Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014



Η τελευταία συνάντηση της Ομάδας μας, πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 3 Ιουνίου. Το βιβλίο της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως  Χριστίνας Καράμπελα '' Καιροί τέσσερεις '', άρεσε στις φίλες της Ομάδας μας!  Για την ζωντάνια του λόγου και της περιγραφής, για την πρωτοτυπία του θέματος'παραβολή με τον μύθο της Περσεφόνης' και την γλαφυρότητά του.

Το βιβλίο που βάλαμε για το καλοκαίρι και θα αναλύσουμε στις 7 Οκτωβρίου , ημέρα Τρίτη, με την έναρξη της καινούριας περιόδου είναι.''Σκηνές από τον βίοτου Ματίας Αλμοσίνο'' του Ισίδωρου Ζουργού, εκδόσεων Πατάκη.

Ευχόμαστε στα μέλη μας και σε όλους τους φίλους Καλό Καλοκαίρι.



H Eυγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλιο '' Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο'' 
 
Έργα του:
Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού,
Στη σκιά της πεταλούδας,
Η αηδονόπιτα,
Ανεμώλια,
   κ.α..

Συνήθως αποφεύγω τα πολυσέλιδα βιβλία, όμως έκανα εξαίρεση στον καλό συγγραφέα Ζουργό, για το πρόσφατο βιβλίο του των 780 σελίδων.  Έχω διαβάσει τρία βιβλία του (αυτό είναι το τέταρτο) και σε μερικά υπάρχει η εισηγητική μου σ’ αυτό το μπλογκ. 
            Πολύ μεγάλο το ταξίδι (ζωής του ήρωα Ματίας Αλμοσίνο) με κούρασε, αν και πολύ ενδιαφέρον, όμως πολλές σελίδες τις διάβασα τροχάδην. Πολυπρόσωπο πόνημα.  Τι να πρωτοθυμηθώ. Όλοι με περγαμηνές, διάσημοι οι περισσότεροι του 17ου αιώνα, που η σοφία και η πολυγνωσία τους σφραγίζει τις εποχές μέχρι σήμερα.
            Η αλήθεια είναι πως από το χέρι μου δεν το άφησα, όπως κάνω σε άλλα μυθιστορήματα, πληκτικά κατά τη γνώμη μου. Δεν άφησα το μυθιστόρημα του Ζουργού για τις θαυμάσιες περιγραφές της Ευρώπης του 17ου αι., όπως Ελβετία, Βενετία, Ζάκυνθος, Κων/πολη, Λονδίνο, Μολδαβία, Ρωσία, Άγιον Όρος. Δεν το άφησα για την με λεπτομέρειες περιγραφή της ιατρικής επιστήμης, εκείνης της εποχής, για την καταπολέμηση θανατηφόρων νόσων.
            Ο συγγραφέας δημιούργησε έναν ήρωα χαρισματικό και ανθρώπινο που σε ελκύει η σκέψη, η ταπεινότητά, η πολυμάθεια και η επιστημοσύνη του, τον ιατρό Ματίας Αλμοσίνο. 
           
            Ο συγγραφέας μας αφηγείται την ζωή του κρυπτοεβραίου Ματίας Αλμοσίνο από την παιδική του ηλικία, στη Βασιλεία. Γιος του περουκοποιού Τομπίας και της Έστερ. Όλα αλλάζουν στην οικογένεια όταν θα φτάσει από το Άμστερνταμ ο θείος του Ματίας, ο Ισαάκ, που είναι δίδυμος αδελφός του Τομπίας.  Η Έστερ εγκυμονεί και πεθαίνει στη γέννα. Ο θείος Ισαάκ πείθει τον αδελφό του να φύγουν για Βενετία, όπως πολλοί Εβραίοι. Ο μικρός Ματίας συνοδεύεται στο δύσκολο αυτό ταξίδι από τον θρησκόληπτο πατέρα του και τον ανοιχτόμυαλο και διορατικό θείο του. Γρήγορα θα μάθει ότι πραγματικός του πατέρας είναι ο θείος Ισαάκ. Ο Τομπίας είναι στείρος. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα αρρωστήσει από ευλογιά και θα γλιτώσει το θάνατο με έντονα σημάδια στο πρόσωπο. Το ταξίδι συνεχίζεται και βρίσκονται στη Σαλονίκη, όπου ο θείος του εργάζεται στο σπίτι του εμπόρου Μελισσηνού. Όμως ο πατέρας Ισαάκ θα πεθάνει όταν μια επιδημία πανούκλας εξαπλώνεται στην περιοχή. Ο έμπορος Μελησσηνός θαυμάζει την οξυδέρκεια του μικρού, τον παίρνει μαζί του στη Βενετία. Η  Θεανώ υπηρέτρια και ερωμένη του Μελισσηνού, τον μεγαλώνει με πολύ αγάπη. Ο Μελισσηνός υιοθετεί τον Ματίας και τον στέλνει να σπουδάσει ιατρική στην Πάντοβα.
Με το νέο του όνομα, Ματέο Μελισσηνός, γιατρός  πλέον θα ταξιδέψει στην Κων/πολη, όπου συναντά παλιούς συμφοιτητές του και ως αυθεντία μπαίνει σε κύκλους ευγενών. Σε σκλαβοπάζαρο της Πόλης θα αγοράσει μια νέα γυναίκα και θα την παντρευτεί. Το ταξίδι θα συνεχιστεί στο Λονδίνο, όπου συναναστρέφεται με αυθεντίες της ιατρικής επιστήμης.
Για χατίρι της αγαπημένης του γυναίκας, της Όλγας, θα ταξιδέψει στην πατρίδα της την Μολδαβία. Εκείνη θα τραυματιστεί βαριά από ατύχημα και θα πεθάνει.
Η περιπετειώδης ζωή του Ματίας, όπου σε κάθε πόλη και χώρα ταξιδεύουμε μαζί του (χάριν των καταπληκτικών και λεπτομερών περιγραφών του συγγραφέα), θα τελειώσει στο Άγιον Όρος, ως εξώκοιτος καλόγερος, με το όνομα του «αδελφού» του ιερομόναχου Ιωαννίκιου, νόθο παιδί του εμπόρου Μελισσηνού και της Θεανώς, ο οποίος  πεθαίνει,  συνοδευόμενος από τον Ματίας, κατά τη διάρκεια ταξιδιού προς τον Άθω.
Σελ. 640.          «Δαιμόνια! Έξω απ’ το χωριό στις σπηλιές ο τόπος είναι γεμάτος δαιμόνια!»                             «Είδανε στην είσοδο απ’ το παλιό ορυχείο τέρατα».
                        «Τι τέρατα δηλαδή;»
                        «Λέγανε για κόκκινα πρόσωπα της κόλασης με πληγές κι ένα μάτι, που δε μιλάνε ανθρώπινα αλλά μουγκρίζουν, που τα πόδια τους είναι τριχωτά με τραγίσιες οπλές».
«Και λοιπόν;»
«Θα πάνε όλοι τους, με τον παπά μπροστά. Θέλουν να πας κι εσύ, σ’ έχουν για άνθρωπο σοφό».
«Δεν ξέρω να κάνω εξορκισμούς».
«Ματίας, σε σέβονται και σ’ αγαπάνε».
Σελ.642.    Η είσοδος του ορυχείου μύριζε ανθρωπίλα κι όχι δαιμόνια. Τότε μου ήρθε στη μύτη καπνός απ’ το θυμιατό – ο παπάς ερχόταν πίσω μου.
 «Πάτερ, δε νομίζω να μυρίζει έτσι η κόλαση∙  αυτό είναι απλυσιά και ιδρώτας».
«Ο διάβολος ξέρει, παιδί μου, να μεταμφιέζεται».
Έγειρα τους πυρσούς, για να μην ακουμπήσουν στη χαμηλή οροφή, και μπήκα. Κοντοσταθήκαμε. Η γαλαρία στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν γκρεμισμένη∙  άφηνε μόνο μια τρύπα στο βάθος απ’ όπου ίσα που χωρούσε να περάσει άνθρωπος Αφουγκραστήκαμε. Για λίγη ώρα ακουγόταν μόνο το ρετσίνι των πυρσών που καιγόταν∙ ύστερα ήρθε κάτι σαν ψίθυρος απ’ την τρύπα κι ένα σύρσιμο σε πέτρες και χαλίκια. Κάτι μας πλησίαζε έρποντας. Οδήγησα τον πυρσό προς το άνοιγμα∙ τότε ξεχωρίσαμε κάτι που προσπαθούσε να βγει απ’ την τρύπα. Ο Όλιβερ δίπλα μου είχε ήδη κρατήσει το μουσκέτο στο χέρι και σημάδευε.
Ο δαίμονας δεν μπορούσε να περπατήσει παρά μόνο σερνόταν. «Ένα σώμα κουλουριασμένο βγήκε απ’ την τρύπα και σταμάτησε μπροστά στη φωτιά των πυρσών. Είχε μόνο ένα μάτι, η μύτη έλειπε, μαλλιά μακριά, ένα πουκάμισο τρύπιο, παντού επάνω στο δέρμα τα σημάδια της κόλασης – ζαρωμένο δέρμα σαν της χελώνας, κοκκινίλες και πληγές.
Ο παπάς δίπλα μου ύψωσε τον σταυρό κι άρχισε να ψέλνει.
«Πίσω όλοι σας!» έβγαλα μια φωνή.
Ο δαίμονας, με φαγωμένο το πρόσωπο απ’ τα τέρατα της κόλασης, με κοίταζε ατάραχα.
«Πίσω, να μην ακουμπήσει κανείς, είναι λεπρός!»
Σελ. 731.          Καθώς πλησίαζαν τα γεράματα, είχε αποκτήσει και τη συνήθεια να προσεύχεται κάθε βράδυ πριν κλείσει τα μάτια. Χρόνια πριν, όταν του ερχόταν παρόμοια επιθυμία, είχε την αμηχανία πού να στρέψει την προσευχή και πώς να την πει. Τα τελευταία χρόνια προσευχόταν σ’ αυτόν τον Θεό που είχε βρει πως του ταίριαζε, σ’ Αυτόν που είχε αγαπήσει το ανθρώπινο σώμα σαν να ‘ταν γιατρός, που είχε νιώσει πώς είναι το κορμί όταν υποφέρει, σ’ Αυτόν που αγάπησε τη σάρκα των ανθρώπων και δεν τη χαράμισε για πάντα στο χώμα, αλλά της φύτεψε την ελπίδα της Ανάστασης.


Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Το επόμενο βιβλίο είναι το ''Καιροί Τεσσερεις'' της Καραμπελα Χριστίνας  και έχει εκδοθεί από τον οίκο Πόλις. Η συνάντηση θα γίνει στις 3 Ιουνίου ημέρα Τρίτη, στο σπίτι της φίλης Κας Μ. Τσομίδη,στις 11.30 π.μ.


Καιροί τέσσερεις
                    Της Χριστίνας Καράμπελα (γεν. 1963, Αθήνα)
                                    (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ)
Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί
στο λογοτεχνικό περιοδικό «δέκατα».
Το πρώτο μυθιστόρημα της Χριστίνας Καράμπελα, όπου ρέει η γραφή, η εξαιρετική αφήγηση,  η αλληγορία, το χιούμορ, η μνήμη, το συναίσθημα, ο ρεαλισμός, το όνειρο, η μαγεία.   Ένας κόσμος μέσα από τα μάτια γυναικών πάνω και κάτω από τη γη. Ένα  βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα, που χαμογελάς/γελάς από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένα βιβλίο που μοιράζει γεύσεις και αρώματα ζάχαρης, καραμέλας, φρούτων που μεταλλάσσονται σε γλυκά του κουταλιού και ανοίγεις το στόμα λιγωμένος για γλύκα σωματική και ψυχική. Δεν αργείς να πάρεις χαρτί και μολύβι να γράψεις τις συνταγές που ευφραίνουν∙ έτσι αφήνεις έξω τους άρπαγες όπως, τον πανδαμάτορα χρόνο, την χθόνια Εκάτη, τον απαγωγέα Πλούτωνα, τη μάνα Δήμητρα που διεκδικεί την κόρη της. Και, η αιώνια κόρη η Περσεφόνη το έπαθλο νίκης διελκυστίνδας παντοδύναμων θεών.  Μέχρι πότε;  Πρωταγωνιστικό ρόλο και η Ευρυδίκη σύζυγος του μουσικού Ορφέα, συνοδός στο σκοτάδι του Άδη αθώων ψυχών.. σημαντικός ο ρόλος του υποχθόνιου Χάροντα που τριγυρίζει την όμορφη κόρη έμμονος να την κατακτήσει ερωτικά.
 Ένα βιβλίο που η φύση πρωταγωνιστεί έξω και μέσα στον άνθρωπο. Το φθινόπωρο, ο χειμώνας, η άνοιξη, το καλοκαίρι. Μέσα από τον μύθο η αλήθεια, μέσα από τη συνειδητοποίηση η απελευθέρωση και η καταφυγή σε δρόμους αυτογνωσίας. Η αέναη πάλη των φύλων, η εξουσία/εκμετάλλευση ανθρώπου σε άνθρωπο, κι όλα αυτά γραμμένα και ανασυρμένα από τους αρχαίους μύθους νυμφών και θεών του πάνω και κάτω κόσμου. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, όπως η συγγραφέας μας τα παρουσιάζει.
Τέσσερις καιροί του σήμερα∙  τέσσερα κεφάλαια, το καθένα με τίτλο το όνομα του αφηγητή που δραματοποιεί τα γεγονότα.
Καιρός πρώτος: Της Ρούλας
Φθινόπωρο.  Η ηλικιωμένη μάνα, πάσχει από ζάχαρο, είναι στο  τελευταίο στάδιο ζωής. Ρούλα το χαϊδευτικό της, Δήμητρα το όνομά της. Ζει σ’ έναν πύργο, χτισμένο τον περασμένο αιώνα, στο Μαρούσι. Πιστεύει ότι ο κόσμος θα ‘ταν καλύτερος χωρίς άντρες. Εξ’ άλλου από γιαγιά προς γιαγιά γέννησαν από μια κόρη και όλες μισούσαν τους άντρες και, οι άντρες ή τις παράτησαν ή τους απόδιωξαν. Η προγιαγιά η Ερατώ ήταν η εξαίρεση∙ το φάντασμά της κάνει ό,τι μπορεί να ελαφρύνει το μίσος στέλνοντας σημειώματα, γραμμένα σε ελληνικά της εποχής της. Τα γλυκά του κουταλιού είναι η παράδοση τους και παρότι το ζάχαρο της Ρούλας την στέλνει βήμα το βήμα στον Άδη, εκείνη επιμένει να τα φτιάχνει και να τα  δοκιμάζει∙  συνταγές πολλές, φρούτα πάμπολλα. Της λείπει η συνταγή για γλυκό ρόδι και οι ροδιές του κήπου της, γεμάτες καρπούς. Η ροδιά με τον πολύσπερμο καρπό της. Η γονιμότητα. Της λείπει εδώ και πέντε χρόνια η κόρη της σπουδάζει στο Παρίσι. Μια κάρτα το χρόνο λαβαίνει στη γιορτή της που γράφει:
(σελ.15) ΄΄είμαι καλά, ελπίζω το ίδιο κι εσύ μητέρα, τις ευχές μου για την ονομαστική σου εορτή.’’  Κάθε χρόνο η ίδια ευχή, απαράλλαχτη. Σαν να τις έχει γράψει όλες μαζί και να τις ταχυδρομεί, μία τον χρόνο, μία ίδια κάρτα κάθε χρόνο.
(σελ. 30) το κυδώνι δεν είναι ακριβώς γλυκό, είναι είδος πρώτης ανάγκης, το έχεις πάντα στο σπίτι, μαζί με το σιμιγδάλι για χαλβά, το ψωμί, το λάδι, το γάλα, τις ελιές και τα μπαχάρια. Το κυδώνι δεν το συμπεριλαμβάνεις στα κεράσματα, δεν το στέλνεις σε άλλα σπίτια, είναι οικόσιτο, δεν το μοιράζεσαι, όπως δεν δανείζεται το κατσούλι του σπιτιού ούτε ο όφις ο οικουρός.
Καιρός δεύτερος: Του  Χαριτόπουλου
Χειμώνας. Ο φωτοευαίσθητος Χαριτόπουλος, δικηγόρος για την εκτέλεση διαθήκης της συχωρεμένης Ρούλας. Λιπόσαρκος, χλωμός, αποπνέει μυρουδιές θειαφιού και λιβανιού, όπου δείχνει, καθώς και το όνομα του (από το Χάρος) τον χθόνιο τόπο του. Ερωτεύεται την όμορφη Πέρσα, κόρη της εκλιπούσης Ρούλας. Την πολιορκεί ερωτικά, καταφέρνει να την πάρει  και να την κλείσει στον υπόγειο χώρο του, να την κοιμίσει.. μέχρι που..
Καιρός τρίτος: Της Ευρυδίκης
Άνοιξη. Η πανύψηλη Ευρυδίκη, υπηρέτρια της Ρούλας και νταντά της Πέρσας, που όπως έλεγε η μακαρίτισσα η Ρούλα:  (σελ. 17)  την άνοιξη, αν δεν έχω σαπίσει, ίσως ξεκινήσω τους περιπάτους στο κτήμα, η Ευρυδίκη αντέχει να με υποβαστάζει, ζυγίζει ογδόντα κιλά κόκαλα και δέκα λίπος. Δεν θέλει, λεει, ν’ αφήσει πολλή τροφή για τα σκουλήκια.
Η άνοιξη, ο ανθισμένος κήπος. Τα αρώματα των λουλουδιών συνηγορούν όχι μόνο τον έρωτα της  Ευρυδίκης για τον Αιμίλιο εξ Αλβανίας, αλλά και  γονιμότητας όπως της κοντοπίθαρης Φώφης της μεσίτριας (νοίκιαζε το σπιτάκι στον κήπο του πύργου) που λύσσαγε να τεκνοποιήσει και με το δίκιο της. Τα μεγάλα της βυζιά την τοποθετούσαν στην κατηγορία της βυζάστρας και το σατανικό της μυαλό στη θέση της «καρέκλας». Δεσπόζει στο κείμενο η καρέκλα, όπως μας διηγείται η Ευρυδίκη (σελ. 110) είχε καθίσει η Πέρσα και πριν από την Πέρσα η μάνα της η Ρούλα, και πριν από τη Ρούλα  η μάνα της η Βαρβάρα, και πριν από τη Βαρβάρα η μάνα της η Ερατώ. Κάθισα εκεί, και για μια στιγμή ήθελα πολύ να ήταν δική μου κόρη η Πέρσα, για να μπορώ, να έχω το δικαίωμα δηλαδή, να την τουλουμιάζω στα χαστούκια
Καιρός τέταρτος: Της Πέρσας
Καλοκαίρι.
Ταξιδεύει η Πέρσα  μαζί με την ασθματική της νόσο, ψάχνει λόγια, θύμησες, ρίζες, ψάχνει τον εαυτό της. Σταθμός τα πατρικά χώματα, μάλλον τα μητρικά χώματα. Εκεί σ’ ένα παγκάκι, (σελ.181) μύριζε τις χίλιες μυρουδιές της Σμύρνης, και καθώς εισέπνευσε με όλη τη δύναμη των πνευμονιών της, ένας γλάρος προσγειώθηκε δίπλα της.... άνοιξε την τσάντα της, το χάρτινο σακουλάκι με τα υπολείμματα από τα κουλούρια με το σουσάμι, τα έχυσε στην παλάμη της και του τα πρόσφερε, έσκυψε εκείνος και διάλεξε από το χέρι  της τέσσερα σπυριά ροδιού, τα έφαγε αργά το ένα μετά το άλλο, έτριψε για λίγο το κεφάλι του στο χέρι της, άνοιξε τα φτερά κι έφυγε....
Τώρα πια μπορούσε να ξεχωρίσει τις μυρωδιές, πολλές κι ευδιάκριτες, μαλλί γριάς, ποπ-κορν, μπαρούτι από πυροτεχνήματα που μόλις εκτοξεύτηκαν, φρεσκοτηγανισμένοι λουκουμάδες, σιρόπι από μέλι και καρύδια, μήλα βουτηγμένα στην καραμέλα, ο άνεμος από τη θάλασσα τις έφερνε, μια μια στην αρχή, μετά όλες μαζί, το καλοκαίρι τελείωνε, την υγρασία την είχε ρουφήξει το μελτέμι και η Πέρσα ανέπνεε με άνεση...............
Ευγενία Μακαριάδη

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

"Μέχρι τον Φάρο" της Βιρτζίνια Γουλφ


Το επόμενο βιβλίο είναι το ''Μέχρι τον φάρο'' της Βιρτζίνια Γουλφ και έχει εκδοθεί από τον οίκο Οδυσσέας , το 2006. Η συνάντηση θα γίνει 6 Μαίου στο σπίτι της φίλης Κας Μ. Τσομίδη,στις 11.30 π.μ.

H Eυγενία Μακαριάδη έγραψε για το βιβλιο ‘Μέχρι το Φάρο’:
Αυτό το βιβλίο χρειάζεται να το νιώσεις∙  για να γίνει αυτό πρέπει να «στρωθείς στη μελέτη» να αφοσιωθείς, να  αντιλαμβάνεσαι τον έξω κόσμο σε θέση με το εγώ σου, να λες αυτό που είσαι, τη στιγμή που είσαι, γιατί την άλλη στιγμή δεν είσαι πια ο ίδιος, γιατί την άλλη στιγμή μια άλλη εικόνα έχει κατακλύσει το μυαλό και το κορμί σου και ζεις και σκέφτεσαι με τις διαφορετικές εικόνες (H.James). Στο έργο αυτό η συγγραφέας, (γράφτηκε το 1927) χαράσσει νέους μοντερνιστικούς δρόμους, με αλλαγή ύφους στα μέχρι τότε μυθιστορήματα «ρομαντισμού». Οι ήρωες του έργου μιλούν λίγο μεταξύ τους, όμως εμείς ακούμε τις σκέψεις τους, ακούμε τον εσώτερο μονόλογό τους, τον κρυφό κόσμο της συνείδησής τους, της ψυχής τους έναντι του εξωτερικού κόσμου, όπως πολύ ορθά η ηρωίδα του βιβλίου κυρία Ράμσεϋ υπέθετε ότι όλοι οι φίλοι εδώ, στο εξοχικό της που φιλοξενεί, πρέπει να νιώθουν πως αυτό που φαινόμαστε, αυτό με το οποίο μας ξέρετε είναι παιδαριώδες, πιο κάτω είναι όλα σκοτεινά, όλα απλώνονται είναι απύθμενα, μα πότε πότε ανεβαίνουμε στην επιφάνεια και έτσι μας βλέπετε. Η κυρία Ράμσεϋ, που η ομορφιά της σου ‘κοβε την ανάσα, μάνα οχτώ παιδιών, μας λεει ότι εύρισκε ανάπαυση όχι όταν ήταν ο εαυτός της, μα όταν γινόταν σφήνα στο σκοτάδι, όταν χάνοντας την προσωπικότητά της έχανε τον εκνευρισμό, τη κίνηση τη βιάση και γινόταν ένα με την αιωνιότητα σε  συνάντηση με τη μακριά σταθερή φωτεινή ακτίνα του Φάρου, τη δική της ακτίνα, που αγνάντευε από το παράθυρό της, εκεί στο βραχονήσι απέναντι.
Ο κάθε φιλοξενούμενος ένας κόσμος, όπως η μικροκαμωμένη Λίλυ η ζωγράφος, που τα λόγια του Τάνσλεϋ ότι οι γυναίκες ούτε να γράψουν ούτε να ζωγραφίσουν μπορούν της πιπιλίζει το μυαλό, έχει αρχίσει έναν πίνακα με μοντέλο την κυρία Ράμσεϋ που κρατάει στην αγκαλιά της το στερνοπαίδι της Τζέιμς, ο γέρο Καρμάϊκλ ο ποιητής,  ο Τσαρλς Τάνσλεϋ, μαθητής του άντρα της, ο ηλικιωμένος Ουϊλιαμ Μπανκς, που σκέφτεται η κ. Ράμσεϋ να παντρέψει με τη Λίλυ, η νεαρή Μίντα και ο αφελής νεαρός Ρέιλυ. Όλοι τους να κάθονται στο τραπέζι και εμείς να διαβάζουμε/ακούμε τις σκέψεις  και τα αισθήματά τους.
Η αρχή του έργου με την κυρία Ράμσεϋ και τον μικρούλη Τζέιμς, που λαχταρά να πάει στο Φάρο κι ο πατέρας τον αποθαρρύνει λέγοντας ορθά κοφτά πως ο καιρός δε θα ‘ναι καλός, αντίθετα από τη μάνα του που με παρηγορητικό λόγο προσπαθεί  να δώσει ελπίδες στον μικρό ότι καιρός μπορεί να καλυτερέψει.. και ο μικρός Τζέιμς να μισεί τον ορθολογιστή πατέρα, που αν είχε μαχαίρι στα χεράκια του εκείνη τη στιγμή θα τον έσφαζε.
Δέκα χρόνια μετά στο ίδιο σπίτι, (άλλοι παντρεύτηκαν άλλοι πέθαναν όπως η κυρία Ράμσεϋ και δυο από τα παιδιά της), βρίσκονται ξανά η γεροντοκόρη Λίλυ, ακόμα να ζωγραφίζει τον ίδιο πίνακα που κάπως άλλαζε η σύνθεσή με τα νέα δεδομένα, και να ζει να κινείται, να σκέπτεται, να αισθάνεται μέσα στο σπίτι, όπως τότε η κυρία Ράμσεϋ., ο ποιητής Καρμάϊκλ, ο κύριος Ράμσεϋ και τα παιδιά του ο νεαρός πλέον Τζέιμς και η Καμ.
Έτοιμοι ο πατέρας και τα δυο του παιδιά για πηγαιμό στο Φάρο, με τιμονιέρη στη λέμβο τον Τζέιμς, που η μακροχρόνια απέχθειά του για τον πατέρα καλά κρατεί και σκέφτεται   ότι έτσι και πει μια κουβέντα παραπάνω, έτσι και πει κουβέντες καυστικές, ως συνήθως,  τότε θα πάρει ένα μαχαίρι να το μπήξει στην καρδιά αυτού του αυταρχικού πατέρα, που αναγκάζει τους άλλους να κάνουν πράγματα που δεν θέλουν, που τους αφαιρεί το δικαίωμα να μιλήσουν..  όμως όχι  την καρδιά εκείνης, της μάνας, θα τρυπούσε...
Μια λέξη θετική από τον πατέρα στο γιο για την επιδεξιότητά του στην πλοήγηση με την άφιξή τους στο Φάρο...  και
Μια τελευταία πινελιά που δεν ήταν παρά μια γραμμή στο κέντρο του τελάρου, ολοκληρώθηκε ο πίνακας της Λίλυ.

Έργα της:
Το ταξίδι,
Μέρα και νύχτα,
Η κυρία Νταλογουέη,
Το δωμάτιο του Ιάκωβου,
Ορλάντο,
Τα κύματα,
Η κυρία στον καθρέφτη..
        κ.α..



 Η Αρετή Καράμπελα έγραψε για το βιβλιο ‘Μέχρι το Φάρο’:
Το εμβληματικό βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ, απασχόλησε την ομάδα ποικιλοτρόπως.
Ο μακρύς εσωτερικός μονόλογος, η λεγόμενη συνειδησιακή ροή, ήταν αυτό που τράβηξε περισσότερο το ενδιαφέρον.
Η σωματικότητα της ανάμνησης, όταν επιστρέφει με ενάργεια το παρελθόν, συνδέει άρρηκτα, μνήμη και αίσθηση. Πόνος και δάκρυα συνοδεύουν ό,τι ανασύρεται, με μια ένταση ίσως μεγαλύτερη από τη στιγμή της πρώτης εντύπωσης.
Η καθημερινότητα καθαγιάζεται, μετασχηματιζόμενη σε χαλί της συνείδησης.
Εκεί, υπάρχουν στιγμές έκλαμψης που εγγράφονται ανεξίτηλα και διαμορφώνουν το πνεύμα.
Η φύση, ως κατακλύζουσα δύναμη, αποτελεί ψυχικό τοπίο και αντανακλά την ψυχική διάθεση των ηρώων.
Πάντα, εκεί, υπάρχουν στιγμές ολοκλήρωσης και ευτυχίας, μέσα από την ατέλεια και την καθημερινότητα, εφόσον  τολμήσουμε να προσβλέψουμε στο ιδανικό.
Στο βιβλίο, το ανδρικό και το γυναικείο σύμπαν συνενώνονται, καταρρίπτοντας προκαταλήψεις και  στερεότυπα.
Τονίστηκε ακόμη, ότι οι  απόψεις μας για τους άλλους, εξυπηρετούν εντελώς προσωπικές ανάγκες, ανάγοντας τη συνείδηση σ’ έναν κυρίαρχο μηχανισμό πρόσληψης και μετασχηματισμού του  κόσμου. Είμαστε οι άλλοι, στο βαθμό που  εκείνοι μας εμπεριέχουν.
 

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

"Με Μολύβι φάμπερ νούμερο δύο" της Αλκης Ζέη







Η Ομάδα Ανάγνωσης Διονύσου θα συναντηθεί στις 01/04/2014  ημέρα Τρίτη προκειμένου να συζητήσουμε το βιβλίο με τίτλο "Με Μολύβι φάμπερ νούμερο δύο " της Αλκης Ζέη 
 εκδ. Mεταίχμιο. 




 Η  Ομάδα Ανάγνωσης Διονύσου συναντήθηκε την Πρωταπριλιά και το βιβλίο της Αλκης Ζέη άρεσε στα μέλη μας.



Η Ευγενία Μακαριάδη έγραψε.
Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο
                                             της Άλκης Ζέη
                                             εκδόσεις Μεταίχμιο
έργα της:
Ο θείος Πλάτων,
Κοντά στις ράγες,
Το καπλάνι της βιτρίνας,
Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα,
Η μωβ  ομπρέλα, 
Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου,
Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της, κ.α..
Η γνωστή συγγραφέας μας αφηγείται την ζωή της σαν παραμύθι.
Πρωτοπρόσωπη  και γοητευτική η αφήγηση.
Μια ενδιαφέρουσα ζωή παράλληλη με την νεώτερη ιστορία της Ελλάδας: χούντα βασιλιά Γεωργίου και Μεταξά, γερμανική κατοχή, εμφύλιος και πάλι χούντα συνταγματαρχών...
Τα παιδικά, σχολικά  χρόνια και το καλό ξυσμένο μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, που θα κάνει ένα παιδί συγγραφέα. Μια σχολική παράσταση κουκλουθεάτρου με δικό της σενάριο, τη δική της οδύσσεια με τέσσερις κλαψωδίες  και ήρωα-πρωταγωνιστή τον Κλούβιό της. Κλαψωδία νούμερο ένα «Ο Οδυσσέας και ο Κλούβιος στη Σκύλα και τη Χάρυβδη»....
Το τυχαίο και η τύχη μιας ζωής ανάμεσα σε λογοτέχνες, ζωγράφους, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, καθηγητές, πνευματικούς ανθρώπους του θεάτρου, του κινηματογράφου, της λογοτεχνίας: η καλή «κολλητή» της φίλη, ηθοποιός και συγγραφέας, Ζωρζ Σαρή, οι ποιητές Γκάτσος, Ελύτης, οι συγγραφείς Διδώ Σωτηρίου, θεία της, Έλλη Παπά και .. και.. Κοσμάς Πολίτης,  Γιώργος Σεφέρης, Ελένη Βακαλό, Άγγελος Τερζάκης, Γιάννης Τσαρούχης, Χατζηκυριάκος Γκίκας,  Μάνος Χατζηδάκης, Μέντης Μποσταντζόγλου (Μποστ), Πατσιφάς, Καρύδης, Μάριος Πλωρίτης, Γιώργος Σεβαστίκολου, Κώστας Δεσποτόπουλος, Κώστας Αξελός, Νίκος Κούνδουρος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Κάρολος Κουν... και.....και....
Η αδυναμία της Ζέης στις αρρώστιες και το πιάνο που πουλήθηκε για να γίνει καλά.
Τα ερωτικά γράμματα που έγραφε για λογαριασμό της δικής τους υπηρέτριας καθώς και των άλλων της γειτονιάς, που έμεναν μ’ ανοιχτό το στόμα και κείνη υπομειδιούσε μπρος στον θαυμασμό τους για την έξοχη γραφή της.
Η πανέμορφη μαμά της και αδελφή της Λενούλα (φαίνονται κι από τις φωτογραφίες που εμπεριέχονται στο βιβλίο).
Η πείνα κατά την κατοχή και η επιθυμία της Ζέης να ήταν γάτα, όταν είδε τη γάτα της γειτόνισσάς της που  ‘τρωγε κοτόπουλο.. και ήταν από τις λίγες φορές που ο πατέρας της δάκρυσε ακούγοντάς την.
Γραμμένο με χιούμορ, χαμόγελο και δάκρυ νοσταλγίας, σ’ όσους τα έζησαν και σ’ όσους αγαπούν την αλήθεια μέσα από τη λογοτεχνία.
Η καλή μας συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο στην αδελφή της, την όμορφη Λενούλα, και να τι γράφει στο οπισθόφυλλο: «Ευτυχώς που υπάρχει η αδελφή μου και η μνήμη της είναι αλάνθαστη και η ζωή της μπλέκεται με τη δική μου. Μόλις διάβασε αυτά που έγραψα μου είπε: «Έτσι ζήσαμε, έτσι ήταν αυτοί που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε». «Τώρα» της λέω, «που ξαναθυμήθηκες την ιστορία μας θα ‘θελες να είχαμε ζήσει μια άλλη ζωή;» «Με τίποτα» μου αποκρίθηκε αυθόρμητα. «Με τίποτα» συμπλήρωσα κι εγώ».
 
 

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Η Ομάδα Ανάγνωσης Διονύσου θα συναντηθεί στις 04/02/2014  ημέρα Τρίτη προκειμένου να συζητήσουμε το βιβλίο με τίτλο "Μ’αγαπάει δεν μ’αγαπάει" της βραβευμένης με Νόμπελ συγγραφέως Alice Munro, εκδ. Mεταίχμιο. 


 κείμενο της Ευγενίας Μακαριάδη
"Πρώτη φορά διάβασα βιβλίο της. Ομολογώ πως δεν την ήξερα. Με εντυπωσίασαν τα εννέα διηγήματα  (μικρή φόρμα) αυτού του βιβλίου. Απλή γραφή∙  περιγραφές ερημικών τοποθεσιών του Οντάριο, η καθημερινότητα των ανθρώπων, οι συγγενικές, οι κοινωνικές, οι ερωτικές σχέσεις τους, η βία, η αγάπη, οι συνήθειές τους, τα σπίτια τους, και στο τέλος κάτι που δεν περιμένεις, οπότε ρίχνεις πάλι μια ματιά στο κείμενο, να βρεις μια λέξη, μια φράση, μια κίνηση των ηρώων της, όπου κρύβεται έντεχνα το ανείπωτο∙ το  τέλος-έκπληξη.
            Όλα τα διηγήματα του βιβλίου έχουν άρωμα γυναίκας. Αναφορά στη γυναίκα: Τι δείχνει; Τι είναι; Τι κρύβει;  Πώς επηρεάζεται από τη θέση της στην οικογένεια, στην κοινωνία.  Έρωτες αλλιώτικοι. Έρωτες από μια φάρσα, με κατάληξη το γάμο.  Έρωτες παιδικοί, ξαφνικοί, στιγμιαίοι, που αφήνουν ανεξίτηλα  ίχνη. Όπως ένα παράνομο φιλί –όχι στο στόμα- όχι στο μάγουλο- στο λαιμό, εκεί που μπορεί να χτυπάει εκείνη την ώρα ένας ταραγμένος σφυγμός, στο λαιμό. Την ανάμνησή της... την έκανε θησαυρό. Όπως μια παντρεμένη, εδώ και είκοσι πέντε χρόνια γυναίκα, που μια ζεστή μέρα, δέχτηκε ένα φιλί στο στόμα από ένα αγόρι, που δεν νοιάστηκε για το φαλακρό, καρκινικό  της κεφάλι.
            Δεν είναι γραμμική η γραφή, πότε αρχίζει από τη μέση, πότε από το τέλος. Τελικά χρειάζεται μελέτη κι όχι απλή ανάγνωση, γιατί είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα μέσα σε λίγες σελίδες. Αυτό που αποκομίζει ο αναγνώστης διαβάζοντας τους χαρακτήρες που πλάθει η συγγραφέας, είναι το ανείπωτο, το καλά κρυμμένο μυστικό που άλλοτε ξαφνιάζει, απογοητεύει και άλλοτε θέτει σημείο στήριξης στη ζωή μια τρυφερή ανάμνηση αγάπης, ή έναν ανεκπλήρωτο έρωτα.
Σελ. 105. ήταν έξω φρενών που έπρεπε να κάθεται εκεί πέρα και ν’ άκουει τι γνώμη είχε γι’ αυτήν ο κόσμος. Έκαναν λάθος όλοι τους. Ούτε συνεσταλμένη ήταν, ούτε συγκαταβατική, ούτε φυσική, ούτε αγνή. Όταν πεθαίνεις βέβαια, το μόνο που μένει είναι αυτές οι λάθος γνώμες.
Σελ.118.  τύλιξε τα χέρια του γύρω της λες και δεν έμπαινε ζήτημα γι αυτό που έκανε και μπορούσε να το κάνει με όλο του το πάσο. Τη φίλησε στο στόμα. Της φάνηκε πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που έπαιρνε μέρος σ’ ένα φιλί το οποίο ήταν από μόνο του ένα γεγονός. Πού ήταν αυτό και μόνο αυτό και είχε αρχή, μέση και τέλος. Ένας τρυφερός πρόλογος, μια δραστική πίεση, μια ολόψυχη διερεύνηση και υποδοχή, ένα ευχαριστώ που δεν έλεγε να τελειώσει και ένα αποτράβηγμα γεμάτο ικανοποίηση.
Σελ. 258. τέλος πάντων. Μια από τα ίδια θα γινόταν αν συναντιόμασταν ποτέ ξανά. Αλλά και αν δεν συναντιόμασταν. Ένας έρωτας που δεν ήταν για χρήση, που ήξερε τη θέση του. (κάποιοι θα ‘λεγαν όχι αληθινός, γιατί δεν θα το ρίσκαρε ποτέ να σπάσει τα μούτρα του, να μετατραπεί σε φάρσα ή να ξεφτίσει θλιβερά) Να μην ρισκάρει τίποτε, κι όμως να μένει ζωντανός σαν γλυκό ρυάκι, σαν υπόγεια πηγή. Μ’ αυτήν την καινούργια γαλήνη να βαραίνει σαν βούλα πάνω του"
 
κείμενο της Ντομινίκ Μολιν 
"Η ομάδα ανάγνωσης Διονύσου αφιέρωσε δύο συναντήσεις στο βιβλίο αυτό της Μονρό γιατί κατά γενική παραδοχή οι ιστορίες εκτός του ότι άρεσαν πολύ, προκάλεσαν πολλές συζητήσεις και σκέψεις.
Οι ιστορίες της Μονρό σε ταξιδεύουν στο χρόνο ,στον τόπο και στις ζωές των απλών ανθρώπων.Κάποιες από αυτές εκτυλίσσονται στις αρχές του εικοστού αιώνα,ενώ άλλες είναι πιό σύγχρονες,όλες πάντως έχουν φόντο την επαρχία Οντάριο του Καναδά.Οι ζωές των ανθρώπων του κόσμου της Μονρό μοιάζουν να μην μπορούν ποτέ να αγγίξουν την απόλυτη ευτυχία.Εξ’άλλου πως να μπορούν.Η ανθρώπινη φύση πολύπλοκη και αινιγματική δημιουργεί σχέσεις και δίκτυα που δεν είναι ποτέ προβλέψιμα.Η Μονρό με την απλή της γλώσσα και τη διορατική της ματιά διεισδύει μέσα στην ανθρώπινη ψυχή γιά να καταλάβει ή απλώς γιά να μιλήσει γιά τις σχέσεις των ανθρώπων και των δύο φύλων.Οι άνδρες ήρωες σκιαγραφούνται με αρκετά απλό τρόπο, ενώ οι γυναίκες ηρωίδες σαν πλάσματα πιό σύνθετα.Τα βιογραφικά στοιχεία αφθονούν στό κείμενο καθώς και οι επιρροές από το οικογενειακό περιβάλλον.Σε όλες σχεδόν τις ιστορίες πλανάται η αίσθηση της απώλειας ενός κοντινού προσώπου,της εγκατάλειψης, της καθημερινότητας της οικογενειακής ζωής,ενώ συχνά οί ηρωίδες προσφεύγουν σε μία φευγαλέα ανάμνηση ευτυχίας που θα τις συνοδεύει μία ζωή.Και ενώ νομίζεις ότι τα έχει όλα πεί,ξαφνικά ανακαλύπτεις μία απροσδόκητη παρομοίωση,μία αναπάντεχη εικόνα που σε ξαφνιάζει.΄΄Μια τενεκεδένια κούπα ήταν κρεμασμένη πάνω από την αντλία κι όταν ήπια απ’αυτήν μια καυτή μέρα ,στο νου μου ήρθαν μαύρα βράχια και τρεχούμενα νερά αστραφτερά σαν διαμάντια.΄΄ Υπέροχη ιστορία οι ‘’Τσουκνίδες’’για τον τρόπο που μιλάει για τη φάρμα που μεγάλωσε και τον παιδικό της έρωτα,για τη δυναμική πορεία της ζωής και τη μοναδικότητα των αναμνήσεων όπου ο κάθε άνθρωπος συγκρατεί διαφορετικά στοιχεία από το ίδιο γεγονός.
Οι εικόνες του ‘’μεγάλου βορρά’’ και των απέραντων εκτάσεων μπλέκονται με τον ρεαλισμό και το ψυχρό βλέμμα της Μονρό και δημιουργούν το μοναδικό προσωπικό τοπίο της συγγραφέως"
 

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Το Χαστουκόδεντρο του Άρη Μαραγκόπουλου



Η Ομάδα Ανάγνωσης Διονύσου θα συναντηθεί στις 14/01/2014  ημέρα Τρίτη προκειμένου να συζητήσουμε το βιβλίο με τίτλο "Το Χαστουκόδεντρο" του συγγραφέα Αρη Μαραγκόπουλου, εκδ. Τόπος. Καλές Γιορτές!!


 Kείμενο της Ευγενίας Μακαριάδη
Αυτό το βιβλίο δεν διαβάζεται απλά, αλλά απαιτεί  μελέτη  μια και αναφέρεται σε γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μας. Είναι σα να παρακολουθείς κινηματογραφική ταινία με πολέμους, με νικητές, με ηττημένους, με ραδιούργους, με φρικιαστικούς βασανιστές,  με αιμοβόρους φονιάδες, με ποταπούς άρχοντες και τα τσιράκια τους, οι δούλοι τους.  Πρωταγωνιστεί ο αιώνιος έρωτας και υπερίπταται  πάνω από την αιμάτινη πολεμική κάπνα και σαπίλα ολιγαρχικών καθεστώτων∙ είναι η αγάπη μιας λαίδης από την Ουαλία με έναν έλληνα ναυτικό, που το ‘λεγε η καρδιά τους. Είναι η αληθινή ιστορία, μυθιστορηματικά γραμμένη,  τους ζεύγους  Αντώνη και Μπέτυς Αμπατιέλου.
Μια φονική καταιγίδα στην Ελλάδα, καταγραμμένη από το 1941 μέχρι το 1989,  που φόνευσε και φονεύει μέχρι σήμερα τα παιδιά της∙  όμως όπως τότε και σήμερα και πάντα θα υπάρχουν πολλοί που θα σηκώνουν κεφάλι  υπερήφανα, και οι πράξεις τους είναι τα  χαστούκια δικαίου που έκοψαν από κείνο το Χαστουκόδεντρο, που βλασταίνει στην Ουαλία και οι καρποί του είναι εκατομμύρια χαστούκια για το δίκιο, για το δικαίωμα, για το ήθος, για την αξιοπρέπεια, αλλά και για το άδικο, το αισχρό, την ύβρη της ζωής, της αναξιότητας, της βαρβαρότητας. Ένα Χαστουκόδεντρο, που μπορείς να φας και να δώσεις χαστούκι δικαίου και αδίκου.
Πιο κάτω λίγα από τα χαστούκια που περισυνέλεξα:
-Χαστούκι στους εφοπλιστές με τα καράβια τους, τους σκυλοπνίχτες. Ωνάσηδες, Νιάρχοι,  κλπ.
-Χαστούκι σ’ αυτούς που σκότωσαν τον Νίκο Μπελογιάννη.
-Χαστούκι σ’ αυτούς που σκότωσαν τον ειρηνιστή Γρηγόρη Λαμπράκη.
-Χαστούκι στην Αντιγόνη Βεϊζαδέ  (είχε εργαστεί στα SS) και τον σύζυγό της Ηλία (συνιδιοκτήτη σε           καμπαρέ της Τρούμπας) που αφού βασάνισαν το «δουλάκι» τους, την 12χρονη υπηρέτριά τους  Σπυριδούλα Ράπτη, την σιδέρωσαν με καυτό σίδερο.  
-Χαστούκι σε οποιαδήποτε εστεμμένη, όπως η Φρειδερίκη της Ελλάδας,  για την περιφρόνησή                          της να δεχτεί ένα γράμμα από μια γυναίκα, την Μπέτυ Αμπατιέλου που ζητάει την                      απελευθέρωση του συζύγου της Αντώνη μετά από  17 χρόνια φυλακή, για τις                                κομμουνιστικές του ιδέες.
     Η Μπέτυ που έγινε σύμβολο αγωνίστριας όχι μόνο για τις
    ιδέες της, αλλά και για τις μακροχρόνιες, καθημερινές μάχες, ως ερωτευμένη και  πιστή γυναίκα,  για την αποφυλάκιση του άντρα της. Την απαθανάτισαν σε διαδήλωση, να ‘χει μια πινακίδα, κρεμασμένη στο λαιμό, που έγραφε: QUEEN FREDERICA RELEASE MY HUSBAND TONY AMBATIELOS. Η φωτογραφία αυτή έκανε το γύρο του κόσμου ξεφτιλίζοντας τη βασίλισσα της Ελλάδας. 
Σελ. 372: Good Heavens, a slap-tree! Φώναξε μαγεμένη στη θέα του γιγάντιου δέντρου με τα μύρια μικρά και μεγάλα σκαμπίλια που κρέμονταν τσαμπιά ολόκληρα, μπορούσες άνετα να τραβήξεις μια αρμαθιά και ν’ αρχίζεις να χαστουκίζεις όποιον κατάφωρα σε αδίκησε, αυτό κατάλαβε, όποιον σου έχει πρήξει το συκώτι, όποιον σ’ έκλεψε και σε πόνεσε και σ’ αγνόησε και σε τσαλαπάτησε και σ’ έκλεισε φυλακή και σε βασάνισε και με δυο λόγια σου στέρησε δυο τρία βασικά πράγματα, δεν ήταν πουθενά γραμμένο αυτό αλλά το ένιωθες βαθιά μέσα στο χρυσοκόκκινο δάσος του Φάουαρ, το ένιωθες κάτω από την ευεργετική σκιά του αρχαίου Κόκκινου Κάστρου, το ένιωθες πεντακάθαρα ότι αυτό το ονειρεμένο Χαστουκόδεντρο υπήρχε πάντα εκεί, από τα χρόνια της κόρης Μπλοντιουάνδης, για να τρυγάει ο καθένας το μερίδιό του στα χαστούκια που του αναλογούν, όσα είναι άδικο και δίκαιο να λάβει κι όσα είναι άδικο και δίκαιο να δώσει, τα χαστούκια που μπορούν ελεύθερα να μοιραστούν σαν τη βροχή, επί δικαίων και αδίκων: στον άστοργο πατέρα και στον άστοργο δάσκαλο, στον ψεύτη παπά και στον ψεύτη ζωγράφο, στον ασυνείδητο αστυνόμο και στον ασυνείδητο εφοριακό, στον ανήθικο γιατρό και στον ανήθικο δικαστικό, στον δούλο γραμματέα και στον δούλο ποιητή, στον αγορασμένο πολιτικό και στον αγορασμένο οπαδό, στον αγάμητο στρατοκράτη και στον αγάμητο τεχνοκράτη, στον κλέφτη τραπεζίτη και στον κλέφτη πρωθυπουργό δηλαδή στον καθένα δόλιο εξουσιαστή των ψυχών – έτσι κρέμονται ζουμερά απ’ το Χαστουκόδεντρο που στέκεται εκεί από κτίσεως κόσμου, ώριμα τσαμπιά να τρυγηθούν από τον πάσα ένα και να δοθούν στον πάσα ένα, χιλιάδες σιδερένια, αλαβάστρινα, χάλκινα, ξύλινα, κοκάλινα, μαρμάρινα χαστούκια παιδιών και γέρων ανθρώπων, αντρών και γυναικών, ανήμπορων, σπαρταριστά χαστούκια, σκαμπίλια, κόλαφοι (όπως θες πες τα), πρώτη τιμωρία πάνω στο ακρωτηριασμένο και φτωχό, τελευταία ελπίδα  για τον ακρωτηριασμένο και φτωχό – αυτά εκεί κρέμονται προκλητικά, έτσι να κάνεις τα έφτασες, μια γιγαντιαία σταχτοπράσινη ομπρέλα στο δάσος του Φάουαρ με τον αλυσοδεμένο στην κορφή Τόνι ή Μπότομ, ή κι εγώ δεν ξέρω ποιον άλλον, και την αγανακτισμένη Μπέτι ή Πηνελόπη ή Μπλοντιουάνδη ή Κόνι ή Μια λαϊκή γυναίκα........
Ευγενία Μακαριάδη
Κείμενο της Ντομινίκ -Μολίν
Πολιτικό το βιβλίο του Α.Μαραγκόπουλου προσπαθεί να θυμίσει στο αναγνώστη ότι << Η Ιστορία τιμωρεί πολύ σκληρά τους αδιάβαστους μαθητές της.>>όπως λέει ο ίδιος στη συνέντευξη που έδωσε στην Ελπίδα Παπαμιχαήλ.Μία αναδρομή στις δεκαετίες του 40,50,60 μέσα από τη ζωή του Α.Αμπατιέλου και της γυναίκας του Μ.Μπάρτλετ έχει σκοπό να αφυπνίσει τον σημερινό αναγνώστη και να τον κάνει να καταλάβει τη σημερινή κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα.Εξ άλλου η Ιστορία επαναλαμβάνεται.
Τα γεγονότα που αναφέρονται στο βιβλίο είναι αληθινά και πολύ σκληρά , χωρίς καμία αμφιβολία .Η πλοκή σε κρατάει και θέλεις να μάθεις τι θα γίνει στη συνέχεια, ήτε είσαι γνώστης των γεγονότων γιατί τα έζησες ήτε γιατί είσαι νεότερος και έχεις απλώς ακούσει γι αυτά .Αναπλάθει την ατμόσφαιρα της εποχής,τη ψυχολογία του φυλακισμένου γιά τις πολιτικές του πεποιθήσεις,τα πιστεύω του οργανωμένου κομμουνιστή και του αδίστακτου πολιτικού.Δείχνει πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται και χειραφετούνται από τους άλλους και τις καταστάσεις.
Αυτά όμως που δεν αποφεύγει ο συγγραφέας είναι τα κλισέ του ήρωα κομμουνιστή και της αγωνίστριας γυναίκας του,του αλαζόνα πολιτικού,του εκμεταλλευτή πλοιοκτήτη και της φτηνής συζύγου του.Το μυθιστόρημα documentaire,όπως το αποκάλεσε ο ίδιος ο συγγραφέας κούρασε τον αναγνώστη με την πληθώρα των προσώπων και την απαραίτητη ανάγνωση του ¨Επίμετρου΄΄ προκειμένου να καταλάβει κανείς ποιός μιλάει και τι λέει.Μόνο αν το έβλεπε κανεις σαν πραγματικό documentaire μπορούσε να ξεπεράσει αυτή τη δυσκολία.Ο πρόλογος του Βενιαμίν Σανιδόπουλου γραμμένος σε τηλεγραφικό ύφος δυσκολεύει τον αναγνώστη να συνδέσει ήρωες ,εικόνες ,εποχή.Το μόνο που καταφέρνει ειναι να προιδεάσει τον αναγνώστη γι αυτό που θα διαβασει στις 400 σελίδες του βιβλίου.Ο αφηγητής μισεί τη χώρα που μεγάλωσε ,την οικογένειά του,την εποχή του,τους συνανθρώπους του,τα πάντα και αποδίδει στον Ελληνα τη σκοτεινή πλευρά του Ανθρώπου,λες και μόνο οι Ελληνες έχουν παραδείγματα αυτού του τύπου να επιδείξουν,ή μόνο η Ελλάδα γνώρισε εμφύλιο πόλεμο και βαρβαρότητα.Το χειρότερο όμως είναι ότι διαιωνίζει τη διχόνοια και δικαιολογεί τη βία σαν όπλο του μέσου ανθρώπου.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η εξασέλιδη πρόταση που αναφέρεται στην ειρηνιστική πορεία που πραγματοποιήθηκε από το Ολντερμάστον στο Λονδίνο, τον Απρίλη του 1963 και που αποδίδει θαυμάσια τη λαοθάλασσα την ακτιβιστών που διαδήλωναν εναντίον του πολέμου και των πυρηνικών.