Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Η αριστερόχειρη γυναίκα του Πέτερ Χάνκε



Το βιβλίο που θα διαβάσουμε τώρα είναι, ‘’Η αριστερόχειρη γυναίκα’’,του Πέτερ Χάνκε,
Από τις εκδόσεις Μελάνι. Η συνάντηση στις 31 Μαρτίου.




Η Ευγενία Μακαριάδη , έκανε την παρα κάτω εισήγηση.
Άραγε είναι το θέμα του βιβλίου «φεμινιστικό;» όρος ξεπερασμένος,  θα μου πείτε, όμως  διαβάζοντας το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς γιατί μια γυναίκα όπως η ηρωίδα του βιβλίου,
η Μαριάννε, διώχνει τον Μπρούνο, τον άντρα της από το σπίτι, λέγοντας ότι θέλει να μείνει μόνη;. Γιατί διώχνει έναν υποδειγματικό σύζυγο και πατέρα του οκτάχρονου  γιου της, που, κατ’ επίφαση,  δεν έχει εδώ και δέκα χρόνια έγγαμης ζωής κανένα πρόβλημα;. Τι είναι αυτό που ζητάει η «γυναίκα» μέσα στην οικογένεια και μέσα στην κοινωνία;
 Είναι  φανερό ότι στις κοινωνίες ο άντρας έχει πετύχει  να επιβληθεί στη γυναίκα.
Η ηρωίδα του βιβλίου θέλει να ξεφύγει από την αδεξιότητά της, θέλει να ξεφύγει από τον δεύτερο ρόλο, τον μη παραγωγικό στο σπίτι, στην κοινωνία, και  αποζητάει την αυτεξουσιότητά της, όπως σε κάθε άτομο πρέπει.
Πετυχημένα ο συγγραφέας μας περιγράφει τον μέσα κόσμο της Μαριάννε, μιας αστής, παραδοσιακής συζύγου, που την πνίγει η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα.
Η «γυναίκα» μόνη τώρα, ξεκινάει από το μηδέν, έχοντας τη φροντίδα ενός παιδιού, και παλεύει για μια νέα ζωή χωρίς εξαρτήσεις.
Όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «Η αριστερόχειρη γυναίκα μπορεί να διαβαστεί και από την πλευρά του εγκαταλειμμένου άντρα. Ο Χάντκε αποφεύγει να χωρίσει τα φύλα σε καλούς και κακούς, σε θύτες και θύματα».
Σελ. 44, ... ο Μπρούνο τής φώναξε στρίβοντας λίγο το κεφάλι  «Προσπάθησε να μη μένεις διαρκώς μόνη. Αλλιώς, μια των ημερών, θα πεθάνεις».
Όταν μπήκε στο σπίτι, η γυναίκα στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε. Κοιτούσε τον εαυτό της κατάματα, όχι για να δει πώς είναι, αλλά επειδή νόμιζε πως έτσι μπορούσε να σκέφτεται νηφάλια για κείνη την ίδια. Άρχισε να μονολογεί μεγαλόφωνα: «Μπορείτε να σκέφτεστε ό,τι θέλετε. Όσο περισσότερο πιστεύετε ότι μπορείτε να μιλάτε για μένα, τόσο πιο ελεύθερη θα είμαι απέναντι σας. Καμιά φορά, μου φαίνεται πως τα καινούργια πράγματα που μαθαίνουμε για τους άλλους δεν έχουν καμιά αξία. Στο μέλλον, αν κάποιος θελήσει να μου εξηγήσει πώς είμαι –είτε για να με κολακέψει, είτε για να με κάνει δυνατότερη, δεν το επιτρέπω. Δεν θα επιτρέψω τέτοια αναίδεια»..
Σελ. 75.  Ο Μπρούνο: όμως, πόσων χρονών είσαι , Μαριάννε; Σε λίγο καιρό, ο λαιμός σου θα ‘χει ζαρώσει και στις φακίδες σου θα ‘χουν φυτρώσει τρίχες. Θα ‘χεις αδύνατα ποδαράκια σαν του βατράχου κι από πάνω ένα χοντρό σώμα, σαν βαρέλι. Θα γερνάς όλο και περισσότερο και θα λες πως δεν σε πειράζει, ώσπου μια μέρα θα κρεμαστείς. Θα σαπίσεις στον τάφο σου τόσο ανίδεη, όπως έζησες! Πώς θα περάσεις τον καιρό μέχρι τότε; Θα περιφέρεσαι σαν την άδικη κατάρα τρώγοντας τα νύχια σου;
... εσείς οι γυναίκες με την αξιοθρήνητη λογική σας! Με την πρωτόγονη κατανόησή σας για όλους και όλα. Και δεν βαριέστε ποτέ! Ξέρεις γιατί; Γιατί είστε ανίκανες για οτιδήποτε. Ούτε να βαρεθείτε δεν μπορείτε.....
Πάτε κι έρχεστε άνευ λόγου και αιτίας στα τακτοποιημένα σας διαμερίσματα, λες κι είστε φωτογραφίες του εαυτού σας...... δεν λετε τίποτα σημαντικό: είστε προϊόντα που μας συντροφεύουν∙ μας πνίγετε με τον στενοκέφαλο ανθρωπισμό σας, είστε μηχανές που κολλάνε σε ό,τι είναι ζωντανό και που δεν έχουν καμιά υπόσταση χωρίς αυτό. Μυρίζοντας το χώμα, σέρνεστε και πνίγετε τα άλλα φυτά μέχρι που ο θάνατος θ’ ανοίξει το στόμα του διάπλατα».
Έφτυσε, γυρίζοντας στο πλάι, «εσύ και η καινούργια σου ζωή! Ας γελάσω....»


Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το συγκεκριμένο βιβλίο:
Η ομάδα, διαβάζοντας την "Αριστερόχειρη γυναίκα', του Π. Χάντκε, είχε πολλές διερωτήσεις:
-  Διαβάζει ένα βιβλίο η βλέπει κινηματογράφο, με πλάνα ευκρινή που διαδέχονται το ένα το άλλο;
- Η σιγουριά της οικογενειακής ασφάλειας, διασαλεύεται τόσο εύκολα;
- Είναι τόσο ισχυρή η ατομική μοναξιά, ώστε να μας ωθήσει στη ρήξη με τη ζωή και τους άλλους;
- Ο φόβος για την ευτυχία, έχει φύλο;
- Η αυτονομία διέρχεται από οδυνηρές στενωπούς;
- Η ροπή στη θλίψη και τη μόνωση, είναι άραγε κληρονομική;
- Πόσο μας καθορίζει ως άτομα,η ηθική της κοινωνίας μας;
Ο αυστριακός Π. Χάντκε, πάντως, ιχνηλατεί ένα οδοιπορικό υπαρξιακής αναζήτησης, καταγγελτικό για το σύστημα, με χαρακτήρες αβέβαιους που φοβούνται την ευτυχία, ανάγοντάς την σε ουτοπικό ιδανικό.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Σε ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά", από τις εκδόσεις Κεδρος



Το επόμενο βιβλίο είναι του Μένη  Κουμανταρέα, που πρόσφατα είχαμε την τραγική απώλειά του. 
"Σε ένα στρατόπεδο  άκρη στην ερημιά", από τις εκδόσεις  Κεδρος.
Ημέρα συνάντησης  Τρίτη  3  Μαρτίου στις 5 μ.μ.



Το βιβλίο του Μ. Κουμανταρέα, δεν είμαστε βέβαιοι αν άρεσε πραγματικά ή το φανταστήκαμε.
Σε κάποιους αρέσει να παίζουν με μολυβένια στρατιωτάκια, σε κάποιους όχι.
Κάποιοι αφήνουν στο αριστερό τους μάτι να αχνοφαίνεται το φωτεινό σημάδι που μαγεύει, κάποιοι όχι.
Όλοι όμως, έχουμε συναντήσει τον γυμνό, που ντύνεται Στρατηγός για να υπάρξει. 
Το ζωγράφο που απεικονίζει στα έργα του,τους κρυφούς καημούς των ανθρώπων.
Τη Γυναίκα που προσπαθεί να μεταμορφώσει τον εαυτό της και τους γύρω της.
Την ομίχλη από χώμα που σηκώνει ο αέρας του χρόνου και εξαφανίζει υποστάσεις και ονόματα.
Πόλεις που καίγονται και ανθρώπους που θαυματουργά σώζονται ακόμη και μέσα από τα όνειρά τους.
Διχασμένα συναισθήματα που ταξιδεύουν.
Κλειδιά ζωγραφισμένα που ανοίγουν μαγικά τις πόρτες των φυλακών.
Μαύρα πουλιά που κουβαλούν στα φτερά τους, τον αρχάγγελο Μιχαήλ ή τον Διάβολο.
 AΡΕΤΗ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ


Κόσμος συνωστίζεται στην πινακοθήκη μιας άγνωστης πόλης, να δει  έναν παλαιό πίνακα ενός άγνωστου ζωγράφου, όπου απεικονίζεται ένας άγνωστος Στρατηγός.  
Άραγε είναι φιλότεχνοι οι επισκέπτες; Ή πηγαίνουν εκεί για να δουν να παίζεται θεατρικά (δρώμενο που έχουν στήσει οι ιθύνοντες της πινακοθήκης) η ιστορία του Στρατηγού, της γυναίκας του και του νεαρού ζωγράφου-φαντάρου προστατευόμενού της. Μάλιστα λέγεται ότι η όμορφη ηλικιωμένη κυρία που καθημερινά πηγαίνει στην πινακοθήκη και παρατηρεί επιδοκιμαστικά τον πίνακα, δεν είναι άλλη από την ίδια τη σύζυγο του Στρατηγού∙  βεβαίως εκείνο που με την εξέλιξη της ιστορίας πιθανόν να μάθουμε είναι, εάν η επιδοκιμασία είναι για την προσωπογραφία του συζύγου ή για την σπουδαιότητα του καλλιτέχνη, και όχι μόνο.
Τώρα, σειρά του αναγνώστη είναι να μαντέψει τις φιλότεχνες ή μη τάσεις των επισκεπτών.
Μια αλληγορική νουβέλα σαν παραμύθι∙  μια χιουμοριστική, ερωτική ιστορία (θα ‘λεγα), όταν ανάμεσα σε στρατιώτες ενός λόχου, σ’ ένα στρατόπεδο «στο πουθενά», δεσπόζει μια μόνο γυναίκα, νέα, ωραία, ερεθισμένη καθημερινά από τη μυρουδιά τόσων αντρών που βρίσκονται στη διάθεσή της, όμως δεν μπορεί να πάρει, μια και είναι σύζυγος του Στρατηγού-διοικητή, πού όχι μόνο είναι πολύ μεγαλύτερός της, αλλά και ερωτικά τζούφιος.
Ενέχει χιούμορ, επίσης, ο χαρακτήρας του στρατηγού, που (σαν καρτούν) ανοηταίνει φορώντας-προβάροντας κάθε βράδυ την επίσημη στολή του, με τα γυαλιστερά αστέρια στις επωμίδες και παράσημα και ποζάρει σκερτσόζικα μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς του.
Είναι φοβερός όπου τον παίρνει, όμως ένας πυροβολισμός που σκίζει την ησυχία της νύχτας τον κάνει να βγαίνει έξω τρεμάμενος και ξεκούμπωτος στον καβάλο.
Είναι τρομακτικός όπου τον παίρνει, όμως τον τραβάει από τη μύτη η γαλίφα γυναίκα του, που εδώ που τα λέμε, με τις γαλιφιές της στους ανωτέρους της ιεραρχίας, έφτασε να φοράει εκείνος τα γαλόνια του Στρατηγού.
Είναι άγριος όπου τον παίρνει, όμως  τρόμος  στα φυλλοκάρδια του για τους αναρχικούς που απλώνουν σ’ όλη την πόλη τις ολόμαυρες αφίσες τους με κόκκινες κηλίδες αίματος και ενώ τις σχίζουν οι αστυφύλακες, αμέσως την επομένη τις βρίσκουν απλωμένες παντού.
Παρατηρεί στην κρεμάστρα την επίσημη στολή του και ταράζεται ότι θα κρεμάσουν μια μέρα και ‘κείνον, ίσως για τις λαμογιές του από τις προμήθειες στρατιωτικού υλικού, ίσως για τα βασανιστήρια και τις φυλακές των μη συμμορφωμένων-υποταγμένων νέων.
Κι έρχεται η σειρά της ωραίας Στρατηγίνας  που πείθει τον υπερφίαλο σύζυγό της ότι πρέπει να μείνει αιώνια τέτοια μορφή, όπως η δική του, και μόνο ένα πορτρέτο του μπορεί να το επιτύχει. Έτσι ξεχωρίζει, ανάμεσα σε πολλούς (που διατείνονται ότι είναι ζωγράφοι)  και  δέχονται να ζωγραφίσουν τον στρατηγό, με την προϋπόθεση ότι θα τους δοθεί εικοσαήμερη άδεια, έναν  αγγελόμορφο φαντάρο,  που όχι μόνο η ομορφιά του συμφωνεί με την πίστη της, είδε όνειρο ένα  στρατιώτη με φυτρωμένα φτερά στην πλάτη κάτι ανάμεσα σε άγγελο και εξολοθρευτή, αλλά και με τις αισθησιακές της παρορμήσεις.  
Έτσι, η κυρία Στρατηγού κατελήφθη ερωτικής έλξεως για τον  εικοσάχρονο στρατιώτη-ζωγράφο και αναρχικό επαναστάτη, έναντι του χουντικού αξιωματικού συζύγου της.
 Ο καλλιτέχνης ζωγράφος, ως άγγελος με φωτοστέφανο, τον φωνάζουν Ρώσο, όπως άρεσε στην Στρατηγίνα να τον ονομάσει,  αρχίζει και φιλοτεχνεί το πορτρέτο του Στρατηγού∙ όμως το πορτρέτο κάθε νύχτα συμπληρώνεται ως δια μαγείας και αποτυπώνει επικείμενες αλλαγές στο πρόσωπο του Στρατηγού, μέχρις ότου στα αποκαλυπτήρια να φαίνεται ένα τερατώδες πρόσωπο, όσο και οι τερατώδεις- ανήθικες πράξεις του.
Εδώ μας θυμίζει ο συγγραφέας «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Ουάιλντ, όπου το πορτρέτο τελικά δείχνει την ανηθικότητα, τον εγωκεντρισμό, που κρύβεται πίσω από μια ψεύτικη εμφάνιση κάποιου, όμως καταγράφεται στην ψυχή του,  και τον καταμαρτυρεί η  μαγεία της τέχνης.
Σελ. 17. «κρυφά είπες;»  έκανε εκνευρισμένος. «Υπάρχουν πράγματα που γίνονται κρυφά στο στρατόπεδο και που εγώ δεν γνωρίζω;» Τα πιο ενδιαφέρονται πράγματα είναι όσα γίνονται κρυφά, σκέφτηκε η Στρατηγίνα. «Ένας λόγος παραπάνω» του είπε. «Να γίνουν φανερά». «Μα είναι αυτή αντρική δουλειά, ζωγραφικές και αηδίες; Και μάλιστα για φαντάρους!» «Το τι είναι αντρίκειο φαίνεται από άλλα πράγματα χρυσέ μου», τον κεραυνοβόλησε και με το βαμμένο νύχι της τίναξε ένα σκουπιδάκι από το πέτο του.
Σελ. 77. « Έχεις μυωπία; Υποφέρεις από κάτι;» τον ρώτησε. «Θα ήθελες μήπως να μην υπηρετούσες;» «Υπηρετούν τα πουλιά, κυρία;» της είπε.
Σελ. 78. «Θα ήθελες κάποτε να μου δείξεις πώς ζωγραφίζεις;» τον ρώτησε εκείνη. Γύρισε και την κοίταξε: «Κανείς δεν μπορεί να δείξει στον άλλο πώς ν’ αγαπά».
Σελ. 142. Ήταν κάτι που δεν μπορούσες να το εξηγήσεις λογικά. Μα ένας πίνακας, σκέφτηκε πάλι, όπως κάθε έργο τέχνης, δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη λογική μόνο.
 ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΑΚΑΡΙΑΔΗ
 

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

"Η πείνα '' του Κνουτ Χάμσουν

Το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε είναι ''Η πείνα '' του Κνουτ Χάμσουν.
 Η συνάντηση της Ομάδας μας ορίζεται για την πρώτη Τρίτη του Φλεβάρη στις 3 του μήνα 5 μμ.


 H Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για αυτό το βιβλίο:

Ο Κνουτ Χάμσουν είναι πρωτίστως γνωστός για το αριστούργημα του «Η ευλογία της γης», για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1920. Έχει χαρακτηριστεί ως ηγετική φυσιογνωμία της νεορομαντικής εξέγερσης και θεμελιωτής της σύγχρονης λογοτεχνίας.
Σε ελκύει η ανάγνωση του βιβλίου, διαβάζεται με άνεση και οφείλεται στην πολύ καλή  μετάφραση του Δημήτρη Χορόσκελη.
Μια μυθιστορία διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα βιβλίο απτό, διανθισμένο με χιούμορ, ένα βιβλίο αλληγορικό, ένα βιβλίο διαχρονικό, όπου η θλίψη δεσπόζει,  χωρίς οδό διαφυγής από μια μεγαλούπολη κλειδωμένη στην απληστία και τον εγωισμό. Μια επώδυνη ζωή ως του ήρωα διανοούμενου συγγραφέα, έρμαιο ζωής, να πορεύεται με τη δική του ιδεολογία-λογική, με  διαταραγμένη σκέψη πολλές φορές και άλλες τόσες με ματιές στο θάνατο σαν λύτρωση.
Μια αξιοθαύμαστη, ερμηνευτική -με τη φιλολογική έννοια- και ανατομική γραφή της λέξης «πείνα». Συγκλονιστικές αφηγηματικές περιγραφές. Ένας αξιοσημείωτος (αξιοπαρατήρητος) τρόπος γραφής.
Μια αλληγορία της κατάπτωσης του ανθρώπου, του εξευτελισμού του (αν θέλετε) από τη στέρηση, από την πείνα.  Ένας άνισος πόλεμος των πόνων της υλικής υπόστασης του ανθρώπου εναντίον  του πνεύματός, της λογικής  και της αξιοπρέπειάς του.
Ο καταγγελτικός μονόλογος του ήρωα (έναντι της παγκόσμιας απανθρωπιάς και της θεϊκής πρόνοιας) που ντρέπεται να ψελλίσει τη λέξη «πεινάω», αλλά σαν βρεθεί στο χείλος της αβύσσου και την πει, τότε θεωρείται κατώτερος, πολλάκις επιπόλαιος και τρελός. Είναι άστεγος  και πεινασμένος ο ήρωάς μας, τον βλέπουμε να περιφέρεται σε μια πόλη  τη Χριστιανία (σημερινό Όσλο), να ψάχνει μια ήσυχη γωνιά να γράψει στο γόνατο ένα άρθρο, (με μόνη περιουσία, ένα μολυβάκι, λίγες σελίδες χαρτιού, μια κουβέρτα υπό μάλης) ένα διήγημα, ένα θεατρικό, που τις πιο πολλές φορές απορρίπτονται, ώστε να κερδίσει λίγα χρήματα για να φαει. Ακόμα και ο έρωτας για μια γυναίκα που ο ίδιος την ονόμασε Υλαζάλι, (διαβάζεται και από την αρχή και από το τέλος) στην αρχή αχνοφέγγει λυτρώσιμος, όμως γρήγορα τελειώνει γιατί δεν έχει τη δύναμη να πει ψέματα, ούτε για να υποστηρίξει τον εαυτό του. Λέξη, λέξη, γραμμή, γραμμή, ο αναγνώστης αγωνίζεται μαζί με τον ήρωα να επιβιώσει∙  κρυώνει μαζί του, πεινάει, πονάει μαζί του∙  κάπου κάπου παίρνει ανάσες λιόφωτου, όμως πολλές φορές αφήνεται εξαντλημένος σε σιγή θανάτου,  μπας και αμβλύνει τους πόνους της ζωής.
Ας δούμε τι λεει ο ήρωας για τον θάνατο:     Στο αποκορύφωμα των βασανιστηρίων μου, έμενα εντελώς αδρανής, ακίνητος και πεινασμένος. Το στήθος μου έκαιγε, ένοιωθα ένα ιδιαίτερα ενοχλητικό κάψιμο. Το μασούλημα των ροκανιδιών δεν ωφελούσε πλέον∙ τα σαγόνια μου είχαν κουραστεί από αυτήν την ανώφελη δραστηριότητα, και τ’ άφησα να ξεκουραστούν. Παραδινόμουν ευχαρίστως. Επιπλέον, μια μισοσαπισμένη, φλούδα πορτοκαλιού, που είχα βρει καταγής και την είχα φαει, μου προκαλούσε ναυτία. Ήμουν άρρωστος. Οι φλέβες των καρπών μου είχαν φουσκώσει  και ήταν μελανιασμένες.  Όμως για να πούμε την αλήθεια, γιατί είχα χάσει τόσο χρόνο; Γιατί έτρεχα δεξιά κι αριστερά, όλη τη μέρα, για μια κορώνα που θα με κρατούσε στη ζωή μερικές ώρες παραπάνω; Κατά βάθος, δεν ήταν εξ ίσου αδιάφορο αν το μοιραίο ερχόταν μια μέρα νωρίτερα ή μια μέρα αργότερα;.................................θα πέθαινα∙  ήταν φθινόπωρο, και όλα τα πράγματα έπεφταν σε λήθαργο. Χάιδευα ήδη συναισθηματικά αυτή τη σκέψη, και κάθε φορά που εμφανιζόταν η ελπίδα μια πιθανής σωτηρίας, την απέρριπτα λέγοντας «τι τρελός που είσαι! Έχεις αρχίσει ήδη να πεθαίνεις!»
 
Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για τον αντίκτυπο που είχε το βιβλίο αυτό στα μέλη της Ομάδας Ανάγνωσης Διονύσου τα εξής:
 
Η ομάδα, ομόφωνα "πείνασε", συγκατανεύοντας στο ηθελημένο παιχνίδι του συγγραφέα με τις ακραίες εμπειρίες της στέρησης.
Οι μεταπτώσεις ενός δημιουργού με πυρέσσον ταλέντο και βασανισμένο σώμα(ψυχικά άρρωστος και υγιής συγχρόνως), οδηγούν στο απόγειο της έμπνευσης.
Με τα μάτια ανοιχτά στον κόσμο,όταν πεινάει ο ήρωας συγγραφέας, παρατηρεί τα πάντα, όμοιος με το Νίτσε και την υπέρβαση των ορίων του.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Μπλέ βαθύ σχεδόν μαύρο του Θανάση Βαλτινού

Το βιβλίο του Θανάση Βαλτινού '' Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο'',
άρεσε στα περισσότερα μέλη της Ομάδας μας. Ο μονόλογος της μοναδικής  μεσήλικης ηρωίδας του, που μιλάει από μνήμης [ εδώ  έχουμε τυραννία της μνήμης ]
είναι γνωστό ότι αποτελεί ενα προνομιούχο τόπο για τον συγγραφέα. Μέσα σ'αυτόν τον μονόλογο υπάρχουν πολλές αφορμές για αναλύσεις
ψυχολογικής προσέγγισης.Έχει πολλά θεματικά εναύσματα που από μόνα τους μπορεί να αποτελέσουν τίτλους άλλων βιβλίων.
 Το επόμενο βιβλίο που καλούμεθα να διαβάσουμε είναι, ''Η πείνα '' του Κνουτ Χάμσουν. Η συνάντηση της Ομάδας μας ορίζεται
για την πρώτη Τρίτη του Φλεβάρη 3 του μήνα στις 5 μμ.


Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε:
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, λόγος πυκνός (χειμαρρώδης), απλός, διανθισμένος με χιούμορ, γλώσσα καθομιλουμένη.
Ένα βιβλίο που αντέχει (και θα αντέχει) στο χρόνο. Το μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, όπως ο ύπνος, όπως ο θάνατος. Ένας μονόλογος μια γυναίκας, που συνομιλεί με τη μοναξιά της, που θυμάται-ξεχνά αυτούς που πέρασαν στη ζωή της, άλλοι σα σκιές, άλλοι από το αίμα της, άλλοι μες στο σπίτι της, τώρα ούτε η σκόνη τους. 
Φαντάζεσαι μια σκηνή θεάτρου, μια καρέκλα, ένα κρεβάτι, μια ηλικιωμένη γυναίκα με τη νυχτικιά της, με το πορτατίφ στο κομοδίνο, τα χάπια της, τα ηρεμιστικά της  να πηγαίνει για έναν ύπνο στο κρεβάτι ή να κατέρχεται στο βαθύ σκοτάδι, παραμερίζοντας τη μνήμη.  (σελ.91) Αλλά η μνήμη δεν παραμερίζεται. Η μνήμη είναι.
Η μνήμη τής ανήκει∙  με ‘κεινη συνομιλεί∙  εκείνη φέρνει εικόνες, αλήθειες, υποκρισίες, ψέματα.. εκείνη φέρνει τον εαυτό της απέναντι της από τότε που άρχισε η μνήμη όχι μόνο να εικονοποιεί, αλλά να αντιλαμβάνεται ως παιδί.. ως έφηβη, ως ενήλικη, και το «τότε» γίνεται «τώρα». Τώρα. Το στερημένο χάδι-στοργή της μάνας, η ζεστή αγκαλιά της γιαγιάς, το πρώτο φιλί, ο πρώτος έρωτας, η φιλία, γάμοι που δε στέριωσαν, σύζυγος σε διαρκή ερωτική αναζήτηση εκτός συζυγικής κλίνης, τα παράξενα της ζωής που συσσωρεύονται και σε κουράζουν, οι κοινωνικά παραδεκτές δεσμεύσεις, απαράδεκτες της αλήθειας του εαυτού σου.. Η οργή μνήμης. Το ξεγύμνωμα χαρούμενων ή θλιβερών γεγονότων.  Οι φρούδες ελπίδες για το αύριο. Ένα βάρος η ζωή όσο την ανεβαίνεις... και κατεσπευσμένα κατέρχεσαι να την ελαφρύνεις, βυθισμένος στα σκότη του ύπνου..
*σελ. 16: Δεν ξέρω. Θα ήταν καλά να έχεις έναν άντρα ο ποίος λείπει κάπου και τον περιμένεις, λες θα γυρίσει. Το ζήτημα είναι αν μπορείς να δεχτείς την αλήθεια. Είμαι πολύ στενοχωρημένη, έλεγε η Νικόλ, δεν μπορώ να καταλάβω, έρχεται ο Μιχάλης. Έρχεται αύριο και είμαι στενοχωρημένη. Οπότε της λεω, είναι γιατί ένα χρόνο ήσουνα ελεύθερη να βγαίνεις ενώ τώρα θα μπει ο Μιχάλης στη μέση και θα πηγαίνετε πάλι δυο-δυο, σαν τους Χιώτες.
Μίλαγε για μένα. Είναι φοβερό να γίνεσαι ράκος, όπως δηλαδή με έχει δει αυτή να γίνομαι τόσο συχνά. Πρέπει να πιάσεις φίλο, μου λεει. Να το ρίξεις έξω. Όλα αυτά ξεκαρδισμένη στα γέλια. Να ρίξω τι; Έξω και πού; Σα να σου λένε ρίξε έξω το στήθος σου. Είναι γελοίο. Μου λεει, οι εννιά στις δέκα γυναίκες έχουν φίλο – και στην ηλικία μας. Οπότε λεω, και τι νόημα έχει αυτό..
*σελ.26-27. Θα ήθελα να είμαι διαφορετική, ένας άνθρωπος με πολλή κατανόηση. Και φυσικά την έχω την κατανόηση, αλλά άμα με πληγώνει εμένα δεν μπορώ. Δεν γεννήθηκα μεγαλομάρτυρας. Το λάθος των ανθρώπων είναι που δεν κρατάνε πτυχές. Πτυχές μέσα τους για του ίδιους. Με τη συμβίωση αφήνεσαι και σε μαθαίνει ο άλλος τελείως. Και είναι ολέθριο αυτό, χάνεσαι. Αυτό που σε τραβάει σε κάποιον είναι το άγνωστο.
*σελ.58. Ίσως θα έπρεπε κανείς να δεχτεί τον εαυτόν του, να φιλιώσει μαζί του. Ίσως. Αλλά πώς να φιλιώσεις με όλα αυτά που σε κάνουν κομμάτια. Δεν θέλω να γενικεύω γιατί μπορεί να νιώθω εγώ μόνον έτσι, επειδή η ζωή μου είναι κάπως στραβή. Αν ήμουν ευχαριστημένη, ίσως. Και ξέρω πόσο εύκολο θα ήταν να είμαι ευχαριστημένη. Όταν όμως συλλογιέσαι ότι όλα αυτά που θέλησες δεν μπορούν να γίνουν, τότε, τότε. Πάντα λες είμαι νέος, έχω καιρό. Αύριο μεθαύριο, αύριο μεθαύριο, υπάρχει όλος ο χρόνος. Και τελικά κάπου φτάνεις και διαπιστώνεις ότι δεν υπάρχει πια χρόνος.
*σελ. 84. Ήταν τόσο ζωντανή και ήθελε τόσα πράγματα και μου διηγιόταν συχνά τις ερωτικές ιστορίες της. Μου έλεγε, αυτός ο γιατρός Μαράκι είναι τσιμπημένος μαζί μου. Μου ρίχτηκε. Και ήταν πόσο χρόνων η Αίγλη, εβδομήντα σχεδόν. Και έτρεχε, ξέρεις, με όλη αυτήν την ανησυχία, δεν μπορούσε να τη δαμάσει. Δεν μπορούσε. Είχε τόση δίψα για τη ζωή και ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιψάσει.
*σελ.88. Γιατί τελικά η γλώσσα τι είναι; Μια σκλαβιά είναι και δεν σε λυτρώνει, ό,τι και να λένε, και τυραννιέσαι απλώς. Σαν τη θάλασσα που την έχουν κάνει σύμβολο. Χτυπιέται που είναι κλεισμένη στις κοίτες της, και δεν μπορεί να τις ξεπεράσει, γιατί αν τις ξεπεράσει θα πλημμυρίσει τον κόσμο και θα χαθεί.


 ''Μπλέ βαθύ σχεδόν μαύρο'' , του Θανάση Βαλτινού, εκδόσεων ΑΓΡΑ. Η συνάντησή μας θα γίνει στις 13 Ιανουαρίου , ημέρα Τρίτη , στις 5μ.μ. στην βιβλιοθήκη Διονύσου.
Χαρουμενα Χριστούγεννα και Ευτυχισμένος ο Καινούργιος Χρόνος 2015 !


Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Το καφέ της Χαμένης Νιότης του Πατρίκ Μοντιανό, ο συγγραφέας που πηρε το φετινό βραβείο Νόμπελ (2014)



Η συνάντησή μας για το βιβλίο  ''Στο καφέ της χαμένης νιότης'' είχε μεγάλη συμμετοχή και επιτυχία! Το βιβλίο του φετινού Νομπελίστα Πατρίκ Μοντιανό, άρεσε στην πλειοψηφία των μελών της ομάδας μας. Παρ' όλη την μελαγχολία του γκρίζου τόνου, που θύμιζε'' φιλμ νουάρ'' ,είχε μια κατάφαση για την ζωή, ακομα και σε στιγμές που οι ήρωές του βρίσκοντα ιστα όριά τους. (B.Βαλσαμάκη)



H Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το συγκεκριμένο βιβλίο:
Ένα βιβλίο μελαγχολικό, για έναν κόσμο περαστικό, για κείνους που χάνονται, για κείνους που λείπουν «πέρασμα και επιστροφή», για κείνους που ο τόπος τους είναι «οι ουδέτερες ζώνες».
Αξίζει, να διαβάσει κανείς τον Modianο τόσο, που λαχταράει να ακινητοποιήσει το χρόνο, να κρατήσει τις στιγμές, τις εικόνες του Παρισιού των μποέμ, τους δρόμους, τα στέκια, τους δυσδιάκριτους ανθρώπους μέσα σε ομιχλώδεις ατμόσφαιρες σε χάραμα, γέρμα, καπνό. Ονειρώδη τοπία, τα όμορφα «καφέ» του Παρισιού, εποχή δεκαετίας του ’60. Ανθρώπους αγαπημένους, ανθρώπους άγνωστους που τους αγαπάς. Ψυχές που αναζητάς να ξαναγυρίσουν στη ζωή, φωνές που τις ακούς μόνο εσύ όταν η απώλεια σε τυραννάει. Η μνήμη σου και ο έντονος πόθος της νοσταλγίας για ό,τι φεύγει και συ δεν ξεχωρίζεις, δεν ξεφεύγεις της αιώνιας επιστροφής∙  δεν τολμάς να μάθεις αυτό που είσαι, να γνωριστείς με τον εαυτό σου, γιατί έχει κόστος, ίσως την ίδια τη ζωή.. όμως το πέταγμα του δέσμιου είναι η απελευθέρωσή και λύτρωσή του.
Μια ζωή που κυλάει αέναα, φιδοσέρνεται σαν ποτάμι, χτυπάει σαν μια συμπαντική καρδιά, σα μουσική από την αρχή στο τέλος, από το τέλος στη μέση, πάλι στη μέση, πάλι στο τέλος, πάλι στην αρχή. Να παίρνεις τους δρόμους, να χάνεσαι, μέχρι να τους μάθεις. Χάνεις τον κόσμο κάτω από τα πόδια σου και ζητάς στήριγμα. Ζητάς- ψάχνεις μια μορφή που δε γνώρισες και λέγεται πατέρας, ψάχνεις μια μάνα που γνώρισες, που λείπει, που ξέχασε το ρόλο της. Παιδί γεννιέσαι και πεθαίνεις. Σφίγγεις γροθιές να κρατήσεις ευτυχισμένες στιγμές που γλιστρούν σα νερό στη χούφτα σου, επουλώνεις επιπόλαια βαθιά τραύματα με χιόνι, που σου προσφέρει πρόσκαιρη φίλη που κι αυτή με χιόνι νομίζει ότι θεραπεύει τα δικά της. Πίνεις το ποτό σου στα στέκια της αριστερής όχθης, εκεί που συχνάζουν οι μποέμ, οι φαν της αμεριμνησίας, φοιτητές, συγγραφείς, μουσικοί, γιατροί, μετανάστες. Είσαι ένα πρόσωπο θολό μυστηριώδες, ούτε τ’ όνομά σου δεν τους λες, όμως δεν πτοούνται με το που σε βλέπουν σε βαφτίζουν Λουκί. Ακόμα και όταν μιλάς μόνη για τον εαυτό σου, δεν ανοίγεσαι. Είσαι φευγάτη. Χάνεσαι. Χάνεσαι. Χάθηκες ίσα που πρόλαβες να ψιθυρίσεις τρεις λέξεις, «Αυτό είναι. Αφήσου».  Όμως όλοι αυτοί που αντάμωσες κάτι έχουν να πουν για σένα, παρότι η σιωπή σου κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των διηγήσεών τους. Άφησες τόσα ίχνη ίσα για να μπορέσει ο συγγραφέας να περιγράψει την εποχή που έζησες, την ομορφιά  και τη σκληρότητα συνάμα του Παρισιού, το εναέριο μετρό, τις πεζογέφυρες, τα βιβλιοπωλεία,  τις σκοτεινές γειτονιές  που προτιμάνε οι μοναχικοί, εκεί στην αριστερή όχθη, εκεί στις ουδέτερες ζώνες. Ο Μοντιανο μετέδωσε με νοσταλγία και με πικρό χιούμορ τη μελαγχολία της ηρωίδας του, τη δική του και του αναγνώστη του.
Πρωτοπορόσωπη η αφήγηση της μυθιστορίας, χωρισμένη σε τέσσερα κεφάλαια. Ο αφηγητής του κάθε κεφαλαίου προσπαθεί να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης της νεαρής Λουκί, το πραγματικό της όνομα Ζακλίν, όπου σύχναζε σε στέκια μποέμ, μποέμ και η ίδια. Στο πρώτο κεφάλαιο  ένας σπουδαστής στη Σχολή μεταλλειολόγων. Δεν δείχνει την ταυτότητά του, όπως και οι άλλοι θαμώνες του καφέ conde, όμως η φιγούρα της Λουκί τού μένει ανεξίτηλα στη μνήμη και οι περιγραφές και παρατηρήσεις του είναι ανάγλυφα χαραγμένες. Ακολουθεί το δεύτερο κεφάλαιο αφηγητής ο ντετέκτιβ Κεσλέ, που τον προσέλαβε ο σύζυγος της Λουκί να την βρει, γιατί τον είχε εγκαταλείψει χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο. Ο Κεσλέ την ψάχνει, ψηλαφίζει τα ίχνη της, τη νιώθει και σταματάει την έρευνα γιατί όπως λεει: Με ποιο δικαίωμα μπαίνουμε σαν διαρρήκτες στη ζωή των ανθρώπων, με ποιο θράσος βυθομετρούμε τα νεφρά και την καρδιά τους και τους ζητάμε και λογαριασμό; Με ποια ιδιότητα;»  Στο τρίτο κεφάλαιο μιλάει η ηρωίδα για τη ζωή της, μια περιγραφή για τα συμβάντα της ζωής της, όμως κρύβει καλά την ψυχή της μόνο ένας ψίθυρός της ακούγεται, «Τι ευτυχία να πλανιέμαι στον αέρα και να νιώσω επιτέλους αυτή την έλλειψη βαρύτητας που πάντα έψαχνα! Θυμάμαι τόσο καθαρά εκείνο το πρωί, εκείνον το δρόμο και τον ουρανό στο βάθος...     μια μέρα στις μαύρες μου έγραψα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, που μου ‘χε δανείσει ο Γκι ντε Βερ,  Λουίζ του Κενού, άλλαξα με το στιλό το όνομα με το δικό μου: Ζακλίν του Κενού. Στο τέταρτο κεφάλαιο μιλάει γι αυτήν ο Ρολάν συγγραφέας, σύντροφος και φίλος της.  Διηγείται τη γνωριμία τους, τη συμβίωσή τους, τις ευτυχισμένες στιγμές.. όμως ακόμα απορεί για τη φυγή της και επιζητεί την αιώνια επιστροφή λέγοντας, «ακόμα και σήμερα, τα βράδια, μου συμβαίνει ν’ ακούω στο δρόμο μια φωνή να με καλεί με το μικρό μου. Μια φωνή βραχνή. Σέρνει λίγο τις συλλαβές, και την αναγνωρίζω αμέσως: η φωνή της Λουκί. Γυρίζω, μα δεν είναι κανείς. Όχι μόνο τα βράδια, αλλά και τις νεκρές ώρες κάποιων καλοκαιρινών απομεσήμερων που δεν είσαι σίγουρος ποια χρονιά είναι. Όλα θα ξαναρχίσουν όπως πριν. Οι ίδιες μέρες, οι ίδιες νύχτες, τα ίδια μέρη, οι ίδιες συναντήσεις. Η Αιώνια Επιστροφή».



Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

''ΑΔΡΙΑΝΟΥ Απομνημονεύματα'' της Marguerite Yourcenar ,εκδόσεων Χατζηνικολή.

Η συνάντηση της Ομάδας μας  έγινε στο χώρο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Διονύσου στις 7\10\ 14 στις 5 μ.μ.
Ηρθαν πολλα νέα μέλη, αλλά λόγω αλλαγής της ώρας αποχωρούν άλλα.
Το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού '' Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο'' δίχασε την Ομάδα. ''Αλλοι ενθουσιάστηκαν και πέρασαν
ένα ευχάριστο καλοκαίρι διαβάζοντάς το και άλλους τους κούρασε.
 

Η νέα συνάντηση θα γίνει στις 4 Νοεμβρίου ημέρα Τρίτη στις 5 μ.μ. στην Βιβλιοθήκη. Το βιβλίο που ορίσαμε να διαβάσουμε είναι
''ΑΔΡΙΑΝΟΥ Απομνημονεύματα'' της Marguerite Yourcenar ,εκδόσεων Χατζηνικολή. Ο εκδοτικός Οίκος έχει δώσει τα δικαιώματα στο
βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ. Είναι ένα από τα 100 βιβλία που πρέπει να έχει διαβάσει κάποιος βιβλιόφιλος ,ανάμεσα στην Ομήρου Οδήσσεια
και στην Ιλιάδα!

Το βιβλίο  Αδριανού Απομνημονεύματα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ , έτυχε μεγάλης αποδοχής από τα μέλη μας! Πυκνογραμμένο και ουσιαστικό ,ψαγμένο ιστορικά από την ίδια την συγγραφέα , η οποία θα πρέπει να έτρεφε μεγάλο θαυμασμό στην προσωπικότητα αυτού του φιλέλληνα Αυτκράτορα και στο έργο του.

Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλίο ‘Ανδριανού Απομνημονεύματα‘
Μια βιογραφία για το έργο ενός μεγάλου αυτοκράτορα, τον τρίτο από τους λεγόμενους «πέντε καλούς αυτοκράτορες» από μια συγγραφέα που θεωρείται κορυφαία λογοτεχνική μορφή της Γαλλίας του 20ου αιώνα.
Ένα έργο βασισμένο σε ιστορικά γεγονότα της ζωής και του έργου του αυτοκράτορα Πούπλιου Αίλιου Τραϊανού Αδριανού, γραμμένο με τη μυθιστορηματική βαρύτητα της λογοτεχνίας.
Ο Αδριανός αυτοκράτορας κατά τα έτη 117 – 138 ήταν συγγραφέας, ποιητής, στωικός και επικούρειος φιλόσοφος. Γεννήθηκε στις 24 Ιαν. του 76 μ.Χ. και απεβίωσε στις 10 Ιουλ. του 138 μ.Χ.
Η Γιουρσενάρ σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μας ταξιδεύει ζωντανεύοντας βήμα βήμα  την συναρπαστική ζωή του πολυμερούς  Αδριανού.
Ένα βιβλίο για μελέτη και φιλολογική ανάλυση. Ένα βιβλίο για τον αξιομνημόνευτο αυτοκράτορα που η συγγραφέας, μπορώ να πω ταυτίζεται μαζί του  στην πολυγνωσία, στην αγάπη της λογοτεχνίας, στα ταξίδια, στη λατρεία του Ελληνικού πολιτισμού και Παιδείας, στα δημοκρατικά ιδεώδη, στον ειρηνισμό, στα αγνά αισθήματα αγάπης και έρωτα έξω από συμβατικούς κανόνες. Μια γραφή όπου στην ανασύνθεση των ιστορικών γεγονότων ενσωματώνει θέματα που προβληματίζουν μέχρι σήμερα την ανθρωπότητα.

Το εύρημά της στο βιβλίο είναι η επιστολή του  Αδριανού στον διάδοχό και υιοθετημένο του γιο Μάρκο Αυρήλιο, λίγο πριν πεθάνει από βαριά καρδιακή νόσο. Μια επιστολή, κληρονομιά ιερή, μέσα από τα μύχια της ψυχής του. Επιστολή αποχαιρετισμού, επιστολή απολογισμού ζωής, για τα καλά, για τα σφάλματα, για τις ειρηνικές διαδρομές μέσω των βαρβαρικών ατραπών  κατά τη διάρκεια της εξουσίας του και τόσα άλλα.   

Δεν θα κάνω μια κατά βάθος εισήγηση, αυτή είναι δουλειά φιλολόγων.
Είναι πολύ καλύτερα να διαβάσει κανείς το βιβλίο. ΑΞΙΖΕΙ.
Θα παραθέσω  όμως κάποια αποσπάσματα,  που έχω υποσημειώσει:

*σελ. 11: είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς αυτοκράτορας μπροστά σ’ ένα γιατρό, όπως είναι δύσκολο να διατηρήσει και την ανθρώπινη ιδιότητά του..
*σελ. 20: όσο για τους θρησκευτικούς ενδοιασμούς του γυμνοσοφιστή, για την αηδία του στη θέα των ματωμένων κρεάτων, θα με συγκινούσε περισσότερο αν δε μου είχε τύχει ν’ αναρωτηθώ σε τι διαφέρει ουσιαστικά η οδύνη του χόρτου που κόβομε από του αρνιού που σφάζομε, και αν η φρίκη μας μπροστά στα δολοφονημένα ζώα δεν οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η ευαισθησία μας υπάγεται στο ίδιο βασίλειο με τη δικιά τους.
*σελ. 32: Ο γραπτός λόγος μ’ έμαθε ν’ ακούω την ανθρώπινη φωνή, ακριβώς όπως οι μεγαλοπρεπείς ακίνητες στάσεις των αγαλμάτων με μάθανε να εκτιμώ τις κινήσεις, και αντίστροφα, στη συνέχεια, η ζωή μού φώτισε τα βιβλία.
*σελ. 54: Το μεγάλο λάθος μας είναι πως προσπαθούμε να αποσπάσουμε από τον καθένα αρετές που δεν έχει, παραμελώντας να του καλλιεργήσουμε εκείνες που έχει.
*σελ. 87: Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Αναγκάστηκα να τον ξαναρχίσω και να τον τελειώσω  λίγους μήνες μετά την ανάρρησή μου. Η τάξη βασίλευε, έστω πρόσκαιρα, σε κείνη τη μεθόριο. Γύρισα στη Ρώμη γεμάτος τιμές. Αλλά είχα γεράσει.
*σελ. 192: Πιστεύω πως ένα από τα πιο όμορφα επακόλουθα του έρωτα είναι η ηρεμία μας, που τόσο ευνοϊκή είναι για τα έργα και για τις πνευματικές πειθαρχίες μας. Και παραξενεύομαι που αυτές τις χαρές, τις τόσο πρόσκαιρες, τις τόσο σπάνια τέλειες μέσα σε μια ανθρώπινη ζωή, σ’ όποια έξαλλη μορφή κι αν τις αναζητήσουμε ή τις δεχθούμε, μερικοί υποτιθέμενοι συνετοί τις αντιμετωπίζουνε τόσο δύσπιστα, τονίζοντας τη συνήθεια και την υπερβολή τους, αντί να τονίσουν την έλλειψη, ή τον χαμό τους, που χαραμίζουν τυραννικά τις αισθήσεις μας για ένα χρονικό διάστημα που θα αξιοποιούσαμε πολύ καλύτερα πασχίζοντας να ομορφύνουμε την ψυχή μας ή να την ισορροπήσουμε.

(Για την αυτοκτονία του Αντίνοου) *σελ. 236. Ένα παιδί, φοβισμένο μήπως τα χάσει όλα, είχε βρει αυτόν τον τρόπο για να με δέσει μαζί του για πάντα. Αν είχε ελπίσει να με προστατέψει μ’ αυτή τη θυσία του, θα πρέπει να αισθανόταν πολύ λίγο αγαπητός για να μην καταλάβει ως το χειρότερο των δεινών θάτανε να τον
χάσω.

*σελ.340:..... Μικρή ψυχή, ψυχή τρυφερή και μετέωρη, σύντροφε του κορμιού μου που σε φιλοξένησε, θα κατεβείς σ’ αυτούς τους ωχρούς τόπους, τους σκληρούς και γυμνούς, όπου θα χρειαστεί ν’ απαρνηθείς τα παιχνίδια του άλλοτε. Μια ακόμα στιγμή, ας κοιτάξουμε μαζί τις γνωστές μας ακτές, τα πράγματα που είναι βέβαιο πως δεν θα ξαναντικρίσουμε πια.. Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στο θάνατο με ανοιχτά τα μάτια....

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

''Σκηνές από τον βίοτου Ματίας Αλμοσίνο'' του Ισίδωρου Ζουργού, εκδόσεων Πατάκη

 Η συνάντηση στις 7/10/2014 για το βιβλίο ''Σκηνές από τον βίοτου Ματίας Αλμοσίνο'' του Ισίδωρου Ζουργού, εκδόσεων Πατάκη θα γίνει στην Δημόσια βιβλιοθήκη Διονύσου στις 5.00 το απόγευμα.