που μας περιγράφει ο συγγραφέας-αφηγητής.
Ο άεργος Στέφανος, μετά από παράκληση και χρηματοδότηση του θείου του Συλβέστρου εξ Αμερικής, ορίζεται νεκροθάφτης του νησιού του. Είναι γνωστό ότι είναι χορτοφάγος, και μάλιστα τρέφεται από ζαρζαβατικά που μόνος του καλλιεργεί. Εμπαίζεται  από τους συντοπίτες του, για τις οικολογικές τους ευαισθησίες, όταν γνωστοποιεί ότι και τα ανθρώπινα κόπρανα είναι καλό και θρεφτικό λίπασμα για τα φυτά, αφού βέβαια ο άνθρωπος τρέφεται από χορταρικά οικολογικά.
Η μόνη ταφή που προλαβαίνει να κάνει, είναι εκείνη της μητέρας του, γιατί στη συνέχεια απολύεται, όταν φυτεύει στον τάφο της  ξυλάγγουρα για να τα προσφέρει στο μνημόσυνό της, και τα λιπαίνει αφοδεύοντας στο χώμα τους.
Την ιστορία μάς την αφηγείται, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο θεολόγος καθηγητής του νησιού, που υπερασπίζεται, κατ’ αρχάς, τον Στέφανο για τις κατηγόριες εναντίον του.
Τώρα, με το χέρι στην καρδιά θα έλεγα ΝΑΙ στο κείμενο και  ΟΧΙ εκτός κειμένου όπως στην αφόδευση του τάφου οποιουδήποτε και πολύ περισσότερο αγαπημένων προσώπων∙ θα συμπλήρωνα ούτε φτύσιμο κι ας είναι σπουδαίο το έργο του Μπορίς Βιάν «θα φτύσω στους τάφους σας». Επιχειρηματολογεί στο δικό μου «όχι» η καταπληκτική ταινία «Ο γιος του Σαούλ» του Ούγγρου σκηνοθέτη Λάζλο Νέμες και δείχνει τη μεγαλοσύνη του ανθρώπου (με το άλφα κεφαλαίο) και τέλος, αν θέλετε, είναι βάρβαρες οι πράξεις που  προκαλούν μίανση σε κάτι που έμεινε στην ιστορία και στη μικρή μας μνήμη.  
Σελ. 15:  ... Διότι η Πάτρα, εκ του Κλεοπάτρα... η επονομαζόμενη και Ξυλαγγούρω κάποτε, όταν ήταν ακμαία, υπό των ζηλοφθόνων γυναικών της μικράς νήσου, απεβίωσε αιφνιδίως σε ηλικία 66 ετών, πιθανότατα από ανακοπή καρδιάς σύμφωνα με τη γνωμάτευση του αγροτικού γιατρού, τρεις μόλις μέρες αφότου ανέλαβε καθήκοντα εντός νεκροταφείου ο μοναχογιός της. Έγειρε το κεφάλι της αριστερά σαν λαβωμένο πουλάκι, όπως καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού της το απόγευμα της Δευτέρας 19ης Μαϊου και ξεψύχησε ήσυχα. Σαν να αποκοιμήθηκε γλυκά κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Είχε και ένα απολύτως εμφανές όσο και αινιγματικό μειδίαμα στα χείλη της, το οποίο αν και κατά κόρον ερμηνεύτηκε ως αδιάψευστο τεκμήριο του ότι έφυγε από τη ζωή ικανοποιημένη.....
Σελ. 17:  ... Οι πρώτες εντούτοις ώρες από την εκδημία της απέδειξαν περίτρανα ότι η παλαιά φημολογία συντηρούνταν τελικά σαν φλόγα έρπουσα καθ’ όλα αυτά τα χρόνια διότι υποδαυλιζόταν συνεχώς από διάφορες κυρίες, οι οποίες, έχοντας προφανώς υπόνοιες περί ενδεχόμενης απιστίας των συζύγων τους με τη νεαρή τότε χήρα Πάτρα δεν έπαψαν να φθονούν ποτέ, ουδέ νεκρή ακόμα. Προέβησαν λοιπόν εκείνο το απόγευμα του θανάτου της σε εικασίες διάφορες για να δικαιολογήσουν το νεκρικό μειδίαμα. Είπαν ότι το γλέντησε καλά στα νιάτα της και έφυγε χορτάτη.....


H Aρετή Καραμπελα έγραψε:

 Η ομάδα διχάστηκε απέναντι στο "Αντί Στεφάνου" του Γ.Μακριδάκη. Πολλά μέλη ξένισε η αποκαθήλωση των ειωθότων γύρω από τα έθιμα ταφής και η φαντασιουργός τόλμη του συγγραφέα να βάλει τον ήρωά του, Στέφανο να ριπαίνει τον τάφο της μητέρας του με τα ίδια του τα κόπρανα.
Με το φυσικό κόσμο του νησιού συναδελφώνεται το οικολογικό και αντιστασιακό φρόνημα του άλλοτε φερέλπιδος φοιτητή της Ιατρικής και νυν θιασώτη της ανατολικής φιλοσοφίας Στέφανου,στον οποίο εναντιώνονται όλοι πλην του σεμνού θεολόγου του Γυμνασίου, που δειλά συντάσσεται με τις ιδέες του.
Ο γλωσσοκεντρικός Μακριδάκης κέρδισε το στοίχημα της ιδιόμορφης λόγιας γλώσσας του, ποικιλμένης με στοιχεία της Δημοτικής, μέσω της οποίας χτίζει τις βαβελικές αντιθέσεις του ιερού και του γελοίου, της φύσης και του άστεως, του κανόνα και της απόκλισής του, της αποδοχής και της απόρριψης.
Περιπαικτικός και παιγνιώδης, συνενώνει στη νουβέλα του, την παράδοση με τη φύση και την κοινωνία με τις αντιθέσεις της, με αφορμή το βαρύ γεγονός του θανάτου, το οποίο γίνεται ανάλαφρο έως και κωμικό.